|
Παρά τις αλλαγές, το
ελάχιστο τεκμαρτό
εισόδημα δεν
καταργείται. Ως βασικό
σημείο αναφοράς
εξακολουθεί να παραμένει
ο κατώτατος μισθός, ενώ
διατηρείται και ο
μηχανισμός των
«τριετιών», ο οποίος
συνδέει το ελάχιστο
εισόδημα με τα χρόνια
άσκησης επαγγελματικής
δραστηριότητας.
Νέα παρέμβαση
προβλέπεται και για την
προκαταβολή φόρου. Από
το φορολογικό έτος 2027
το ποσοστό για τις
ατομικές επιχειρήσεις
περιορίζεται από 55% σε
50%, γεγονός που θα
μειώσει το ποσό που
καταβάλλεται
προκαταβολικά για την
επόμενη χρήση.
Παράλληλα, διευρύνεται
το μέτρο της κατά 50%
μείωσης του ελάχιστου
τεκμαρτού εισοδήματος
για τους επαγγελματίες
που δραστηριοποιούνται
σε μικρούς οικισμούς. Το
σχετικό πληθυσμιακό όριο
αυξάνεται από τους 1.500
στους 2.000 κατοίκους,
με αποτέλεσμα
περισσότεροι
επαγγελματίες της
περιφέρειας να μπορούν
να ενταχθούν στη
ρύθμιση.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει
και για τους ιδιοκτήτες
ταξί. Το τεκμήριο θα
υπολογίζεται πλέον με
βάση το ποσοστό
ιδιοκτησίας του
οχήματος, ενώ δεν θα
εφαρμόζεται σε ανήλικα
παιδιά έως 18 ετών που
έχουν στην κατοχή τους
άδεια ταξί λόγω
κληρονομικής διαδοχής.
Γιατί αλλάζει το σύστημα
των τεκμηρίων
Το ελάχιστο τεκμαρτό
εισόδημα εφαρμόστηκε ως
βασικό εργαλείο για την
αντιμετώπιση της
φοροδιαφυγής και τη
μείωση της μεγάλης
απόκλισης που υπήρχε
ανάμεσα στα δηλωθέντα
εισοδήματα μισθωτών και
αυτοαπασχολούμενων.
Η κυβέρνηση είχε
επισημάνει ότι σημαντικό
ποσοστό ελεύθερων
επαγγελματιών εμφάνιζε
στις φορολογικές
δηλώσεις εξαιρετικά
χαμηλά εισοδήματα.
Ενδεικτικά, πριν από την
εφαρμογή του νέου
συστήματος, το 54% των
αμιγώς ελεύθερων
επαγγελματιών δήλωνε
μηδενικό εισόδημα, ενώ
το 85% εμφάνιζε εισόδημα
κάτω από 10.000 ευρώ.
Η εφαρμογή του τεκμαρτού
προσδιορισμού δεν άλλαξε
ουσιαστικά αυτή την
εικόνα. Στις φορολογικές
δηλώσεις του 2025,
περίπου ένας στους δύο
επαγγελματίες που
υπάγονταν στο σύστημα
δήλωσε μέσο ετήσιο
εισόδημα μόλις 3.665
ευρώ, ποσό που
αντιστοιχεί σε περίπου
305 ευρώ τον μήνα.
Οι νέες ρυθμίσεις
επιχειρούν, επομένως, να
διατηρήσουν τον βασικό
μηχανισμό κατά της
φοροδιαφυγής,
περιορίζοντας ταυτόχρονα
ορισμένες από τις
πρόσθετες επιβαρύνσεις
που μπορούσαν να
προκύψουν.
Καταργείται η προσαύξηση
λόγω μισθοδοσίας
Μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
αφορά τις επιχειρήσεις
που απασχολούν
προσωπικό.
Με το προηγούμενο
καθεστώς, το ελάχιστο
τεκμαρτό εισόδημα
μπορούσε να αυξηθεί κατά
10% λόγω του ετήσιου
κόστους μισθοδοσίας.
Έτσι, μια ατομική
επιχείρηση που
προσλάμβανε εργαζομένους
μπορούσε να βρεθεί
αντιμέτωπη με υψηλότερο
τεκμαρτό εισόδημα, ακόμη
και αν τα πραγματικά της
κέρδη δεν είχαν
μεταβληθεί.
