|
Το παράδοξο της
ευρωπαϊκής ρευστότητας
Τα πλεονάζοντα τραπεζικά
αποθεματικά στην
Ευρωζώνη έχουν
υποχωρήσει προς τα
2 τρισ. ευρώ,
από επίπεδα άνω των
4,5 τρισ. ευρώ
πριν από περίπου τέσσερα
χρόνια. Η
σταδιακή απόσυρση της
ρευστότητας που είχε
διοχετευθεί στο
τραπεζικό σύστημα μέσω
των μέτρων στήριξης της
προηγούμενης περιόδου
μεταβάλλει τις συνθήκες
χρηματοδότησης και
ενισχύει τη σημασία των
διαθέσιμων μηχανισμών
αναχρηματοδότησης.
Η εξέλιξη έχει ήδη
αποτυπωθεί στην αγορά
repos,
όπου τα επιτόκια έχουν
κινηθεί στα υψηλότερα
επίπεδα από τον Μάρτιο
του 2025, σύμφωνα με τα
στοιχεία που παραθέτει
το δημοσίευμα.
Η RBC
Capital
Markets
προειδοποιεί ότι οι
πιέσεις θα μπορούσαν να
ενταθούν περαιτέρω,
καθώς οι κυβερνήσεις
προχωρούν σε μεγάλες
εκδόσεις ομολόγων για να
καλύψουν τις
χρηματοδοτικές τους
ανάγκες. Ιδιαίτερη
αναφορά γίνεται στη
Γαλλία, η οποία
σχεδιάζει να αντλήσει το
2027 ποσά-ρεκόρ από τις
αγορές.
Η αυξημένη προσφορά
κρατικών τίτλων μπορεί
να επηρεάσει τη
διαθεσιμότητα
εξασφαλίσεων και το
κόστος χρηματοδότησης
στην αγορά repos.
Παράλληλα, οι
δημοσιονομικές και
πολιτικές αβεβαιότητες
στη Γαλλία δημιουργούν
πρόσθετες εστίες
ανησυχίας για την
ευρύτερη αγορά ομολόγων.
Η RBC
χαρακτήρισε την απότομη
κίνηση που καταγράφηκε
στις ευρωπαϊκές αγορές
repos
στα τέλη του
προηγούμενου μήνα ως
δυσοίωνο μήνυμα για την
πορεία της ρευστότητας.
Από την πλευρά του, ο
Andrea
Apentuo
της Citigroup
σημείωσε ότι η ζήτηση
για χρηματοδότηση μέσω
των MRO
δεν επαρκεί μέχρι
στιγμής για να
αντισταθμίσει τη μείωση
των πλεοναζόντων
αποθεματικών.
Το «στίγμα» που κρατά
τις τράπεζες μακριά από
την ΕΚΤ
Το βασικό εμπόδιο για
την ευρύτερη χρήση των
MRO
είναι ότι οι τράπεζες
θεωρούν πως η προσφυγή
τους στον μηχανισμό
μπορεί να προκαλέσει
υποψίες στις αγορές.
Η ΕΚΤ δεν δημοσιοποιεί
την ταυτότητα κάθε
τράπεζας που δανείζεται.
Παρέχει, όμως, στοιχεία
για τον δανεισμό από το
Ευρωσύστημα σε επίπεδο
χώρας. Μια ξαφνική
αύξηση των σχετικών
ποσών σε ένα κράτος θα
μπορούσε να οδηγήσει
επενδυτές και τραπεζικά
στελέχη στην αναζήτηση
του ιδρύματος που
βρίσκεται πίσω από
αυτήν.
Ο Rohan
Khanna,
επικεφαλής στρατηγικής
ευρωπαϊκών επιτοκίων
στην Barclays,
περιέγραψε στο
Bloomberg
το πρόβλημα ως μια
διαδικασία που μπορεί να
πυροδοτήσει φήμες και να
επιδεινώσει την
κατάσταση για την
τράπεζα που θεωρείται
ότι αντιμετωπίζει
πιέσεις.
Έτσι, ακόμη και αν
υπάρχει διαθέσιμη
χρηματοδότηση από την
κεντρική τράπεζα, τα
πιστωτικά ιδρύματα
μπορεί να προτιμήσουν να
πληρώσουν υψηλότερο
επιτόκιο στην ιδιωτική
αγορά, προκειμένου να
αποφύγουν τη δημόσια
συζήτηση για την
οικονομική τους
κατάσταση.
Αυτό δημιουργεί έναν
δυνητικά επικίνδυνο
μηχανισμό: όσο λιγότερο
χρησιμοποιούν οι
τράπεζες τις πράξεις
αναχρηματοδότησης σε
κανονικές συνθήκες, τόσο
δυσκολότερο γίνεται να
τις αξιοποιήσουν σε
περίοδο κρίσης χωρίς να
προκαλέσουν ανησυχίες.
Το βρετανικό μοντέλο και
τα 132 δισ. στερλίνες
Οι αναλυτές στρέφουν το
βλέμμα στο Ηνωμένο
Βασίλειο, όπου η Τράπεζα
της Αγγλίας έχει
καταφέρει να
διαδραματίζει
σημαντικότερο ρόλο στη
βραχυπρόθεσμη
χρηματοδότηση των
τραπεζών μέσω
repos.
Σύμφωνα με το
δημοσίευμα, οι
βρετανικές τράπεζες
άντλησαν σχεδόν
132 δισ. στερλίνες
από τον αντίστοιχο
μηχανισμό μέσα σε μία
εβδομάδα, ποσό
πολλαπλάσιο των περίπου
18 δισ. ευρώ
που δανείστηκαν οι
τράπεζες της Ευρωζώνης
μέσω του εβδομαδιαίου
προγράμματος
αναχρηματοδότησης.
Η διαφορά υπογραμμίζει
ότι τα δύο συστήματα δεν
αξιοποιούν στον ίδιο
βαθμό τα διαθέσιμα
εργαλεία βραχυπρόθεσμης
χρηματοδότησης.
Ο Eddie
Gerba,
ερευνητής στο
London
School
of
Economics,
εκτιμά ότι η Ευρωζώνη
μπορεί να αντλήσει
διδάγματα από το
βρετανικό μοντέλο,
ενισχύοντας τον ρόλο της
αγοράς repos
και διευκολύνοντας τη
χρήση της για τη
χρηματοδότηση του
τραπεζικού τομέα.
Στο ίδιο πλαίσιο,
αναλυτές προτείνουν η
ΕΚΤ να καταστήσει τις
πράξεις
αναχρηματοδότησης πιο
ανταγωνιστικές ως προς
το κόστος, ώστε να
περιοριστεί το κίνητρο
των τραπεζών να
αποφεύγουν τη χρήση
τους.
Το δίλημμα της ΕΚΤ:
Χαμηλότερο κόστος ή
μεγαλύτερη χρήση;
Η ΕΚΤ επιδιώκει να
ενθαρρύνει τις τράπεζες
να χρησιμοποιούν
συστηματικότερα τις
τακτικές πράξεις
αναχρηματοδότησης, ώστε
να εξοικειωθούν με τον
μηχανισμό πριν προκύψει
μια περίοδος έντονης
πίεσης.
Ωστόσο, για να
επιτευχθεί αυτό, δεν
αρκεί η επικοινωνιακή
ενθάρρυνση. Τραπεζικά
στελέχη και αναλυτές
υποστηρίζουν ότι θα
πρέπει να επανεξεταστούν
οι όροι πρόσβασης και
κυρίως το κόστος
χρηματοδότησης.
Ο Christoph
Rieger,
επικεφαλής έρευνας
επιτοκίων και πιστωτικών
αγορών στην
Commerzbank,
σημειώνει ότι η ΕΚΤ θα
ήθελε να δει μεγαλύτερη
συμμετοχή στις
βραχυπρόθεσμες πράξεις
της. Μία από τις
προτάσεις που έχουν
διατυπωθεί είναι τα
επιτόκια των
συγκεκριμένων πράξεων να
προσεγγίσουν περισσότερο
εκείνα της αγοράς.
Η Pooja
Kumra
της TD
Securities
εκτιμά, επίσης, ότι η
πρόσφατη μεταβλητότητα
καθιστά αναγκαία μια
επανεξέταση του
μηχανισμού. Σε περίπτωση
ευρύτερης σύσφιγξης των
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών, η ΕΚΤ θα
μπορούσε να διευκολύνει
την πρόσβαση των
τραπεζών στη
χρηματοδότηση,
μειώνοντας το σχετικό
κόστος.
Μια πιο σύνθετη πρόταση
προβλέπει τη δημιουργία
ενός σχήματος στο οποίο
πολλές ή όλες οι
τράπεζες θα
χρησιμοποιούν ταυτόχρονα
τη διευκόλυνση. Με αυτόν
τον τρόπο θα ήταν
δυσκολότερο για τις
αγορές να συνδέσουν την
αυξημένη χρήση της με
ένα συγκεκριμένο
πιστωτικό ίδρυμα,
περιορίζοντας τον
κίνδυνο στοχοποίησής
του.
Το TPI
και τα όρια της
παρέμβασης
Οι πράξεις
αναχρηματοδότησης δεν
αποτελούν το μοναδικό
εργαλείο της ΕΚΤ για την
αντιμετώπιση ενδεχόμενων
αναταράξεων. Η κεντρική
τράπεζα διαθέτει επίσης
το Μέσο Προστασίας της
Μετάδοσης (Transmission
Protection
Instrument
– TPI),
το οποίο δημιουργήθηκε
το 2022 για την
αντιμετώπιση
αδικαιολόγητων και
άτακτων κινήσεων στις
αγορές κρατικών ομολόγων
που θα μπορούσαν να
υπονομεύσουν τη μετάδοση
της νομισματικής
πολιτικής.
Το
TPI, ωστόσο, δεν έχει
ενεργοποιηθεί μέχρι
σήμερα και διαφέρει
ουσιαστικά από τις
πράξεις MRO: το πρώτο
αφορά τη δυνατότητα
αγορών τίτλων υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, ενώ οι
δεύτερες παρέχουν
χρηματοδότηση στις
τράπεζες έναντι
εξασφαλίσεων.
Ο
Γάλλος υπουργός
Οικονομικών έχει δηλώσει
ότι η χώρα απέχει πολύ
από το σημείο στο οποίο
θα απαιτούνταν παρέμβαση
της ΕΚΤ. Η δήλωση αυτή
αντανακλά τη θέση της
γαλλικής πλευράς, χωρίς
να αναιρεί το γεγονός
ότι οι πιέσεις στην
αγορά ομολόγων και η
αύξηση των
χρηματοδοτικών αναγκών
παραμένουν αντικείμενο
στενής παρακολούθησης.
Η
επόμενη μέρα για την
ευρωπαϊκή ρευστότητα
Το
ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη
σημασία ενόψει της
ολοκλήρωσης της θητείας
της Christine Lagarde το
επόμενο έτος. Ο Renaud
de Bock της UBS εκτιμά
ότι ο διάδοχός της θα
χρειαστεί να δώσει
μεγαλύτερη έμφαση στην
επικοινωνία με τις
αγορές και στην
αποτελεσματική
λειτουργία των
μηχανισμών
χρηματοδότησης.
Για
την ΕΚΤ, η πρόκληση
είναι διπλή: να
διασφαλίσει ότι οι
τράπεζες διαθέτουν
πρόσβαση σε επαρκή
ρευστότητα και,
ταυτόχρονα, να αποτρέψει
το ενδεχόμενο η χρήση
των εργαλείων της να
εκλαμβάνεται ως ένδειξη
αδυναμίας.
Όπως επισημαίνει ο Ivan
Sanzjorzi, αναπληρωτής
καθηγητής
Χρηματοοικονομικής στο
ICMA Centre του Henley
Business School, η
εξομάλυνση της
κατάστασης απαιτεί όχι
μόνο αλλαγές στην
επικοινωνία και στην
τιμολόγηση, αλλά και
επαναλαμβανόμενη χρήση
του μηχανισμού από ένα
ευρύ φάσμα τραπεζών.
Το
κρίσιμο ερώτημα είναι
εάν η ΕΚΤ θα καταφέρει
να καταστήσει τις
πράξεις
αναχρηματοδότησης ένα
συνηθισμένο εργαλείο
διαχείρισης ρευστότητας
και όχι μια λύση που
ενεργοποιείται μόνο όταν
εμφανίζονται προβλήματα.
Σε
ένα περιβάλλον όπου τα
πλεονάζοντα αποθεματικά
μειώνονται, οι εκδόσεις
κρατικών ομολόγων
αυξάνονται και το κόστος
χρηματοδότησης γίνεται
πιο ευαίσθητο στις
συνθήκες της αγοράς, η
απάντηση θα έχει άμεση
σημασία για την
ανθεκτικότητα του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
συστήματος.
|