| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 26/10/2026

   

 

Η Ελλάδα οδεύει προς μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η φροντίδα των ηλικιωμένων δεν θα μπορεί να βασίζεται στον ίδιο βαθμό στην οικογενειακή αλληλεγγύη. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η υποχώρηση των γεννήσεων, τα μικρότερα νοικοκυριά και οι οικονομικές πιέσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι σημερινοί εργαζόμενοι θα χρειαστεί να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη συνταξιοδότηση, την υγεία και τη μακροχρόνια φροντίδα τους.

Ήδη, πολλές ελληνικές οικογένειες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: μόλις ολοκληρώνεται η ανατροφή των παιδιών, αρχίζει η φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι δύο υποχρεώσεις συνυπάρχουν. Η σύνταξη συχνά δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της τρίτης ηλικίας, με αποτέλεσμα τα παιδιά να αναλαμβάνουν τόσο προσωπικές θυσίες όσο και σημαντικό οικονομικό βάρος.

Το παραδοσιακό μοντέλο οικογενειακής φροντίδας συμπληρώνεται πλέον από την προσφυγή σε επαγγελματίες φροντιστές, συχνά αλλοδαπούς, καθώς η εγχώρια αγορά υπηρεσιών φροντίδας παραμένει ανεπαρκώς ανεπτυγμένη. Ενδεικτικό είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024, περισσότεροι από οκτώ στους δέκα ανθρώπους που ζουν σε νοικοκυριά με ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα δεν λαμβάνουν επαγγελματική βοήθεια στο σπίτι.

 

Για τις σημερινές γενιές των 30άρηδων, 40άρηδων και 50άρηδων, ωστόσο, οι συνθήκες ενδέχεται να είναι ακόμη δυσκολότερες όταν φτάσουν σε μεγάλη ηλικία. Θα έχουν πιθανότατα λιγότερα παιδιά, μικρότερο οικογενειακό δίκτυο και περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, ενώ θα χρειαστεί να καλύψουν τις ανάγκες τους για περισσότερα χρόνια. Η διαγενεακή αλληλεγγύη, επομένως, δύσκολα θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση, με τον κίνδυνο τόσο οι πολίτες όσο και το κράτος να βρεθούν απροετοίμαστοι μπροστά στις νέες απαιτήσεις.

Περισσότερα χρόνια ζωής, λιγότερες γεννήσεις

Καθοριστικό παράγοντα αποτελεί η διαρκής αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Σύμφωνα με έρευνα της UBS, από τα 78 έτη το 2020 και τα 82 έτη σήμερα, το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 91 έτη έως το 2100. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται μεγαλύτερη διάρκεια συνταξιοδότησης και, κατ’ επέκταση, αυξημένες ανάγκες για εισόδημα, υγειονομική περίθαλψη και υποστήριξη στην καθημερινότητα.

Την ίδια στιγμή, η γεννητικότητα υποχωρεί σημαντικά. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν μείωση των γεννήσεων από 114.766 το 2010 σε μόλις 65.618 το 2025. Παράλληλα, η αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών προς τα παιδιά αυξάνεται σταθερά μετά την πανδημία, επιβεβαιώνοντας τη μεταβολή της ηλικιακής σύνθεσης του πληθυσμού.

Οι δημογραφικές εξελίξεις συνοδεύονται από αλλαγές στη δομή της οικογένειας. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 32% μεταξύ 2011 και 2021, τα διαζύγια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας τα 15.853 το 2025, ενώ ολοένα περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν να αποκτήσουν ένα ή κανένα παιδί.

Οι αλλαγές αυτές περιορίζουν τον αριθμό των συγγενών που θα μπορούσαν μελλοντικά να μοιραστούν τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου. Σε συνδυασμό με την αύξηση του χρόνου ζωής, δημιουργούν ένα μοντέλο στο οποίο η αυτονομία και η οικονομική προετοιμασία αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.

Η οικονομική πίεση περιορίζει τη δυνατότητα αποταμίευσης

Το δημογραφικό πρόβλημα συνδέεται άμεσα με την οικονομική κατάσταση των σημερινών εργαζομένων. Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές, πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να αποταμιεύσουν συστηματικά, καθώς οι μισθοί παραμένουν πιεσμένοι μετά την οικονομική κρίση και ο επίμονος πληθωρισμός περιορίζει την αγοραστική δύναμη.

