|
Αντίστοιχα, το 2011 η
οικονομία της Ευρωζώνης
ήταν σαφώς πιο αδύναμη,
ο πληθωρισμός
χαμηλότερος και η κρίση
χρέους ήδη σε εξέλιξη.
Σήμερα, ωστόσο:
ο δομικός πληθωρισμός
παραμένει πάνω από το
2%,
η ανεργία βρίσκεται
κοντά σε ιστορικά
χαμηλά,
η οικονομία συνεχίζει να
αναπτύσσεται, έστω και
με ασθενέστερους
ρυθμούς,
ενώ δεν υπάρχουν
ενδείξεις
χρηματοπιστωτικής κρίσης
αντίστοιχης με εκείνες
των προηγούμενων
δεκαετιών.
Το ενεργειακό σοκ και τα
μαθήματα του 2022
Η Capital Economics
εκτιμά ότι αρκετοί
κεντρικοί τραπεζίτες
επιθυμούν να κινηθούν
πιο έγκαιρα απέναντι στο
νέο ενεργειακό σοκ,
έχοντας ως σημείο
αναφοράς την
καθυστερημένη αντίδραση
της ΕΚΤ στην
πληθωριστική έκρηξη του
2021-2022.
Παρότι η νομισματική
πολιτική δεν μπορεί να
μειώσει άμεσα τις τιμές
της ενέργειας, οι
αυξήσεις επιτοκίων
θεωρείται ότι μπορούν να
λειτουργήσουν
προληπτικά, αποτρέποντας
την παγίωση υψηλότερων
πληθωριστικών προσδοκιών
σε επιχειρήσεις και
καταναλωτές.
Οι αναλυτές σημειώνουν
ότι:
οι πληθωριστικές
προσδοκίες έχουν αρχίσει
να αυξάνονται,
οι δείκτες οικονομικής
δραστηριότητας
επιβραδύνονται,
ενώ η αγορά εργασίας
παρουσιάζει τα πρώτα
σημάδια κόπωσης.
Η στρατηγική «για καλό
και για κακό»
Κατά την εκτίμηση της
Capital Economics, μια
περιορισμένη αύξηση
επιτοκίων δεν αναμένεται
να οδηγήσει την Ευρωζώνη
σε ύφεση, αλλά θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως μήνυμα
αποφασιστικότητας
απέναντι στον
πληθωρισμό.
Το βασικό σενάριο του
οίκου προβλέπει:
αύξηση επιτοκίων κατά 25
μονάδες βάσης τον
Ιούνιο,
ακόμη μία αύξηση τον
Ιούλιο,
με το επιτόκιο
καταθέσεων της ΕΚΤ να
διαμορφώνεται στο 2,5%.
Στη συνέχεια, ανάλογα με
την πορεία των τιμών
ενέργειας και της
οικονομίας, η ΕΚΤ θα
μπορούσε:
είτε να μειώσει εκ νέου
τα επιτόκια προς το 2%
το 2027,
είτε να διατηρήσει πιο
αυστηρή πολιτική για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα, εάν οι
πληθωριστικές πιέσεις
αποδειχθούν πιο
επίμονες.
Το μεγάλο δίλημμα της
Φρανκφούρτης
Η ΕΚΤ βρίσκεται πλέον
αντιμέτωπη με ένα
δύσκολο δίλημμα: να
περιορίσει εγκαίρως τον
πληθωρισμό που προκαλεί
το νέο ενεργειακό σοκ ή
να αποφύγει μια
υπερβολική σύσφιγξη που
θα μπορούσε να
επιβαρύνει περαιτέρω μια
ήδη επιβραδυνόμενη
οικονομία.
Η εξέλιξη της κρίσης στη
Μέση Ανατολή και κυρίως
η διάρκεια των
προβλημάτων στη
ναυσιπλοΐα μέσω των
Στενών του Ορμούζ
αναμένεται να
αποτελέσουν καθοριστικό
παράγοντα για τις
επόμενες αποφάσεις της
κεντρικής τράπεζας.
|