|
Η εικόνα είναι
δυσμενέστερη σε σύγκριση
με την αντίστοιχη άσκηση
του προηγούμενου έτους.
Τότε, το 18% του
τραπεζικού ενεργητικού,
που αντιστοιχούσε σε 88
τράπεζες, βρισκόταν σε
ιδρύματα τα οποία θα
αντιμετώπιζαν σοβαρές
δυσκολίες υπό συνθήκες
ακραίας πίεσης.
Ο Αθανάσιος Βαμβακίδης
του ΔΝΤ εξήγησε ότι οι
ετήσιες ασκήσεις
βασίζονται σε κοινή
μεθοδολογία, αλλά
προσαρμόζονται στους
κινδύνους που θεωρούνται
σημαντικότεροι σε κάθε
χρονική περίοδο. Όπως
σημείωσε, οι φετινές
ανησυχίες ενισχύονται
από τις διαταραχές στον
ενεργειακό εφοδιασμό,
τους φόβους για
υπερβολικές αποτιμήσεις
στον τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης και την άνοδο
των αποδόσεων των
ομολόγων.
«Είναι μια καλή
υπενθύμιση ότι δεν
πρέπει να θεωρούμε
δεδομένη την
ανθεκτικότητα», ανέφερε,
υπογραμμίζοντας ότι τα
ευρήματα θα πρέπει να
λειτουργήσουν ως
προειδοποίηση για τις
εποπτικές αρχές που
εξετάζουν αλλαγές στο
κανονιστικό πλαίσιο.
Το
ακραίο σενάριο:
Ενεργειακές διαταραχές,
γεωπολιτική ένταση και
πτώση της AI
Η άσκηση του ΔΝΤ
εξετάζει την πορεία των
τραπεζών σε χρονικό
ορίζοντα τριών ετών, υπό
συνθήκες σημαντικής
επιδείνωσης του διεθνούς
περιβάλλοντος. Το
υποθετικό σενάριο
περιλαμβάνει κλιμάκωση
των γεωπολιτικών
εντάσεων, μεγαλύτερο
κατακερματισμό του
παγκόσμιου εμπορίου και
προβλήματα στην
ενεργειακή τροφοδοσία.
Παράλληλα, προβλέπει
απότομη αναθεώρηση προς
τα κάτω των αποτιμήσεων
που συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη. Μια
τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να προκαλέσει
απώλειες στις αγορές, να
επιβαρύνει την αξία των
τραπεζικών χαρτοφυλακίων
και να εντείνει τις
πιέσεις στην κεφαλαιακή
επάρκεια.
Το ΔΝΤ διευκρινίζει ότι
τα αποτελέσματα δεν
αφορούν συγκεκριμένες
τράπεζες, καθώς η άσκηση
δεν δημοσιοποιεί
στοιχεία σε επίπεδο
μεμονωμένου ιδρύματος.
Οι τράπεζες που
εμφανίζονται περισσότερο
ευάλωτες είναι κυρίως
μικρότερου μεγέθους,
χωρίς να απουσιάζουν και
ορισμένοι μεγάλοι
χρηματοπιστωτικοί
όμιλοι.
Σε περιφερειακό επίπεδο,
οι τράπεζες της Ασίας,
με εξαίρεση εκείνες της
Κίνας, καταγράφουν τη
μεγαλύτερη υποχώρηση
κεφαλαίων στο
εξεταζόμενο σενάριο.
Ακολουθούν τα ευρωπαϊκά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα.
Αντίθετα, οι τράπεζες
της Βόρειας Αμερικής
εμφανίζονται πιο
ανθεκτικές. Η ισχυρότερη
κερδοφορία τους
λειτουργεί ως ανάχωμα
στις ζημιές,
επιτρέποντας την
καλύτερη αναπλήρωση των
κεφαλαίων τους σε σχέση
με άλλες περιοχές.
Η
απορρύθμιση του κλάδου
και οι κίνδυνοι για τη
χρηματοπιστωτική
σταθερότητα
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ
έρχεται σε μια περίοδο
κατά την οποία οι
αμερικανικές αρχές έχουν
προωθήσει αλλαγές με
στόχο τη χαλάρωση των
ρυθμιστικών απαιτήσεων
για τις τράπεζες. Οι
εξελίξεις αυτές έχουν
συμβάλει στη διαμόρφωση
ενός ευνοϊκότερου
περιβάλλοντος για την
κερδοφορία και τις
επιστροφές κεφαλαίου
προς τους μετόχους.
