|
Η Κομισιόν τονίζει ότι
τα αποτελεσματικά
συστήματα δικαιοσύνης
διασφαλίζουν πως «τα
φυσικά πρόσωπα και οι
επιχειρήσεις μπορούν να
απολαμβάνουν πλήρως τα
δικαιώματά τους»,
ενισχύοντας την
εμπιστοσύνη και
συμβάλλοντας στη
δημιουργία ενός φιλικού
περιβάλλοντος για
επενδύσεις στην Ενιαία
Αγορά.
Η
Ελλάδα στην τελευταία
θέση για την προστασία
επενδύσεων
Σύμφωνα με φετινή έρευνα
του Ευρωβαρόμετρου, η
Ελλάδα κατατάσσεται
τελευταία μεταξύ των
χωρών της ΕΕ ως προς την
αντίληψη των
επιχειρήσεων για την
προστασία των επενδύσεών
τους από τη νομοθεσία
και τη δικαιοσύνη.
Πάνω από το 70% των
επιχειρήσεων δηλώνουν
ότι δεν θεωρούν (πολύ ή
αρκετά) επαρκή την
προστασία των επενδύσεών
τους, όταν σε ορισμένα
κράτη-μέλη το αντίστοιχο
ποσοστό δεν ξεπερνά το
20%–30%.
Οι
βασικές αιτίες
δυσπιστίας
Οι βασικοί λόγοι που οι
επιχειρήσεις στην Ελλάδα
εκφράζουν δυσπιστία
είναι:
Οι συχνές αλλαγές στη
νομοθεσία και η ανησυχία
για την ποιότητα της
νομοθετικής διαδικασίας
Η δυσκολία διεκδίκησης
δικαιωμάτων μέσω της
δικαιοσύνης, λόγω
ζητημάτων
αποτελεσματικότητας,
ποιότητας ή ανεξαρτησίας
Η αίσθηση απρόβλεπτης
και αδιαφανούς
διοικητικής λειτουργίας,
καθώς και δυσκολίες στην
προσφυγή κατά
διοικητικών αποφάσεων
Η περιορισμένη
δυνατότητα εξασφάλισης
δίκαιης αποζημίωσης και
προστασίας περιουσίας σε
περίπτωση ζημίας
Χαμηλή αξιολόγηση της
ανεξαρτησίας της
Δικαιοσύνης
Η ανεξαρτησία της
δικαιοσύνης αξιολογείται
επίσης χαμηλά στην
Ελλάδα, η οποία
κατατάσσεται στην τρίτη
θέση από το τέλος στην
ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία
και την Κροατία.
Περισσότερο από το 50%
των επιχειρήσεων τη
χαρακτηρίζουν «πολύ
κακή» ή «κακή», ενώ το
ποσοστό όσων τη θεωρούν
«πολύ καλή» παραμένει
ιδιαίτερα χαμηλό.
Οι
αιτίες για την εικόνα
ανεξαρτησίας
Σύμφωνα με το
Ευρωβαρόμετρο, οι
κυριότεροι λόγοι για την
αίσθηση έλλειψης
ανεξαρτησίας είναι:
Πιθανές παρεμβάσεις ή
πιέσεις από την
κυβέρνηση, πολιτικούς ή
οικονομικά συμφέροντα
Η αίσθηση ότι το θεσμικό
πλαίσιο και το
status
των δικαστών δεν
διασφαλίζουν επαρκώς την
ανεξαρτησία τους
Παράλληλα, σε έρευνα του
Ευρωπαϊκού Δικτύου
Δικαστικών Συμβουλίων,
μόνο περίπου οι μισοί
Έλληνες δικαστές
δηλώνουν ότι η κατανομή
υποθέσεων γίνεται με
βάση καθιερωμένους
κανόνες, ποσοστό από τα
χαμηλότερα στην ΕΕ.




|