Η συγκεκριμένη
προσαύξηση καταργείται
από το φορολογικό έτος
2026, γεγονός που
αναμένεται να
λειτουργήσει ιδιαίτερα
θετικά για τις μικρές
επιχειρήσεις με
προσωπικό.
Τέλος και η προσαύξηση
λόγω υψηλότερου τζίρου
Καταργείται επίσης η
προσαύξηση 5% που
εφαρμοζόταν στο μέρος
του κύκλου εργασιών μιας
επιχείρησης το οποίο
υπερέβαινε τον μέσο όρο
του αντίστοιχου ΚΑΔ.
Με αυτόν τον τρόπο, η
επίδοση μιας επιχείρησης
σε σχέση με τον μέσο
τζίρο του κλάδου της δεν
θα οδηγεί πλέον από μόνη
της σε πρόσθετη αύξηση
του τεκμαρτού
εισοδήματος.
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη
σημασία για επιχειρήσεις
που εμφανίζουν υψηλότερο
κύκλο εργασιών από τον
μέσο όρο του κλάδου,
καθώς μέχρι σήμερα αυτό
μπορούσε να οδηγήσει σε
σημαντικά υψηλότερη
φορολογική βάση.
Παραμένει ο βασικός
πυρήνας του τεκμαρτού
Η κυβέρνηση δεν προχωρά
σε πλήρη κατάργηση του
συστήματος. Η σύνδεση
του ελάχιστου
εισοδήματος με τον
κατώτατο μισθό
παραμένει, όπως και οι
προσαυξήσεις που
συνδέονται με τα χρόνια
επαγγελματικής
δραστηριότητας.
Η λογική πίσω από τη
συγκεκριμένη επιλογή
είναι ότι ένας
αυτοαπασχολούμενος δεν
θα πρέπει να μπορεί να
δηλώνει ως ελάχιστο
φορολογητέο εισόδημα
ποσό χαμηλότερο από αυτό
που αντιστοιχεί στην
αμοιβή ενός εργαζομένου
με τον κατώτατο μισθό.
Συνεπώς, η νέα παρέμβαση
περιορίζει το εύρος του
τεκμαρτού μηχανισμού,
χωρίς να τον καταργεί.
Μικρότερο τεκμήριο για
περισσότερους
επαγγελματίες στην
περιφέρεια
Σημαντική είναι και η
διεύρυνση της έκπτωσης
50% στο ελάχιστο
τεκμαρτό εισόδημα για
όσους δραστηριοποιούνται
σε μικρούς οικισμούς.
Το όριο αυξάνεται στους
2.000 κατοίκους από
1.500, διευρύνοντας έτσι
τον αριθμό των
επαγγελματιών που
μπορούν να επωφεληθούν
από τη μειωμένη βάση
υπολογισμού.
Η παρέμβαση αφορά κυρίως
μικρές τοπικές
επιχειρήσεις και
επαγγελματίες της
περιφέρειας, για τους
οποίους η φορολογική
επιβάρυνση από το
τεκμαρτό εισόδημα μπορεί
να είναι δυσανάλογη σε
σχέση με την πραγματική
οικονομική
δραστηριότητα.
Μείωση της προκαταβολής
φόρου από το 2027
Από το φορολογικό έτος
2027 έρχεται και δεύτερη
σημαντική αλλαγή, αυτή
τη φορά στην προκαταβολή
φόρου των ατομικών
επιχειρήσεων.
Το ποσοστό μειώνεται από
55% σε 50%. Η αλλαγή δεν
μειώνει τον τελικό φόρο
εισοδήματος που αναλογεί
στον επαγγελματία, αλλά
περιορίζει το ποσό που
θα πρέπει να καταβληθεί
προκαταβολικά έναντι της
φορολογικής υποχρέωσης
της επόμενης χρονιάς.
Για παράδειγμα, σε φόρο
εισοδήματος 10.000 ευρώ,
η προκαταβολή από 5.500
ευρώ θα περιοριστεί στα
5.000 ευρώ,
δημιουργώντας άμεση
διαφορά 500 ευρώ στη
συγκεκριμένη φορολογική
επιβάρυνση.
Αντίστοιχα, για φόρο
20.000 ευρώ, η
προκαταβολή μειώνεται
από 11.000 σε 10.000
ευρώ, με το όφελος να
φτάνει τα 1.000 ευρώ.
Η συγκεκριμένη αλλαγή θα
αποτυπωθεί στις
φορολογικές δηλώσεις που
θα υποβληθούν το 2028.
Πόσο μειώνεται η
επιβάρυνση στις μικρές
επιχειρήσεις
Τα παραδείγματα που
έχουν παρουσιαστεί
δείχνουν ότι η κατάργηση
των δύο πρόσθετων
προσαυξήσεων μπορεί να
οδηγήσει σε αισθητή
μείωση του φόρου.
Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση μικρής
επιχείρησης εστίασης με
15 χρόνια λειτουργίας
και πέντε εργαζομένους.
Με ετήσιο κόστος
μισθοδοσίας 105.000
ευρώ, το ισχύον σύστημα
οδηγούσε σε τεκμαρτό
εισόδημα 27.244 ευρώ και
φόρο 4.783 ευρώ.
Με την κατάργηση των
σχετικών προσαυξήσεων,
το τεκμαρτό εισόδημα
περιορίζεται στα 16.744
ευρώ και ο φόρος στα
2.249 ευρώ. Προκύπτει
έτσι ετήσια διαφορά
2.534 ευρώ, δηλαδή
μείωση της συγκεκριμένης
φορολογικής επιβάρυνσης
κατά περίπου 53%.
Ανάλογη επίδραση υπάρχει
και σε ένα μικρό μίνι
μάρκετ με επτά χρόνια
λειτουργίας και έναν
εργαζόμενο. Με ετήσιο
μισθολογικό κόστος
18.000 ευρώ, το τεκμαρτό
εισόδημα μπορούσε να
αυξηθεί από τα 14.168
στα 20.500 ευρώ εξαιτίας
της προσαύξησης που
συνδεόταν με τη
μισθοδοσία.
Η κατάργηση της
συγκεκριμένης
προσαύξησης σημαίνει ότι
η πρόσθετη αυτή
επιβάρυνση παύει να
συνυπολογίζεται στον
προσδιορισμό του
ελάχιστου εισοδήματος.
Σε άλλη περίπτωση,
τεχνίτης με 12 χρόνια
επαγγελματικής
δραστηριότητας,
μισθολογικό κόστος
15.000 ευρώ και τζίρο
υψηλότερο από τον μέσο
όρο του ΚΑΔ, εμφάνιζε
τεκμαρτό εισόδημα 17.956
ευρώ και φόρο 2.491
ευρώ. Με την κατάργηση
των δύο πρόσθετων
προσαυξήσεων, η
φορολογική επιβάρυνση
μειώνεται κατά περίπου
500 ευρώ.
Ειδική ρύθμιση για τις
άδειες ταξί
Ξεχωριστή αντιμετώπιση
προβλέπεται για τις
περιπτώσεις ιδιοκτησίας
ταξί. Το τεκμήριο θα
συνδέεται πλέον
αναλογικά με το ποσοστό
ιδιοκτησίας του
οχήματος.
Παράλληλα,
προστατεύονται ανήλικα
τέκνα έως 18 ετών που
έχουν αποκτήσει άδεια
ταξί μέσω κληρονομικής
διαδοχής μετά τον θάνατο
γονέα, ώστε να μην
επιβαρύνονται με το
σχετικό τεκμήριο.
Συνολικά, οι νέες
ρυθμίσεις δεν ανατρέπουν
τον βασικό μηχανισμό του
ελάχιστου τεκμαρτού
εισοδήματος, αλλά
περιορίζουν σημαντικά
τις πρόσθετες
προσαυξήσεις που
μπορούσαν να ανεβάσουν
τη φορολογική βάση. Για
τους ελεύθερους
επαγγελματίες και τις
μικρές ατομικές
επιχειρήσεις, το
αποτέλεσμα μπορεί να
είναι αισθητή μείωση της
φορολογικής επιβάρυνσης,
ενώ η χαμηλότερη
προκαταβολή φόρου από το
2027 προσφέρει επιπλέον
ανάσα στη ρευστότητα.
|