|
Το πρόβλημα αποτυπώνεται
και στα αποτελέσματα των
ελέγχων. Παρότι τα
ολοκληρωμένα μέτρα
πέτυχαν τα προβλεπόμενα
παραδοτέα, μόλις περίπου
το ένα τρίτο των
παρεμβάσεων που
αξιολογήθηκαν αναλυτικά
εμφάνισε σημαντικά
αποτελέσματα.
Ελλάδα: Το τρίτο
μεγαλύτερο ποσό στην ΕΕ,
με 6,68 δισ. ευρώ
Το εκτιμώμενο κόστος των
μέτρων για τη δημόσια
διοίκηση που
περιλαμβάνονται στο
ελληνικό σχέδιο
ανάκαμψης ανέρχεται σε
6,68 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για το τρίτο
υψηλότερο ποσό στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω
από την Ισπανία, με
περίπου 11 δισ. ευρώ,
και την Ιταλία, με 9
δισ. ευρώ.
Διευκρινίζεται ότι τα
ποσά αυτά αφορούν το
εκτιμώμενο κόστος των
προβλεπόμενων
παρεμβάσεων και δεν
ταυτίζονται με τις
εκταμιεύσεις ή τον βαθμό
απορρόφησης των
ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται,
παράλληλα, στις τέσσερις
χώρες που εξετάστηκαν
διεξοδικότερα από τους
ελεγκτές, μαζί με τη
Γερμανία, την Ισπανία
και την Τσεχία.
Για το ελληνικό σχέδιο,
το ΕΕΣ εντοπίζει
αδυναμίες στον σχεδιασμό
συγκεκριμένων
μεταρρυθμίσεων.
Ενδεικτική είναι η
περίπτωση του δικτύου
κρατικών ενισχύσεων,
όπου η εκπλήρωση
σχετικού οροσήμου
συνδέθηκε με την
υιοθέτηση νομοθετικών
αλλαγών, χωρίς να
περιλαμβάνει κρίσιμες
παρεμβάσεις για την
πρακτική λειτουργία του
συστήματος, όπως η
ανάπτυξη πληροφοριακών
εργαλείων και των
απαραίτητων υποδομών.
Ανάλογες επισημάνσεις
διατυπώνονται για τη
μεταρρύθμιση που αφορά
τον σχεδιασμό και τον
συντονισμό της
κυβερνητικής πολιτικής.
Σύμφωνα με την έκθεση,
το σχετικό ορόσημο δεν
κάλυπτε την
παρακολούθηση της
δευτερογενούς
νομοθεσίας, αφήνοντας
εκτός ένα σημαντικό
στοιχείο της εφαρμογής
των κυβερνητικών
αποφάσεων.
Η αξιολόγηση, ωστόσο,
δεν είναι αρνητική για
το σύνολο των ελληνικών
παρεμβάσεων. Το ΕΕΣ
καταγράφει σημαντικά
αποτελέσματα σε έργα
όπως η ψηφιοποίηση
αρχείων και η βελτίωση
των διαδικασιών
επιστροφής ΦΠΑ.
Αντίθετα, οι
μεταρρυθμίσεις για το
δίκτυο κρατικών
ενισχύσεων και τον
σχεδιασμό της
κυβερνητικής πολιτικής
εμφανίζουν πιο
περιορισμένα
αποτελέσματα μέχρι
στιγμής.
Μόλις το 36% των μέτρων
εμφάνισε σημαντική
πρόοδο
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής
Ένωσης, για
μεταρρυθμίσεις και
επενδύσεις που
σχετίζονται με τη
δημόσια διοίκηση
προβλέφθηκαν συνολικά
49,1 δισ. ευρώ. Το ποσό
αντιστοιχεί στο 8,5% της
συνολικής χρηματοδότησης
του Μηχανισμού Ανάκαμψης
και Ανθεκτικότητας, η
οποία ανέρχεται σε 577
δισ. ευρώ.
Ο έλεγχος του ΕΕΣ
βασίστηκε σε δείγμα 235
μεταρρυθμίσεων και
επενδύσεων από 15 κράτη
μέλη, ενώ επιλεγμένες
παρεμβάσεις σε τέσσερις
χώρες εξετάστηκαν σε
μεγαλύτερο βάθος.
Από τα 14 ολοκληρωμένα
μέτρα που αξιολογήθηκαν
ως προς τα αποτελέσματά
τους, μόνο πέντε, δηλαδή
το 36%, παρουσίασαν
σημαντική πρόοδο. Σε
οκτώ περιπτώσεις, που
αντιστοιχούν στο 57%, τα
αποτελέσματα κρίθηκαν
περιορισμένα, ενώ για
ένα μέτρο δεν υπήρχαν
επαρκή στοιχεία ώστε να
τεκμηριωθεί η επίτευξη
των επιδιωκόμενων
αποτελεσμάτων.
Επιπλέον, κατάλληλους
δείκτες για την
αξιολόγηση των
αποτελεσμάτων διέθετε
μόλις το 43% των 16
μέτρων που εξετάστηκαν
επιτόπου.
Η έλλειψη αξιόπιστων
δεικτών δυσχεραίνει την
αποτίμηση της
πραγματικής επίδρασης
των μεταρρυθμίσεων.
Χωρίς μετρήσιμα
στοιχεία, είναι δύσκολο
να διαπιστωθεί εάν οι
παρεμβάσεις οδήγησαν σε
ταχύτερες διοικητικές
διαδικασίες, χαμηλότερο
κόστος, καλύτερη
εξυπηρέτηση των πολιτών
ή αποτελεσματικότερη
διακυβέρνηση.
Η ψηφιοποίηση κέρδισε
έδαφος έναντι των
διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων
Κεντρικό συμπέρασμα της
έκθεσης είναι ότι τα
κράτη μέλη προτίμησαν
παρεμβάσεις που
μπορούσαν να υλοποιηθούν
σχετικά γρήγορα, εντός
των αυστηρών χρονικών
ορίων του Ταμείου
Ανάκαμψης.
Οι δράσεις ψηφιοποίησης
και ηλεκτρονικής
διακυβέρνησης
αντιστοιχούσαν στο 53%
των μέτρων του δείγματος
που εξετάστηκε και στο
71% του συνολικού
εκτιμώμενου κόστους
τους. Αντίθετα, οι πιο
σύνθετες μεταρρυθμίσεις,
οι οποίες προϋποθέτουν
μακροχρόνιες θεσμικές
αλλαγές και βαθύτερες
παρεμβάσεις στον τρόπο
λειτουργίας του κράτους,
έλαβαν μικρότερη
προσοχή.
Ενδεικτικό είναι ότι
μόλις το 14% των
επιμέρους συστάσεων που
αφορούσαν τη
διακυβέρνηση καλύφθηκε
σε μεγάλο βαθμό από τα
εθνικά σχέδια ανάκαμψης.
Η εικόνα παραμένει
απογοητευτική και σε
σχέση με τις συστάσεις
του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου
για το 2019 και το 2020.
Από αυτές, το 35%
καλύφθηκε σε μεγάλο
βαθμό, το 58% μόνο
οριακά και το 7%
καθόλου. Καμία σύσταση
δεν καλύφθηκε πλήρως.
Τα ευρήματα αυτά
συνάδουν με
προηγούμενους ελέγχους
του ΕΕΣ για τις
μεταρρυθμίσεις στην
αγορά εργασίας και στο
επιχειρηματικό
περιβάλλον. Και σε
αυτούς τους τομείς, η
συμβολή του Ταμείου
Ανάκαμψης στην
αντιμετώπιση των
προκλήσεων που είχαν
επισημανθεί στις ειδικές
ανά χώρα συστάσεις
αξιολογήθηκε ως μερική.
Ερωτήματα για τη
βιωσιμότητα των
αποτελεσμάτων μετά το
2026
Προβληματισμό προκαλεί
και η διάρκεια των
αποτελεσμάτων μετά την
ολοκλήρωση του
Μηχανισμού Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας το 2026.
Το ΕΕΣ επισημαίνει ότι
ακόμη και παρεμβάσεις
που έχουν ήδη αποδώσει
σημαντικά αποτελέσματα
ενδέχεται να
αντιμετωπίσουν
προβλήματα βιωσιμότητας
στη συνέχεια.
Σε ορισμένες
περιπτώσεις, το
περιορισμένο εύρος των
παρεμβάσεων δεν επαρκεί
για να αντιμετωπιστούν
πλήρως τα προβλήματα για
τα οποία σχεδιάστηκαν.
Παράλληλα, οι
μακροπρόθεσμες
επιπτώσεις αρκετών
μεταρρυθμίσεων δεν είναι
ακόμη δυνατό να
αξιολογηθούν με
ασφάλεια.
Αδυναμίες καταγράφονται
και στον συντονισμό του
Ταμείου Ανάκαμψης με το
Μέσο Τεχνικής
Υποστήριξης της ΕΕ, το
οποίο έχει ως αποστολή
να συνδράμει τα κράτη
μέλη στον σχεδιασμό και
στην εφαρμογή
μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με τους
ελεγκτές, η συμβολή του
συγκεκριμένου εργαλείου
στις μεταρρυθμίσεις της
δημόσιας διοίκησης ήταν
περιορισμένη. Τα έργα
τεχνικής υποστήριξης
είχαν συχνά γενικό
χαρακτήρα, ενώ τα
χρονοδιαγράμματα των δύο
μηχανισμών δεν ήταν
επαρκώς ευθυγραμμισμένα.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή δεν έδωσε
προτεραιότητα σε έργα
τεχνικής υποστήριξης που
συνδέονταν με
μεταρρυθμίσεις των
εθνικών σχεδίων οι
οποίες παρουσίαζαν
καθυστερήσεις. Έτσι, δεν
αξιοποιήθηκε πλήρως η
δυνατότητα να
αντιμετωπιστούν εγκαίρως
προβλήματα εφαρμογής και
να περιοριστεί ο
κίνδυνος περαιτέρω
καθυστερήσεων.
Προειδοποίηση για τον
επόμενο ευρωπαϊκό
προϋπολογισμό 2028-2034
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό
Συνέδριο προειδοποιεί
ότι οι αδυναμίες στη
μέτρηση και αξιολόγηση
των αποτελεσμάτων
ενδέχεται να διατηρηθούν
και στην επόμενη
χρηματοδοτική περίοδο
της ΕΕ, από το 2028 έως
το 2034.
Στο προτεινόμενο νέο
πλαίσιο παρακολούθησης
των επιδόσεων, 17 από
τους 24 τομείς
παρέμβασης που αφορούν
την αποτελεσματική
δημόσια διοίκηση,
ποσοστό 71%, δεν
διαθέτουν δείκτες
αποτελέσματος.
Οι προβλεπόμενοι δείκτες
εξακολουθούν να
εστιάζουν σε μεγάλο
βαθμό στην ολοκλήρωση
διοικητικών ενεργειών,
όπως η ψήφιση νόμων, η
υιοθέτηση στρατηγικών ή
η δημιουργία νέων
υπηρεσιών. Ωστόσο, η
ολοκλήρωση αυτών των
ενεργειών δεν
αποδεικνύει από μόνη της
ότι βελτιώθηκε η
αποτελεσματικότητα της
δημόσιας διοίκησης ή ότι
αντιμετωπίστηκαν οι
αρχικές αδυναμίες.
Για τον λόγο αυτό, το
ΕΕΣ ζητεί σαφέστερα
κριτήρια που θα συνδέουν
τη χρηματοδότηση με τις
διαρθρωτικές προκλήσεις
κάθε κράτους μέλους,
καλύτερη αξιολόγηση των
κινδύνων εφαρμογής και
ισχυρότερους μηχανισμούς
μέτρησης των πραγματικών
αποτελεσμάτων.
Το βασικό μήνυμα της
έκθεσης είναι ότι η
ολοκλήρωση μιας
μεταρρύθμισης ή μιας
επένδυσης δεν αρκεί για
να αποδειχθεί πως
επιτεύχθηκε ο στόχος
της. Η ουσιαστική
αξιολόγηση προϋποθέτει
μετρήσιμη βελτίωση στη
λειτουργία του κράτους
και στην ποιότητα των
υπηρεσιών προς πολίτες
και επιχειρήσεις.
Πρόκειται για μια
κρίσιμη διάκριση, καθώς
το Ταμείο Ανάκαμψης
πλησιάζει στην
ολοκλήρωσή του και η
Ευρωπαϊκή Ένωση
σχεδιάζει το επόμενο
χρηματοδοτικό της
πλαίσιο.
|