Ωστόσο, το Ταμείο
επισημαίνει ότι οι
ισχυρές αποδόσεις και η
σημερινή κεφαλαιακή
εικόνα δεν εξαλείφουν
τους κινδύνους που θα
μπορούσαν να εκδηλωθούν
σε ένα περιβάλλον
ταυτόχρονης οικονομικής,
γεωπολιτικής και
χρηματοπιστωτικής
πίεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
δυνατότητα των τραπεζών
να απορροφούν ζημιές
χωρίς να περιορίζουν
απότομα τη χρηματοδότηση
της οικονομίας. Μια
ισχυρή πτώση των
αποτιμήσεων, σε
συνδυασμό με υψηλότερο
κόστος χρηματοδότησης
και ασθενέστερη
οικονομική
δραστηριότητα, θα
μπορούσε να επιβαρύνει
την ποιότητα των δανείων
και να ενισχύσει τις
πιέσεις στα κεφάλαια.
Η άσκηση υπενθυμίζει,
συνεπώς, ότι η εποπτεία
των τραπεζών δεν μπορεί
να βασίζεται
αποκλειστικά στις
τρέχουσες επιδόσεις,
αλλά πρέπει να λαμβάνει
υπόψη και τις επιπτώσεις
ακραίων εξελίξεων που
ενδέχεται να φαίνονται
λιγότερο πιθανές υπό
κανονικές συνθήκες.
Οι
δεσμοί με τα μη
τραπεζικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα
Ένα ακόμη πεδίο που
εξετάζει το ΔΝΤ είναι η
αυξανόμενη διασύνδεση
των τραπεζών με τα μη
τραπεζικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα (NBFIs),
στα οποία
περιλαμβάνονται διάφοροι
χρηματοπιστωτικοί
οργανισμοί εκτός του
παραδοσιακού τραπεζικού
συστήματος.
Το Ταμείο χαρακτηρίζει
προς το παρόν
διαχειρίσιμες τις
συγκεκριμένες
διασυνδέσεις,
επισημαίνει όμως ότι
μπορούν να εξελιχθούν σε
πηγή ευπάθειας σε
περίπτωση έντονης
αναταραχής. Η μετάδοση
των πιέσεων μεταξύ
τραπεζών και μη
τραπεζικών φορέων θα
μπορούσε να ενισχύσει
τις απώλειες και να
δυσκολέψει τη διαχείριση
της ρευστότητας.
Στο ακραίο σενάριο, μια
υποκατηγορία τραπεζών
της Βόρειας Αμερικής με
μεγαλύτερη έκθεση σε
NBFIs
εμφάνισε σημαντική
απομείωση κεφαλαίων.
Ειδικότερα, η συνολική
έκθεση των αμερικανικών
τραπεζών σε μη τραπεζικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα,
συμπεριλαμβανομένων των
χρησιμοποιημένων και
αχρησιμοποίητων
πιστωτικών δεσμεύσεων,
έχει αυξηθεί στο 134%
των κεφαλαίων
Tier
1, από 119% έναν χρόνο
νωρίτερα.
Τα αντίστοιχα ποσοστά
για την Ευρωπαϊκή Ένωση
και το Ηνωμένο Βασίλειο
είναι αισθητά
χαμηλότερα. Το ΔΝΤ,
ωστόσο, σημειώνει ότι οι
συγκρίσεις χρειάζονται
προσοχή, καθώς τα
διαθέσιμα δημόσια
στοιχεία στις ΗΠΑ είναι
περισσότερα και
ενδέχεται να επιτρέπουν
πληρέστερη καταγραφή των
συγκεκριμένων εκθέσεων.
Στο
επίκεντρο τα
αποτελέσματα των
αμερικανικών τραπεζών
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ
συμπίπτει με την έναρξη
των ανακοινώσεων
αποτελεσμάτων από
μεγάλους αμερικανικούς
τραπεζικούς ομίλους, οι
οποίοι καλούνται να
αποτυπώσουν την πορεία
της κερδοφορίας τους σε
ένα περιβάλλον αυξημένων
χρηματοπιστωτικών και
μακροοικονομικών
κινδύνων.
Η Citigroup,
η Goldman
Sachs,
η JPMorgan
Chase
και η Wells
Fargo
ξεκινούν τις
ανακοινώσεις τους την
Τρίτη, ενώ ακολουθούν
την Τετάρτη η
Bank
of
America
και η Morgan
Stanley.
Τα αποτελέσματα
αναμένεται να προσφέρουν
νεότερη εικόνα για την
πορεία των εσόδων, την
ανθεκτικότητα της
κερδοφορίας και τις
εκτιμήσεις των
διοικήσεων σχετικά με το
οικονομικό περιβάλλον.
Το βασικό μήνυμα της
άσκησης του ΔΝΤ είναι
ότι, παρά την ισχυρή
κερδοφορία και την
καλύτερη εικόνα
ορισμένων τραπεζικών
συστημάτων, οι κίνδυνοι
για τη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα παραμένουν
υπαρκτοί. Μια απότομη
διόρθωση στις
αποτιμήσεις της τεχνητής
νοημοσύνης, σε συνδυασμό
με ενεργειακές
διαταραχές και
υψηλότερες αποδόσεις
ομολόγων, θα μπορούσε να
δοκιμάσει σοβαρά τις
αντοχές σημαντικού
αριθμού τραπεζών
παγκοσμίως.
|