|
Το αμερικανικό 10ετές
αποτελεί σημείο αναφοράς
για το παγκόσμιο κόστος
χρήματος και επηρεάζει
άμεσα την αποτίμηση μιας
ευρείας γκάμας
περιουσιακών στοιχείων,
από τις μετοχές και τα
εταιρικά ομόλογα έως τα
στεγαστικά δάνεια.
Μάλιστα, στο τρίτο
τρίμηνο κατέγραψε τη
μεγαλύτερη
τριμηνιαία άνοδο της
απόδοσής του στον 21ο
αιώνα, καθώς οι
πιέσεις στις αγορές
κρατικού χρέους δεν
περιορίστηκαν στις ΗΠΑ
αλλά επεκτάθηκαν στις
μεγαλύτερες οικονομίες
του κόσμου.
Στην Ευρώπη, σημαντικές
πιέσεις έχουν καταγραφεί
στις αγορές ομολόγων της
Γαλλίας και της
Βρετανίας, ενώ
αντίστοιχη άνοδος των
αποδόσεων παρατηρείται
και στην Ιαπωνία.
«Οι αγορές εξακολουθούν
να λειτουργούν ομαλά»
Παρά την ένταση της
κίνησης στις αποδόσεις,
το ΔΝΤ δεν διαπιστώνει
μέχρι στιγμής ενδείξεις
ότι οι αγορές κρατικών
ομολόγων έχουν χάσει την
ομαλή λειτουργία τους.
«Αυτό που βλέπουμε σε
παγκόσμιο επίπεδο είναι
ότι οι αγορές ομολόγων
εξακολουθούν να
λειτουργούν με ομαλό
τρόπο», δήλωσε η
εκπρόσωπος του ΔΝΤ
Julie
Kozack,
κατά τη διάρκεια
συνέντευξης Τύπου.
Η επισήμανση έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
η άνοδος των αποδόσεων
πραγματοποιείται σε ένα
περιβάλλον αυξημένων
δημοσιονομικών αναγκών,
υψηλότερου κόστους
εξυπηρέτησης του χρέους
και εντεινόμενων
γεωπολιτικών κινδύνων.
Νέο ενεργειακό σοκ
Στις πιέσεις από τις
αγορές ομολόγων έρχεται
να προστεθεί ένα ακόμη
πρόβλημα: το νέο
ενεργειακό σοκ.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι
οι υψηλές τιμές των
καυσίμων εξακολουθούν να
μεταφέρονται στην
οικονομία και να
τροφοδοτούν τον
πληθωρισμό.
Σύμφωνα με την
Kozack,
οι τιμές του
ντίζελ, της βενζίνης και
των αεροπορικών καυσίμων
βρίσκονται σήμερα
περίπου 60% έως
97% υψηλότερα
από τα επίπεδα πριν από
τη σύγκρουση,
αντανακλώντας τόσο τις
επιπτώσεις του πολέμου
στο Ιράν όσο και τους
περιορισμούς στην
παγκόσμια δυναμικότητα
διύλισης.
«Έχουμε δει ότι το
ενεργειακό σοκ, το οποίο
αποτελεί μέρος της
πίεσης που περνά στον
συνολικό πληθωρισμό, δεν
έχει ακόμη τελειώσει»,
ανέφερε.
Ο διπλός πονοκέφαλος για
την οικονομία
Η ταυτόχρονη άνοδος των
αποδόσεων των κρατικών
ομολόγων και των τιμών
ενέργειας δημιουργεί ένα
ιδιαίτερα απαιτητικό
περιβάλλον για την
παγκόσμια οικονομία.
Από τη μία πλευρά, τα
υψηλότερα επιτόκια και
οι αυξημένες αποδόσεις
των ομολόγων ανεβάζουν
το κόστος δανεισμού και
περιορίζουν τα περιθώρια
για επενδύσεις και
δημοσιονομικές
παρεμβάσεις.
Από την άλλη, το
ακριβότερο πετρέλαιο και
τα υψηλότερα κόστη
καυσίμων επαναφέρουν
πληθωριστικές πιέσεις,
δυσκολεύοντας την
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού.
Έτσι, οι αγορές
βρίσκονται αντιμέτωπες
με έναν διπλό
μηχανισμό πίεσης:
υψηλότερο κόστος
χρήματος και υψηλότερο
ενεργειακό κόστος. Μέχρι
στιγμής, σύμφωνα με το
ΔΝΤ, η λειτουργία των
αγορών ομολόγων
παραμένει ομαλή, όμως η
διάρκεια και η ένταση
αυτών των δύο πιέσεων θα
αποτελέσουν κρίσιμο
παράγοντα για την πορεία
της παγκόσμιας
οικονομίας.
|