| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Κυριακή, 11/10/2026

   

 

Η φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού φορολογικού συστήματος, διαφοροποιώντας τη χώρα από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2024 δείχνουν ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους υπόλοιπους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών αντιστοιχούσαν στο 15,1% του ελληνικού ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από εκείνο της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αποτυπώνοντας τη μεγαλύτερη βαρύτητα που έχουν οι έμμεσοι φόροι στα δημόσια έσοδα της Ελλάδας.

Η σύγκριση με τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς κατά την περίοδο 2019-2024 η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ υποχώρησε και στις τρεις περιπτώσεις, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε σταθερή. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στη συγκέντρωση φορολογικών εσόδων και θέτει εκ νέου το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας.

 

Η απόσταση από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες

Το 2019, οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 15,1% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 11,7% στη Γαλλία, 11,5% στην Ιταλία και 12,6% στην Πορτογαλία. Πέντε χρόνια αργότερα, η ελληνική επίδοση παρέμενε αμετάβλητη, ενώ στις υπόλοιπες χώρες καταγράφηκαν χαμηλότερα ποσοστά.

Χώρα

Φόροι κατανάλωσης ως % του ΑΕΠ το 2019

Φόροι κατανάλωσης ως % του ΑΕΠ το 2024

Μεταβολή

Ελλάδα

15,1%

15,1%

0,0 μονάδες

Γαλλία

11,7%

10,8%

-0,9 μονάδες

Ιταλία

11,5%

11,0%

-0,5 μονάδες

Πορτογαλία

12,6%

12,2%

-0,4 μονάδες

Η Ελλάδα διατηρεί, επομένως, σαφές προβάδισμα ως προς τη συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ. Σε σχέση με τη Γαλλία, η διαφορά φτάνει τις 4,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι της Ιταλίας ανέρχεται σε 4,1 μονάδες. Ακόμη και απέναντι στην Πορτογαλία, η οποία εμφανίζει υψηλότερη συμμετοχή έμμεσων φόρων από τη Γαλλία και την Ιταλία, η απόσταση διαμορφώνεται στις 2,9 μονάδες.

Γιατί η Ελλάδα στηρίζεται περισσότερο στους έμμεσους φόρους

Η αυξημένη βαρύτητα του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης συνδέεται με τη διαχρονική διάρθρωση του ελληνικού φορολογικού συστήματος, αλλά και με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κράτος στην πλήρη καταγραφή και φορολόγηση των εισοδημάτων.

Η φοροδιαφυγή, η υποδήλωση εισοδημάτων και η αδυναμία αποτελεσματικής αποτύπωσης της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένους κλάδους περιορίζουν την απόδοση της άμεσης φορολογίας. Αντίθετα, οι φόροι κατανάλωσης εισπράττονται μέσω των συναλλαγών και αποτελούν για το Δημόσιο μια ευρεία και σχετικά σταθερή πηγή εσόδων.

Η συγκεκριμένη επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημοσιονομική πολιτική, καθώς τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους μπορούν να στηρίξουν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τη φορολόγηση των εισοδημάτων. Ωστόσο, η υψηλή συμμετοχή τους συνοδεύεται και από ένα σημαντικό κοινωνικό μειονέκτημα.

Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους για βασικές καταναλωτικές ανάγκες. Ως αποτέλεσμα, οι έμμεσοι φόροι μπορούν να απορροφούν αναλογικά μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων τους, εντείνοντας τις πιέσεις στο κόστος διαβίωσης.

Γαλλία: Μικρότερη εξάρτηση από την κατανάλωση, υψηλό συνολικό φορολογικό βάρος

Η Γαλλία ακολουθεί διαφορετικό μοντέλο, καθώς η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ υποχώρησε από 11,7% το 2019 σε 10,8% το 2024. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ μειώθηκαν επίσης, από 7,2% του ΑΕΠ σε 7,1%.

Η περιορισμένη βαρύτητα της κατανάλωσης δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Γαλλία διαθέτει χαμηλή φορολογική επιβάρυνση. Το συνολικό φορολογικό βάρος, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών, έφτανε το 43,5% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 45,9% το 2019.

Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στη σύνθεση των εσόδων. Η φορολογία της εργασίας και οι ασφαλιστικές εισφορές διαδραματίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο γαλλικό σύστημα. Το 2024, οι φόροι στην εργασία αντιστοιχούσαν στο 22,4% του ΑΕΠ και οι ασφαλιστικές εισφορές στο 14,7%. Παράλληλα, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων διαμορφώθηκαν στο 9,4% του ΑΕΠ και από τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 2,9%.

Η γαλλική περίπτωση καταδεικνύει ότι ένα κράτος μπορεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της εργασίας και στις ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς να εξαρτάται στον ίδιο βαθμό από τους φόρους κατανάλωσης. Το μοντέλο αυτό, βέβαια, συνοδεύεται από υψηλές επιβαρύνσεις στην απασχόληση και στην εργασία.

Ιταλία: Περισσότερα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος

Στην Ιταλία, οι φόροι κατανάλωσης μειώθηκαν από 11,5% του ΑΕΠ το 2019 σε 11,0% το 2024. Η πορεία του ΦΠΑ ήταν διαφορετική, καθώς τα έσοδά του αυξήθηκαν από 6,2% σε 6,6% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, ενισχύθηκε η συμβολή της φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Τα σχετικά έσοδα αυξήθηκαν από 11,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 12,4% το 2024, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 9,6%.

Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιεί την Ιταλία τόσο από την Ελλάδα όσο και από τις άλλες χώρες της σύγκρισης. Παρά την άνοδο των εσόδων από τον ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνολική συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης υποχώρησε, ενώ η φορολογία των φυσικών προσώπων απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα.

Πορτογαλία: Υποχώρηση των έμμεσων φόρων παρά την άνοδο του ΦΠΑ

Η Πορτογαλία βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική εικόνα, καθώς οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 12,2% του ΑΕΠ το 2024. Ωστόσο, και εκεί καταγράφηκε υποχώρηση σε σύγκριση με το 2019, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 12,6%.

Αντίθετα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 8,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 9,1% το 2024. Η απόκλιση μεταξύ των δύο τάσεων δείχνει ότι η αύξηση της συμμετοχής του ΦΠΑ δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη συνολική υποχώρηση των φόρων κατανάλωσης.

Ενδιαφέρουσα είναι και η εικόνα της άμεσης φορολογίας. Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχονταν στο 6,3% του ΑΕΠ το 2019, αυξήθηκαν στο 6,9% το 2022 και στο 6,8% το 2023, για να υποχωρήσουν στο 6,1% το 2024. Αντίθετα, η φορολογία των επιχειρήσεων ενισχύθηκε από 3,1% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,8% το 2024.

Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η αύξηση των εσόδων από τη φορολογία των επιχειρήσεων αποτέλεσε σημαντικότερο παράγοντα μεταβολής της άμεσης φορολογίας στην Πορτογαλία σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Η μεγάλη διαφορά της Ελλάδας

Η σύγκριση των τεσσάρων χωρών αναδεικνύει μια ουσιαστική διαφοροποίηση: από το 2019 έως το 2024, η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ μειώθηκε στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε στο 15,1%.

Την ίδια στιγμή, η πορεία του ΦΠΑ δεν ήταν ενιαία. Στη Γαλλία τα έσοδά του υποχώρησαν από 7,2% σε 7,1% του ΑΕΠ, ενώ στην Ιταλία αυξήθηκαν από 6,2% σε 6,6% και στην Πορτογαλία από 8,8% σε 9,1%.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στο ύψος των έμμεσων φόρων, αλλά αφορά και τη διαχρονική διατήρηση της βαρύτητάς τους στα δημόσια έσοδα. Σε αντίθεση με τις άλλες τρεις χώρες, δεν καταγράφεται υποχώρηση της συμμετοχής τους στο ΑΕΠ μεταξύ 2019 και 2024.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία είναι κατά πόσο μπορεί να περιοριστεί σταδιακά η εξάρτηση από τη φορολόγηση της κατανάλωσης, με παράλληλη ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιότερη κατανομή των βαρών. Μια τέτοια μεταβολή θα απαιτούσε αποτελεσματικότερη είσπραξη των άμεσων φόρων και περιορισμό της φοροδιαφυγής, ώστε η δημοσιονομική σταθερότητα να μη στηρίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στις καθημερινές συναλλαγές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum