|
Ισχυρή καταθετική βάση –
σε υψηλά 15ετίας
Στο τέλος Απριλίου 2026,
τα νοικοκυριά
διατηρούσαν στο εγχώριο
τραπεζικό σύστημα
καταθέσεις ύψους 152,23
δισ. ευρώ, το υψηλότερο
επίπεδο από το τέλος του
2011.
Από το σύνολο αυτό,
περίπου το 80% (περί τα
120 δισ. ευρώ) βρίσκεται
σε άτοκους λογαριασμούς
πρώτης ζήτησης, ενώ τα
υπόλοιπα 32 δισ. ευρώ σε
προθεσμιακές καταθέσεις.
Για τις μη
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις, οι
καταθέσεις
διαμορφώνονται κοντά στα
50 δισ. ευρώ, με το
μεγαλύτερο μέρος τους
επίσης σε άμεσα
ρευστοποιήσιμα προϊόντα.
Χαμηλός δείκτης δανείων
προς καταθέσεις και
υψηλό περιθώριο
Οι ελληνικές τράπεζες
εμφανίζουν:
– δείκτη δανείων προς
καταθέσεις περίπου στο
65%, έναντι περίπου 100%
κατά μέσο όρο στην
Ευρωζώνη – επιτοκιακό
περιθώριο κοντά στο
2,5%, έναντι περίπου
1,5% στην υπόλοιπη
Ευρώπη
Τα στοιχεία αυτά
αποτυπώνουν ένα
περιβάλλον άφθονης
ρευστότητας, το οποίο
επιτρέπει την ανάπτυξη
της πιστωτικής επέκτασης
με ταυτόχρονα υψηλά
περιθώρια κέρδους.
Από την κρίση στη
συσσώρευση ρευστότητας
Η εικόνα αυτή είναι
αποτέλεσμα των εξελίξεων
της τελευταίας
δεκαετίας. Από το 2017
έως το 2025 οι
καταθέσεις αυξήθηκαν
σωρευτικά κατά περίπου
92 δισ. ευρώ, ενώ
ταυτόχρονα τα δανειακά
χαρτοφυλάκια μειώθηκαν
λόγω των προγραμμάτων
εξυγίανσης και της
μείωσης των μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων.
Η αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης μετά την
άρση των capital
controls
το 2019 συνέβαλε
καθοριστικά στη
διατήρηση υψηλής
ρευστότητας στο σύστημα.
Χαμηλό κόστος καταθέσεων
και μεταβολή
συμπεριφοράς
αποταμιευτών
Σήμερα, το μεγαλύτερο
μέρος των καταθέσεων
πρώτης ζήτησης παραμένει
άτοκο, ενώ ακόμη και
στις προθεσμιακές
καταθέσεις η αύξηση των
επιτοκίων ήταν
περιορισμένη σε σχέση με
την άνοδο του κόστους
χρήματος.
Κατά τη φάση
αποκλιμάκωσης των
επιτοκίων, η μείωση
μεταφέρθηκε ταχύτερα
στους αποταμιευτές,
ενισχύοντας περαιτέρω το
καθαρό επιτοκιακό
αποτέλεσμα των τραπεζών.
Παράλληλα, καταγράφεται
μείωση στις προθεσμιακές
καταθέσεις (από περίπου
36,8 δισ. ευρώ τον
Νοέμβριο του 2024 σε
χαμηλότερα επίπεδα),
γεγονός που μειώνει το
κόστος χρηματοδότησης
των τραπεζών.
Επενδυτικά προϊόντα και
αμοιβαία κεφάλαια
Σημαντικό ρόλο στη
διαμόρφωση της εικόνας
έχουν και τα αμοιβαία
κεφάλαια και τα
επενδυτικά προϊόντα
χαμηλού ρίσκου που
προώθησαν οι τράπεζες
την τελευταία τριετία.
Οι καθαρές εισροές σε
αυτά τα προϊόντα
εκτιμώνται άνω των 12
δισ. ευρώ (2023–2025),
απορροφώντας μέρος των
καταθέσεων που
διαφορετικά θα
κατευθύνονταν σε
προθεσμιακές
αποταμιεύσεις.
Αυτό είχε διπλό
αποτέλεσμα: μείωση του
κόστους τόκων για τις
τράπεζες και αύξηση των
εσόδων από προμήθειες.
Συμπέρασμα
Το ελληνικό τραπεζικό
σύστημα διαθέτει πλέον
ισχυρή διαρθρωτική βάση
ρευστότητας, χαμηλό
δείκτη μόχλευσης δανείων
και ευνοϊκή δομή
καταθέσεων, στοιχεία που
στηρίζουν τόσο την
κερδοφορία όσο και την
πιστωτική επέκταση.
Το περιβάλλον αυτό
λειτουργεί ως βασικός
μοχλός ενίσχυσης της
χρηματοδότησης της
οικονομίας, αλλά και ως
σημαντικό συγκριτικό
πλεονέκτημα έναντι των
τραπεζικών συστημάτων
της Ευρωζώνης.
|