| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 13/10/2026

   

 

Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους χρήματος, επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν ανταγωνιστικά επιτόκια στις νέες χορηγήσεις. Η επιλογή αυτή αποτελεί συνειδητή στρατηγική των διοικήσεών τους, με στόχο να περιοριστεί η επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και να αποφευχθεί μια απότομη κάμψη της ζήτησης για δανεισμό.

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα απαιτητική για τον τραπεζικό κλάδο. Η δυνατότητα σύναψης νέων δανειακών συμβάσεων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχει ολοκληρωθεί, ενώ η επιχειρηματική πίστη, παρά τη διατήρηση ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης, εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης.

Την ίδια στιγμή, η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει ορισμένες επιχειρήσεις στην αναβολή επενδυτικών αποφάσεων μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό περιβάλλον.

 

Στη λιανική τραπεζική, αντίθετα, η στεγαστική πίστη παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς μεταβολής τους τελευταίους μήνες, για πρώτη φορά έπειτα από περίπου 16 χρόνια. Ωστόσο, η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη, καθώς η πιστωτική επέκταση κινείται ακόμη σε οριακά επίπεδα.

Οι δύο κίνδυνοι από την περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων

Τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι το κόστος δανεισμού πλησιάζει σε επίπεδα στα οποία μια νέα αύξηση θα μπορούσε να έχει άμεσες επιπτώσεις στις εργασίες των τραπεζών. Οι πιέσεις ενδέχεται να εκδηλωθούν μέσα από δύο διαφορετικούς μηχανισμούς.

Ο πρώτος αφορά την πιθανότητα αύξησης των πρόωρων αποπληρωμών από νοικοκυριά και επιχειρήσεις με ισχυρή οικονομική θέση και διαθέσιμη ρευστότητα.

Παρόμοια συμπεριφορά είχε παρατηρηθεί το 2023 και το 2024, όταν τα επιτόκια στην Ευρωζώνη είχαν κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Αρκετοί δανειολήπτες επέλεξαν τότε να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμά τους για να περιορίσουν ή να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες, μειώνοντας έτσι τις μελλοντικές δαπάνες για τόκους.

Μέχρι στιγμής δεν καταγράφεται αντίστοιχη τάση στην ελληνική αγορά. Εφόσον, όμως, το κόστος χρήματος συνεχίσει να αυξάνεται, το ενδεχόμενο επανεμφάνισης τέτοιων κινήσεων δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου δανείων είναι συνδεδεμένο με κυμαινόμενα επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταβολές της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη μεταφέρονται άμεσα στο κόστος εξυπηρέτησης των συγκεκριμένων δανείων.

Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά την υποχώρηση της ζήτησης για νέες χρηματοδοτήσεις, εάν τα τραπεζικά επιτόκια αυξηθούν περαιτέρω.

Για τα νοικοκυριά, οι υψηλότερες μηνιαίες δόσεις μπορούν να ανατρέψουν τον οικονομικό προγραμματισμό τους και να οδηγήσουν στην αναβολή μιας στεγαστικής αγοράς ή άλλης μεγάλης δαπάνης που απαιτεί δανεισμό.

Για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του χρηματοδοτικού κόστους επηρεάζει άμεσα την απόδοση των επενδύσεων. Ένα σχέδιο επέκτασης ή εκσυγχρονισμού μπορεί να καταστεί λιγότερο κερδοφόρο ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην πληροί πλέον τα κριτήρια οικονομικής βιωσιμότητας.

Πώς οι τράπεζες απορροφούν μέρος της ανόδου του Euribor

Από τα χαμηλά επίπεδα στα τέλη του 2025, οι δείκτες Euribor έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 50 έως 60 μονάδες βάσης. Η άνοδος αυτή θα μπορούσε να μεταφερθεί σταδιακά στα επιτόκια των νέων δανείων, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για τους πελάτες των τραπεζών.

Οι ελληνικές τράπεζες, ωστόσο, έχουν επιλέξει να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης, περιορίζοντας την αύξηση των επιτοκίων στις νέες χορηγήσεις. Το βασικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η συγκράτηση των περιθωρίων επιτοκίου (spreads), τα οποία προστίθενται στους δείκτες αναφοράς για τον καθορισμό του τελικού κόστους ενός δανείου.

Με αυτόν τον τρόπο, η άνοδος του Euribor δεν μεταφέρεται στο σύνολό της στους δανειολήπτες, διατηρώντας τις χρηματοδοτήσεις πιο ανταγωνιστικές.

Καθοριστική για αυτή τη στρατηγική είναι η χαμηλού κόστους καταθετική βάση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Περίπου το 75% των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων βρίσκεται σε λογαριασμούς πρώτης ζήτησης, οι οποίοι δεν αποδίδουν τόκους.

Η σύνθεση αυτή επιτρέπει στις τράπεζες να διατηρούν σχετικά χαμηλό το κόστος άντλησης καταθετικών κεφαλαίων, ακόμη και όταν τα επιτόκια στην ευρωπαϊκή αγορά αυξάνονται. Έτσι, έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να απορροφούν μέρος των πιέσεων χωρίς να μετακυλίουν ολόκληρη την επιβάρυνση στους πελάτες τους.

Οι αναβαθμίσεις μειώνουν το κόστος χρηματοδότησης

Πρόσθετη στήριξη προσφέρουν οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης τόσο της Ελλάδας όσο και του τραπεζικού κλάδου. Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας διευκολύνει την άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές με ευνοϊκότερους όρους.

Εφόσον το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών δεν αυξάνεται αναλογικά με τους ευρωπαϊκούς δείκτες επιτοκίων, δημιουργείται ένα περιθώριο που μπορεί να αξιοποιηθεί για τη συγκράτηση των χρεώσεων στις νέες χορηγήσεις.

Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους: αφενός περιορίζει τις πιέσεις στους δανειολήπτες και αφετέρου προστατεύει τη ζήτηση για νέα δάνεια, σε μια περίοδο κατά την οποία η διατήρηση της πιστωτικής επέκτασης αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Παράλληλα, ενισχύει την ανταγωνιστική θέση των εγχώριων τραπεζών απέναντι σε ξένα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολεύονται να προσφέρουν αντίστοιχους όρους χρηματοδότησης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι για πόσο διάστημα θα μπορούν οι ελληνικές τράπεζες να απορροφούν μέρος της αύξησης του κόστους χρήματος. Εάν οι πιέσεις στα επιτόκια ενταθούν, η διατήρηση ανταγωνιστικών όρων δανεισμού θα γίνει δυσκολότερη, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης τόσο στη στεγαστική όσο και στην επιχειρηματική πίστη.

 

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum