|
Η αλλαγή δημιουργεί
περιθώρια για υψηλότερες
επιστροφές κεφαλαίου
στους μετόχους, με
ορισμένες τράπεζες να
έχουν τη δυνατότητα να
εξετάσουν ποσοστά
διανομής που θα
μπορούσαν, υπό
προϋποθέσεις, να φτάσουν
ακόμη και το 100% των
κερδών τους. Παράλληλα,
οι διοικήσεις αποκτούν
μεγαλύτερη ελευθερία να
επιλέγουν ανάμεσα σε
μερίσματα σε μετρητά και
προγράμματα επαναγοράς
ιδίων μετοχών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το
σύνολο των κερδών θα
διανέμεται αυτομάτως
στους μετόχους. Οι
αποφάσεις θα
εξακολουθήσουν να
εξαρτώνται από την
κεφαλαιακή επάρκεια, τις
προοπτικές ανάπτυξης,
την ποιότητα του
δανειακού χαρτοφυλακίου
και τις ανάγκες
χρηματοδότησης κάθε
τράπεζας. Ο SSM
διατηρεί επίσης τη
δυνατότητα παρέμβασης
εφόσον διαπιστώσει
ουσιαστική επιδείνωση
των κινδύνων ή ανεπαρκή
κεφαλαιακά αποθέματα.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι ελληνικές τράπεζες
εμφανίζουν ισχυρή
κερδοφορία, υψηλότερη
κεφαλαιακή ανθεκτικότητα
και σημαντικά βελτιωμένη
ποιότητα ενεργητικού σε
σύγκριση με τα χρόνια
της κρίσης. Συνεπώς, η
μεγαλύτερη ελευθερία στη
μερισματική πολιτική
αποτελεί ένα ακόμη βήμα
προς την κανονικοποίηση
της θέσης τους στην
ευρωπαϊκή τραπεζική
αγορά.
Πιθανότητα υψηλότερων
μερισμάτων και
μεγαλύτερης έμφασης στα
μετρητά
Η κατάργηση της
υποχρέωσης προέγκρισης
ενδέχεται να αλλάξει
σταδιακά και τη σύνθεση
των αποδόσεων που
λαμβάνουν οι μέτοχοι.
Μέχρι σήμερα, οι
τράπεζες χρησιμοποιούσαν
έναν συνδυασμό
μερισμάτων και
επαναγορών ιδίων
μετοχών, με διαφορετικές
αναλογίες ανάλογα με τη
στρατηγική κάθε ομίλου.
Από το 2027, οι
διοικήσεις θα έχουν
μεγαλύτερη ευχέρεια να
αυξήσουν το ποσοστό των
διανομών σε μετρητά,
εφόσον το επιτρέπουν τα
οικονομικά τους
δεδομένα. Μια τέτοια
μετατόπιση θα μπορούσε
να ενισχύσει την
ελκυστικότητα των
τραπεζικών μετοχών για
επενδυτές που αναζητούν
σταθερές ταμειακές
αποδόσεις, χωρίς να
αποκλείεται η συνέχιση
των επαναγορών όπου
αυτές θεωρούνται
αποδοτικότερες.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
Τράπεζα Κύπρου, η οποία
δεν υπόκειται πλέον
στους αντίστοιχους
περιορισμούς
προέγκρισης. Η διοίκησή
της έχει θέσει ως στόχο
συνολικές διανομές έως
το 90% των κερδών για το
2026 και έως το 100%
ετησίως για το 2027 και
το 2028.
Η κυπριακή περίπτωση
λειτουργεί ως ένδειξη
του εύρους των επιλογών
που μπορεί να αποκτήσουν
και οι ελληνικές
τράπεζες. Ωστόσο, τα
ποσοστά διανομής δεν
είναι άμεσα συγκρίσιμα
χωρίς να ληφθούν υπόψη η
κεφαλαιακή θέση, οι
προοπτικές κερδοφορίας
και οι στρατηγικές
ανάγκες κάθε ομίλου.
Η αντίδραση στο
Χρηματιστήριο
Η ανακοίνωση για την
αλλαγή του εποπτικού
πλαισίου έδωσε ώθηση
στις τραπεζικές μετοχές
και ευρύτερα στην αγορά
της Euronext
Athens.
Ο Γενικός Δείκτης
κινήθηκε σε υψηλά
ημέρας, καθώς οι
επενδυτές αποτίμησαν
θετικά τη δυνατότητα
μεγαλύτερων διανομών
προς τους μετόχους τα
επόμενα χρόνια.
Ο τραπεζικός δείκτης
ενισχύθηκε κατά 2,26%,
οδηγώντας τον Γενικό
Δείκτη σε άνοδο 1,28%,
με τον τελευταίο να
ολοκληρώνει τη
συνεδρίαση στις 2.643,62
μονάδες.
Οι επιδόσεις των
τραπεζικών μετοχών
διαμορφώθηκαν ως εξής:
|
Τράπεζα
|
Τιμή
κλεισίματος
|
Ημερήσια
μεταβολή
|
|
CrediaBank
|
0,96 ευρώ
|
+4,87%
|
|
Alpha Bank
|
4,50 ευρώ
|
+3,99%
|
|
Τράπεζα Πειραιώς
|
10,21 ευρώ
|
+3,29%
|
|
Optima bank
|
13,87 ευρώ
|
+2,82%
|
|
Εθνική Τράπεζα
|
16,50 ευρώ
|
+1,32%
|
|
Eurobank
|
4,51 ευρώ
|
+1,26%
|
Η αντίδραση αποτυπώνει
τη σημασία που αποδίδει
η αγορά στην αύξηση της
ευελιξίας των τραπεζών
ως προς την επιστροφή
κεφαλαίου. Παρ’ όλα
αυτά, η θετική επίδραση
δεν σημαίνει ότι οι
μετοχές θα κινηθούν
αποκλειστικά με βάση τα
μερίσματα. Η πορεία των
κερδών, τα επιτόκια, η
πιστωτική επέκταση και
οι αποτιμήσεις θα
εξακολουθήσουν να
διαδραματίζουν
καθοριστικό ρόλο.
Το σημερινό πλαίσιο
διανομών των ελληνικών
τραπεζών
Οι επικείμενες
ανακοινώσεις των
αποτελεσμάτων εννεαμήνου
αναμένεται να προσφέρουν
περισσότερες ενδείξεις
για τις προθέσεις των
διοικήσεων σχετικά με τη
χρήση του 2026 και τις
διανομές της επόμενης
περιόδου. Η άρση της
υποχρέωσης προέγκρισης
από το 2027 δεν
συνεπάγεται αυτομάτως
αλλαγή των ήδη
ανακοινωμένων στόχων για
το 2026, αφήνει όμως
μεγαλύτερο περιθώριο
αναθεώρησης της
στρατηγικής σε βάθος
χρόνου.
Eurobank:
Διανομές έως 2,6 δισ.
ευρώ μέχρι το 2028
Η Eurobank
έχει θέσει ως στόχο τη
διανομή του 55% των
κερδών της για το 2026,
ποσοστό αντίστοιχο με
εκείνο του 2025. Η
διοίκηση έχει αναφέρει
ότι προτίθεται να
διατηρήσει παρόμοιο
μείγμα επιστροφής
κεφαλαίου, με περίπου
60% της διανομής σε
μετρητά και 40% μέσω
επαναγοράς ιδίων
μετοχών.
Για την περίοδο
2026-2028, ο όμιλος
στοχεύει σε αύξηση κατά
50% της σωρευτικής
διανομής κερδών, με το
συνολικό ποσό να μπορεί
να φτάσει έως τα 2,6
δισ. ευρώ μέχρι το 2028.
Η καθοδήγηση της
διοίκησης προβλέπει
ποσοστό διανομής
τουλάχιστον 55% για το
2027 και το 2028, ενώ τα
κέρδη ανά μετοχή
αναμένεται να αυξάνονται
κατά περίπου 10%
ετησίως. Η απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων εκτιμάται ότι
θα διαμορφωθεί στο 16%
το 2026 και θα ενισχυθεί
στο 17% το 2028, με τον
δείκτη κεφαλαίων
CET1
να παραμένει πάνω από το
14%.
Εθνική Τράπεζα: Στόχος
διανομής 60% και
υψηλότερα κέρδη ανά
μετοχή
Η
Εθνική Τράπεζα
αναμένεται να διατηρήσει
για το 2026 ποσοστό
διανομής περίπου 60% των
κερδών της, ενώ το
προμέρισμα εκτιμάται ότι
θα προσεγγίσει τα 200
εκατ. ευρώ.
Σε
μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η
διοίκηση επιδιώκει να
αυξήσει την απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων στο 17% έως το
2028. Παράλληλα, τα
κέρδη ανά μετοχή
προβλέπεται να
ενισχυθούν από τα
σημερινά επίπεδα των
1,38 ευρώ σε περισσότερα
από 1,70 ευρώ το 2028.
Στο
πλαίσιο αυτής της
στρατηγικής, η τράπεζα
στοχεύει σε δείκτη CET1
κάτω από το 16% στο
τέλος του 2028,
διατηρώντας παράλληλα
επαρκή κεφαλαιακά
αποθέματα και ευελιξία
για την υποστήριξη της
ανάπτυξής της. Η εξέλιξη
του δείκτη θα αποτελέσει
σημαντικό παράγοντα για
τον καθορισμό της
μελλοντικής μερισματικής
πολιτικής.
Τράπεζα Πειραιώς:
Διανομές 5 δισ. ευρώ έως
το 2030
Σύμφωνα με το
επιχειρηματικό σχέδιο
της Τράπεζας Πειραιώς,
για την περίοδο
2025-2030 προβλέπονται
συνολικές διανομές
περίπου 5 δισ. ευρώ προς
τους μετόχους.
Η
διοίκηση στοχεύει σε
ετήσια αύξηση των κερδών
ανά μετοχή κατά περίπου
10%, ενώ επιδιώκει να
υπερδιπλασιάσει το
μέρισμα ανά μετοχή, ώστε
να φτάσει τα 90 λεπτά το
2030, από 40 λεπτά
σήμερα.
Παράλληλα, η συνολική
απόδοση για τους
μετόχους,
συνυπολογίζοντας την
αύξηση της ενσώματης
λογιστικής αξίας και τα
μερίσματα, εκτιμάται ότι
μπορεί να διαμορφωθεί
στο 13% ετησίως κατά την
πενταετή περίοδο. Το
ποσοστό διανομής
αναμένεται να φτάσει έως
το 65% των ετήσιων
καθαρών κερδών, με
δυνατότητα ενδιάμεσων
μερισμάτων.
Η
μεγαλύτερη ελευθερία που
θα ισχύσει από το 2027
μπορεί να προσφέρει
πρόσθετη ευχέρεια στην
εφαρμογή αυτού του
σχεδιασμού, χωρίς να
αναιρεί την ανάγκη
διατήρησης ισχυρής
κεφαλαιακής βάσης.
Alpha Bank: Νέοι στόχοι
αναμένονται στις 5
Νοεμβρίου
Η
Alpha Bank έχει
δεσμευτεί για ποσοστό
διανομής 55% των κερδών
της για το 2026. Οι
αναλυτικότεροι στόχοι
για την περίοδο
2026-2028 αναμένεται να
παρουσιαστούν στο
Investor Day της 5ης
Νοεμβρίου.
Για
το 2026, τα
κανονικοποιημένα κέρδη
ανά μετοχή εκτιμάται ότι
θα φτάσουν τα 0,40 ευρώ,
με ετήσια αύξηση περίπου
11%. Τα μεγέθη αυτά
αντιστοιχούν σε
εκτιμώμενα κέρδη περίπου
950 εκατ. ευρώ, σύμφωνα
με τις προβλέψεις που
παρατίθενται.
Οι
νέες κατευθύνσεις της
διοίκησης θα έχουν
ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
καθώς θα αποσαφηνίσουν
κατά πόσο η τράπεζα
σκοπεύει να διατηρήσει
το σημερινό ποσοστό
διανομής ή να
προσαρμόσει τη
μερισματική της πολιτική
μεσοπρόθεσμα.
Τι
σημαίνει η απόφαση για
τους επενδυτές
Η
κατάργηση της
προέγκρισης του SSM
αποτελεί θετική εξέλιξη
για τις ελληνικές
τράπεζες, καθώς
διευρύνει τις επιλογές
τους ως προς τη
διαχείριση του κεφαλαίου
και ενισχύει τη
δυνατότητα σχεδιασμού
μιας πιο ευέλικτης
πολιτικής επιστροφών
προς τους μετόχους.
Για
τους επενδυτές, όμως, το
κρίσιμο μέγεθος δεν
είναι μόνο το ποσοστό
διανομής. Εξίσου
σημαντικά είναι το ύψος
των κερδών, η
βιωσιμότητά τους, η
κεφαλαιακή επάρκεια και
η τιμή στην οποία
διαπραγματεύεται κάθε
μετοχή. Ένα υψηλό
μέρισμα δεν αποτελεί από
μόνο του ένδειξη
ελκυστικής αποτίμησης,
ιδίως εάν συνοδεύεται
από χαμηλότερες
προοπτικές ανάπτυξης ή
περιορισμένα περιθώρια
ενίσχυσης της
κερδοφορίας.
Η
ουσιαστική αλλαγή είναι
ότι οι ελληνικές
τράπεζες αποκτούν
μεγαλύτερο βαθμό
αυτονομίας σε μια
απόφαση που επηρεάζει
άμεσα την απόδοση των
μετόχων τους. Το κατά
πόσο αυτή η ελευθερία θα
οδηγήσει σε διανομές
κοντά στο 100% θα
εξαρτηθεί από τις
επιδόσεις κάθε ομίλου
και τις κεφαλαιακές
ανάγκες του.
Σε
κάθε περίπτωση, η
εξέλιξη ενισχύει τη
δυνατότητα των ελληνικών
τραπεζών να διαμορφώνουν
τη μερισματική τους
πολιτική με μεγαλύτερη
ευελιξία, πλησιάζοντας
περισσότερο το πλαίσιο
λειτουργίας των
υπόλοιπων ευρωπαϊκών
τραπεζικών ομίλων.
|