|
Η μεταβολή αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία αν
ληφθεί υπόψη το σημείο
εκκίνησης. Το 2019 οι
επενδύσεις
αντιστοιχούσαν μόλις στο
11% του ΑΕΠ, έναντι
περίπου 23% στην
Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025
το ποσοστό είχε ήδη
αυξηθεί στο 16,9%,
καλύπτοντας περίπου το
μισό από το επενδυτικό
χάσμα που χώριζε την
Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο.
Με βάση τις εαρινές
προβλέψεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η
επενδυτική δαπάνη
αναμένεται να φτάσει
περίπου στο 18% του ΑΕΠ
έως το τέλος του 2026.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ως
καταλύτης
Η επιτάχυνση των
επενδύσεων δεν είναι
άσχετη με την πρωτοφανή
εισροή ευρωπαϊκών πόρων.
Η Ελλάδα και η Κροατία
συγκαταλέγονται στις
χώρες που έχουν λάβει τη
μεγαλύτερη χρηματοδότηση
από το Ταμείο Ανάκαμψης
σε σχέση με το μέγεθος
της οικονομίας τους. Για
την Ελλάδα, οι
διαθέσιμοι πόροι
αντιστοιχούν περίπου στο
16% του ΑΕΠ.
Η επίδραση, μάλιστα, δεν
περιορίζεται στις
δημόσιες επενδύσεις.
Μέσω των δανείων του
Ταμείου έχουν
κινητοποιηθεί σημαντικά
ιδιωτικά κεφάλαια,
χρηματοδοτώντας
επενδυτικά σχέδια σε
τομείς όπως η
ψηφιοποίηση, η πράσινη
μετάβαση, η ενέργεια, οι
υποδομές και ο
τεχνολογικός
εκσυγχρονισμός των
επιχειρήσεων.
Έτσι, η χρηματοδότηση
από την Ευρώπη
λειτούργησε ως
πολλαπλασιαστής,
ενισχύοντας την
επενδυτική δραστηριότητα
πέρα από τα ποσά που
διοχετεύθηκαν απευθείας
στην οικονομία.
Το κρίσιμο τεστ αρχίζει
τώρα
Η μεγάλη πρόκληση για
την ελληνική οικονομία
είναι, όμως, η περίοδος
μετά το Ταμείο
Ανάκαμψης.
Η ολοκλήρωση του
προγράμματος σημαίνει
ότι ένας από τους
σημαντικότερους
εξωτερικούς
χρηματοδοτικούς μοχλούς
που στήριξαν τις
επενδύσεις τα
προηγούμενα χρόνια
σταδιακά αποσύρεται.
Η Alpha
Bank
εκτιμά ότι η επίδραση
δεν θα εξαφανιστεί
απότομα. Η τελευταία
εκταμίευση αναμένεται
προς το τέλος του έτους,
όμως τα κεφάλαια που
έχουν ήδη δεσμευθεί θα
συνεχίσουν να
διοχετεύονται στην
οικονομία.
Παράλληλα, πολλά έργα
που έχουν εγκριθεί
βρίσκονται ακόμη σε φάση
υλοποίησης, γεγονός που
σημαίνει ότι η
πραγματική επενδυτική
επίδραση του Ταμείου θα
συνεχιστεί για κάποιο
διάστημα μετά την τυπική
ολοκλήρωσή του.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
τι θα συμβεί όταν αυτή η
επίδραση αρχίσει να
εξασθενεί.
Η Ελλάδα καλείται να
αποδείξει ότι η
επενδυτική έκρηξη των
τελευταίων ετών δεν
αποτελεί ένα προσωρινό
φαινόμενο που στηρίχθηκε
αποκλειστικά σε
ευρωπαϊκές επιδοτήσεις
και φθηνή χρηματοδότηση,
αλλά την απαρχή μιας πιο
μόνιμης αλλαγής στο
παραγωγικό μοντέλο της
χώρας.
Τα 23 δισ. ευρώ του νέου
αναπτυξιακού
προγράμματος
Ένας από τους βασικούς
μηχανισμούς που μπορούν
να λειτουργήσουν ως
«γέφυρα» προς την
επόμενη επενδυτική
περίοδο είναι το Εθνικό
Πρόγραμμα Ανάπτυξης
2026-2030, συνολικού
ύψους 23 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, παραμένουν
διαθέσιμοι οι πόροι του
ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ το
επόμενο Πολυετές
Δημοσιονομικό Πλαίσιο
της ΕΕ αναμένεται να
εξασφαλίσει για την
Ελλάδα περισσότερα από
49 δισ. ευρώ.
Στο χρηματοδοτικό
οπλοστάσιο προστίθενται
ακόμη το Κοινωνικό
Κλιματικό Ταμείο και το
Ταμείο Εκσυγχρονισμού,
τα οποία μπορούν να
στηρίξουν επενδύσεις
στην ενέργεια, την
πράσινη μετάβαση, τις
υποδομές και την
παραγωγική αναδιάρθρωση.
Το ζητούμενο, επομένως,
δεν είναι απλώς να
αντικατασταθούν τα
κεφάλαια του Ταμείου
Ανάκαμψης με νέες
ευρωπαϊκές
χρηματοδοτήσεις.
Το πραγματικό στοίχημα
είναι τα δημόσια και
ευρωπαϊκά κεφάλαια να
λειτουργήσουν ως μοχλός
προσέλκυσης ακόμη
μεγαλύτερων ιδιωτικών
επενδύσεων.
Από το επενδυτικό
έλλειμμα σε ένα νέο
παραγωγικό μοντέλο
Η Ελλάδα έχει ήδη
πραγματοποιήσει ένα
σημαντικό μέρος της
διαδρομής.
Από το μόλις 11% του ΑΕΠ
που αντιστοιχούσε στις
επενδύσεις το 2019, η
χώρα έφτασε στο 16,9% το
2025 και αναμένεται να
προσεγγίσει το 18% το
2026.
Η πρόοδος είναι
εντυπωσιακή, αλλά το
επενδυτικό χάσμα με την
Ευρώπη παραμένει.
Για να κλείσει οριστικά,
η χώρα θα χρειαστεί να
διατηρήσει υψηλές
επενδυτικές ροές ακόμη
και όταν η έκτακτη
στήριξη του Ταμείου
Ανάκαμψης θα έχει
ολοκληρωθεί. Αυτό
προϋποθέτει ένα
περιβάλλον που θα
ενθαρρύνει τις ιδιωτικές
επενδύσεις, θα
διευκολύνει τη
χρηματοδότηση των
επιχειρήσεων και θα
κατευθύνει κεφάλαια σε
παραγωγικούς τομείς
υψηλής προστιθέμενης
αξίας.
Το μεγάλο στοίχημα της
επόμενης περιόδου,
επομένως, δεν είναι
απλώς να διατηρηθεί ο
σημερινός ρυθμός
επενδύσεων. Είναι η
Ελλάδα να περάσει από
μια οικονομία που
καλύπτει σταδιακά το
επενδυτικό της έλλειμμα
σε μια οικονομία που
παράγει σταθερά υψηλές
επενδύσεις, ανεξάρτητα
από την έκτακτη
ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Η μετάβαση αυτή θα
κρίνει σε μεγάλο βαθμό
αν η επενδυτική άνοδος
της τελευταίας
τετραετίας θα αποτελέσει
μια προσωρινή παρένθεση
ή το θεμέλιο ενός νέου,
πιο παραγωγικού
αναπτυξιακού κύκλου.
|