|
Οι ΑΠΕ οδηγούν την
αύξηση των κερδών
Η Jefferies
προβλέπει ότι τα κέρδη
ανά μετοχή της ΔΕΗ θα
αυξάνονται με μέσο
ετήσιο ρυθμό περίπου 17%
κατά την περίοδο
2027-2030. Πρόκειται για
ρυθμό ανάπτυξης
υπερτριπλάσιο από
εκείνον που αναμένει για
τους αντίστοιχους
ευρωπαϊκούς
καθετοποιημένους
ομίλους.
Βασικός μοχλός αυτής της
εξέλιξης θα είναι η
σημαντική διεύρυνση του
χαρτοφυλακίου παραγωγής
από ανανεώσιμες πηγές. Η
χρηματιστηριακή εκτιμά
ότι έως το 2030 θα έχουν
προστεθεί περίπου 10
GW
νέας ισχύος,
συμπεριλαμβανομένων των
υδροηλεκτρικών,
ανεβάζοντας τη συνολική
εγκατεστημένη
δυναμικότητα από τα
σημερινά 7,1 GW
σε περίπου 17 GW.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΗ
αναμένεται να προσθέτει
κατά μέσο όρο περίπου
2,4 GW
νέας ισχύος από ΑΠΕ
ετησίως μέχρι το τέλος
της δεκαετίας. Η
εκτίμηση της
Jefferies
βρίσκεται περίπου 13%
χαμηλότερα από τον στόχο
που έχει θέσει η ίδια η
επιχείρηση, γεγονός που
αφήνει περιθώρια για
ακόμη μεγαλύτερη
ανάπτυξη εφόσον
επιταχυνθεί η υλοποίηση
του επενδυτικού
προγράμματος.
Σημαντικό πλεονέκτημα
θεωρείται και η
γεωγραφική παρουσία της
ΔΕΗ. Οι αγορές της
Νοτιοανατολικής Ευρώπης
εμφανίζουν διαρθρωτικά
υψηλότερες τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας σε
σχέση με τη Δυτική
Ευρώπη, εξαιτίας της
μεγαλύτερης εξάρτησης
από το φυσικό αέριο, των
περιορισμένων
διασυνδέσεων και της
έλλειψης επαρκούς
ευέλικτης παραγωγικής
δυναμικότητας.
Η Jefferies
εκτιμά ότι οι
συγκεκριμένες συνθήκες
μπορούν να λειτουργήσουν
υποστηρικτικά για τις
τιμές διάθεσης της
ηλεκτρικής ενέργειας που
παράγει η ΔΕΗ, ακόμη και
καθώς αυξάνεται η
συμμετοχή των ΑΠΕ στο
ενεργειακό της μείγμα.
Με αυτόν τον τρόπο, η
ανάπτυξη της παραγωγικής
δυναμικότητας δεν θα
αποτελεί απλώς αύξηση
του όγκου παραγωγής,
αλλά θα μπορεί να
μεταφράζεται και σε
ισχυρότερη κερδοφορία.
Μάλιστα, η
χρηματιστηριακή
τοποθετεί τη ΔΕΗ στην
κορυφή του ευρωπαϊκού
δείγματος εταιρειών
κοινής ωφέλειας που
καλύπτει, με βάση τη
συνδυασμένη αναμενόμενη
απόδοση από την αύξηση
των κερδών ανά μετοχή
και τα μερίσματα για την
περίοδο 2027-2030.
Βελτίωση αποδόσεων και
ελεγχόμενη μόχλευση
Πέρα από την αύξηση της
εγκατεστημένης ισχύος, η
Jefferies
αναμένει σταδιακή
βελτίωση της
αποδοτικότητας των
επενδύσεων. Η απόδοση
του επενδεδυμένου
κεφαλαίου (ROIC),
η οποία εκτιμάται ότι
διαμορφώθηκε περίπου στο
6% το 2025, προβλέπεται
να κινηθεί προς το 7,5%,
ξεπερνώντας σταδιακά το
κόστος κεφαλαίου του
ομίλου.
Η υλοποίηση ενός τόσο
εκτεταμένου επενδυτικού
προγράμματος αναμένεται
να προκαλέσει προσωρινή
αύξηση της μόχλευσης.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της
Jefferies,
η πρόσφατη αύξηση
μετοχικού κεφαλαίου
προσφέρει σημαντική
χρηματοδοτική στήριξη
και ενισχύει τη
δυνατότητα της ΔΕΗ να
προχωρήσει στις
προγραμματισμένες
επενδύσεις.
Ο δείκτης καθαρού χρέους
προς EBITDA
εκτιμάται ότι θα
κορυφωθεί περίπου στις
3,5 φορές και στη
συνέχεια θα αρχίσει να
αποκλιμακώνεται, καθώς
οι επενδυτικές δαπάνες
θα εξομαλύνονται και η
λειτουργική κερδοφορία
θα ενισχύεται.
Η εκτίμηση της
χρηματιστηριακής είναι
ότι η ΔΕΗ μπορεί να
διατηρήσει τη
χρηματοοικονομική της
ευελιξία σε όλη τη
διάρκεια της
αναπτυξιακής περιόδου,
χωρίς να θέσει σε
κίνδυνο την υλοποίηση
του επενδυτικού σχεδίου.
Τα data
centers
δημιουργούν πρόσθετες
ευκαιρίες
Ένα ακόμη πεδίο που θα
μπορούσε να προσφέρει
σημαντική πρόσθετη
ανάπτυξη είναι η είσοδος
της ΔΕΗ στις υποδομές
των data
centers.
Η Jefferies
θεωρεί ότι ο όμιλος
διαθέτει συγκριτικά
πλεονεκτήματα για να
αξιοποιήσει τη
συγκεκριμένη αγορά,
καθώς μπορεί να
συνδυάσει την ακίνητη
περιουσία του, την
παραγωγική του βάση από
ΑΠΕ και τις υφιστάμενες
υποδομές ηλεκτρικής
ενέργειας.
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδεται στις πρώην
λιγνιτικές περιοχές της
Δυτικής Μακεδονίας, όπου
υπάρχουν διαθέσιμες
εκτάσεις και ενεργειακές
υποδομές που θα
μπορούσαν να
υποστηρίξουν την
ανάπτυξη νέων ψηφιακών
εγκαταστάσεων.
Η σχεδιαζόμενη αρχική
επένδυση για έργο της
AWS,
με δυναμικότητα 300
MW,
αποτελεί σύμφωνα με τη
Jefferies
μια πρώτη συγκεκριμένη
ένδειξη των δυνατοτήτων
σε αυτόν τον τομέα. Η
ΔΕΗ έχει θέσει ως στόχο
να δημιουργεί
EBITDA
ύψους 170 εκατ. ευρώ
ετησίως έως το 2030 από
τη συγκεκριμένη
δραστηριότητα, μέσω της
μίσθωσης υποδομών και
εγκαταστάσεων, χωρίς να
περιλαμβάνεται ο
εξοπλισμός πληροφορικής.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί
περίπου στο 4% του
EBITDA
που εκτιμάται ότι θα
επιτύχει ο όμιλος το
2030, προσφέροντας μια
πρόσθετη πηγή
κερδοφορίας πέρα από τις
παραδοσιακές
δραστηριότητες παραγωγής
και προμήθειας
ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Jefferies
αναφέρεται επίσης στη
βελτίωση του επενδυτικού
περιβάλλοντος στην
Ελλάδα, με την
ισχυρότερη οικονομική
επίδοση, τη
δημοσιονομική πρόοδο και
την υποχώρηση του
αντιλαμβανόμενου
πολιτικού κινδύνου να
ενισχύουν την
ελκυστικότητα της χώρας
για μεγάλες επενδύσεις
σε ενεργειακές και
ψηφιακές υποδομές.
Η αποτίμηση δεν
αντανακλά πλήρως τις
προοπτικές ανάπτυξης
Παρά τις σημαντικές
αναπτυξιακές εκτιμήσεις,
η Jefferies
θεωρεί ότι η
χρηματιστηριακή
αποτίμηση της ΔΕΗ δεν
ενσωματώνει πλήρως τη
δυναμική των επόμενων
ετών.
Η μετοχή
διαπραγματεύεται περίπου
στις 15 φορές τα
εκτιμώμενα κέρδη του
2027, δηλαδή σε επίπεδα
αντίστοιχα με εκείνα των
ευρωπαϊκών
καθετοποιημένων
εταιρειών κοινής
ωφέλειας. Ωστόσο, η
προβλεπόμενη αύξηση της
κερδοφορίας της ΔΕΗ
είναι αισθητά υψηλότερη
από τον μέσο όρο του
συγκεκριμένου δείγματος.
Αυτό αποτυπώνεται και
στον δείκτη PEG,
ο οποίος συσχετίζει την
αποτίμηση με τον ρυθμό
ανάπτυξης των κερδών.
Σύμφωνα με την ανάλυση,
ο δείκτης της ΔΕΗ
διαμορφώνεται περίπου
στις 0,9 φορές, έναντι
διάμεσης τιμής 3,2 φορές
για τις ευρωπαϊκές
εταιρείες που εξετάζει η
Jefferies.
Παράλληλα, η
χρηματιστηριακή εκτιμά
ότι η αναπτυξιακή
προοπτική συνοδεύεται
από μερισματική απόδοση
περίπου 4%, στοιχείο που
ενισχύει τη συνολική
αναμενόμενη απόδοση για
τους μετόχους.
Η Jefferies
αναγνωρίζει ότι η
επίτευξη των προβλέψεων
εξαρτάται από την ομαλή
εκτέλεση του επενδυτικού
προγράμματος και την
έγκαιρη ολοκλήρωση των
νέων έργων. Ωστόσο,
θεωρεί ότι η αύξηση της
παραγωγικής
δυναμικότητας, η
βελτίωση των αποδόσεων
κεφαλαίου, οι νέες
δραστηριότητες όπως τα
data
centers
και η αποτίμηση της
μετοχής συνθέτουν ένα
θετικό επενδυτικό προφίλ
για τη ΔΕΗ σε
μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
|