Η δυσκολία απόκτησης κατοικίας αποτελεί έναν ακόμη επιβαρυντικό παράγοντα. Η άνοδος του κόστους στέγασης, η αστικοποίηση και η αυξανόμενη εξάρτηση από την ενοικίαση περιορίζουν τις δυνατότητες των νεότερων γενιών να δημιουργήσουν περιουσία και να εξασφαλίσουν σταθερές συνθήκες διαβίωσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική στήριξη των ηλικιωμένων γονέων μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη, ενώ περιορίζεται και η δυνατότητα φιλοξενίας τους στο σπίτι των παιδιών τους. Για αρκετούς σημερινούς εργαζομένους, επομένως, η πρόκληση δεν θα είναι μόνο να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση, αλλά και να καλύψουν ενδεχόμενες δαπάνες φροντίδας χωρίς να εξαρτώνται από την οικογένεια.

Τέσσερις βασικοί άξονες οικονομικής προετοιμασίας

Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να προετοιμαστεί για τα γηρατειά της μια γενιά που θα ζήσει σε μια διαφορετική Ελλάδα.

Ο Βύρων Κοτζαμάνης, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, επισημαίνει ότι όσοι έχουν τη δυνατότητα και την πρόνοια να οργανώσουν εγκαίρως τα οικονομικά τους θα έχουν περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Σε πρόσφατη εκδήλωση της Hellenic Financial Planners Association, ανέδειξε τέσσερις κρίσιμες προτεραιότητες για τα νοικοκυριά.

1. Συμπληρωματική αποταμίευση για τη συνταξιοδότηση

Η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να ασκήσει σημαντικές πιέσεις στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα. Για τον λόγο αυτό, οι εργαζόμενοι καλούνται να δημιουργούν από νωρίς συμπληρωματικά αποθέματα, ώστε να καλύψουν το ενδεχόμενο η δημόσια σύνταξη να μην επαρκεί για τη διατήρηση του βιοτικού τους επιπέδου.

2. Πρόβλεψη για αυξημένες ιατρικές δαπάνες

Η προχωρημένη ηλικία συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων παθήσεων και αυξημένων αναγκών περίθαλψης. Η ύπαρξη επαρκούς αποταμίευσης ή κατάλληλης ασφαλιστικής κάλυψης μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο οι δαπάνες υγείας να απορροφήσουν μεγάλο μέρος του εισοδήματος της σύνταξης.

3. Οικονομική κάλυψη της μακροχρόνιας φροντίδας

Η ανάγκη προσαρμογής της κατοικίας, η κατ’ οίκον βοήθεια ή η απώλεια μέρους της αυτονομίας μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικό και διαρκές οικονομικό βάρος. Η πρόβλεψη για τέτοιες ανάγκες είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια χώρα όπου οι οργανωμένες υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας παραμένουν περιορισμένες.

4. Έγκαιρος σχεδιασμός για την περιουσία και τις κληρονομιές

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μεταθέτει χρονικά και τη μεταβίβαση της περιουσίας στις επόμενες γενιές. Είναι πιθανό τα παιδιά να κληρονομούν τους γονείς τους σε ηλικίες κοντά στη δική τους συνταξιοδότηση, όταν η δυνατότητα αξιοποίησης της περιουσίας για τη δημιουργία οικονομικής ασφάλειας μπορεί να είναι μικρότερη.

Για τον λόγο αυτό, ο κ. Κοτζαμάνης υπογραμμίζει την ανάγκη επανεξέτασης της διαχείρισης της οικογενειακής περιουσίας και υιοθέτησης πιο σταδιακών στρατηγικών μεταβίβασης, προσαρμοσμένων στις ανάγκες των διαφορετικών γενεών.

Η αποταμίευση και η ιδιωτική φροντίδα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων θα χρειαστεί να κατευθύνεται σε κεφαλαιοποιητικά σχήματα συνταξιοδότησης, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Στις διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνονται προγράμματα μακροχρόνιας αποταμίευσης για ενηλίκους και παιδιά, καθώς και συμπληρωματικά προγράμματα ασφάλισης για την κάλυψη αναγκών φροντίδας.

Η δημιουργία ενός οικογενειακού αποθεματικού μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετη γραμμή άμυνας απέναντι σε μελλοντικές οικονομικές δυσκολίες. Η δυνατότητα, ωστόσο, να εφαρμοστεί μια τέτοια στρατηγική δεν είναι δεδομένη, καθώς τα σημερινά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ήδη υψηλές δαπάνες στέγασης, διαβίωσης και ανατροφής παιδιών.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές από τα στοιχεία για τις υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2023 οι συνολικές δαπάνες της Ελλάδας για τον συγκεκριμένο τομέα ήταν χαμηλότερες από το 0,5% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 1,8% στις χώρες του οργανισμού.

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν μόλις 0,2 εργαζόμενοι μακροχρόνιας φροντίδας ανά 100 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ανερχόταν σε πέντε εργαζομένους. Η απόσταση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης για ένα σύστημα που θα χρειαστεί να εξυπηρετεί ολοένα περισσότερους ηλικιωμένους.

Πληθυσμιακή συρρίκνωση και λιγότεροι εργαζόμενοι

Οι δημογραφικές προβολές για τις επόμενες τρεις έως τέσσερις δεκαετίες περιγράφουν μια Ελλάδα με σημαντικά μικρότερο πληθυσμό και πολύ μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων.

Εφόσον οι γεννήσεις συνεχίσουν να υπολείπονται των θανάτων, ο πληθυσμός εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 1,95 έως 2,45 εκατομμύρια σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα. Η ηλικιακή ομάδα των ηλικιωμένων θα είναι η μόνη που θα καταγράψει αύξηση, κατά περίπου 750.000 άτομα, ξεπερνώντας συνολικά τα 3,1 εκατομμύρια. Αντίθετα, οι υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες αναμένεται να μειωθούν κατά περίπου 2,7 εκατομμύρια, με τις μεγαλύτερες απώλειες να αφορούν τους νέους έως 20 ετών.

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να περιορίσει τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας σε περίπου τέσσερα εκατομμύρια άτομα, από περίπου έξι εκατομμύρια σήμερα.

Ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου και επικεφαλής του Προγράμματος Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, προειδοποιεί ότι μια οικονομία με λιγότερους εργαζομένους θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες όχι μόνο στη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος, αλλά και στην παραγωγή και την καινοτομία. Όπως επισημαίνει, η καινοτομία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη δραστηριότητα των νεότερων ανθρώπων, γεγονός που καθιστά τη γήρανση του πληθυσμού ευρύτερη αναπτυξιακή πρόκληση.

Αυτοματισμοί, τεχνητή νοημοσύνη και μετανάστευση ως αντίβαρα

Οι δημογραφικές τάσεις των επόμενων δεκαετιών θεωρούνται δύσκολο να ανατραπούν. Μέτρα όπως οι γονικές άδειες, οι φορολογικές ελαφρύνσεις, τα επιδόματα γέννησης και παιδιού και οι ενισχύσεις για τη φροντίδα σε παιδικούς σταθμούς μπορούν να περιορίσουν την ταχύτητα της γήρανσης, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα αντιστρέψουν την πορεία της.

Σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων στην αυτοματοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη. Ο Πάνος Τσακλόγλου, καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογραμμίζει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να στηρίξει την ευημερία μιας κοινωνίας ακόμη και όταν το εργατικό δυναμικό της συρρικνώνεται.

Παράλληλα, η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού, εφόσον οι δεξιότητες των μεταναστών ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικονομίας και διασφαλίζεται η οικονομική και κοινωνική ένταξή τους.

Ο κ. Τσακλόγλου, ο οποίος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ), αναδεικνύει επίσης τη σημασία του κεφαλαιοποιητικού συστήματος για τη μελλοντική συνταξιοδοτική επάρκεια.

Σε αντίθεση με το διανεμητικό σύστημα, στο οποίο οι εισφορές των εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα συνδέει τις παροχές με τη συσσώρευση κεφαλαίου και τις αποδόσεις των επενδύσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μοντέλο αυτό επιμερίζει διαφορετικά τους κινδύνους και μπορεί να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις κατά μέσο όρο, ενώ ενισχύει την αποταμίευση και δημιουργεί δυνατότητες χρηματοδότησης εγχώριων επενδύσεων. Παράλληλα, μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό της παραοικονομίας και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς το συνταξιοδοτικό σύστημα.

Η δημογραφική μετάβαση, επομένως, δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα του ασφαλιστικού συστήματος. Επηρεάζει την οικονομία, την αγορά εργασίας, την οικογενειακή δομή και την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και φροντίδας. Για τις σημερινές γενιές εργαζομένων, η έγκαιρη οικονομική προετοιμασία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς η δυνατότητα να στηριχθούν αποκλειστικά στην οικογένεια ή στο κράτος ενδέχεται να είναι πιο περιορισμένη από ό,τι στο παρελθόν.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum