| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 01/10/2026

 

Σε μια δύσκολη εξίσωση για την ελληνική οικονομία εξελίσσεται το υπόλοιπο του 2026, καθώς το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής βλέπει τον πληθωρισμό να παραμένει τουλάχιστον στο 3,2%, με τον κίνδυνο νέας επιτάχυνσης να παραμένει ανοικτό, ενώ διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη στο 1,9%.

Η επιμονή των τιμών, η νέα ενεργειακή αναταραχή και το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων, την ώρα που τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζονται από τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί.

Ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, Ιωάννης Τσουκαλάς, ήταν ιδιαίτερα σαφής κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης Σεπτεμβρίου: «Δεν βλέπω πώς μπορούμε να κλείσουμε κάτω από 3,2%. Θα είναι θαύμα το αντίθετο».

 

Για την ανάπτυξη, η βασική πρόβλεψη παραμένει στο 1,9%, με το εύρος των εκτιμήσεων να κινείται μεταξύ 1,7% και 2%. Για το 2027, αντίθετα, η αβεβαιότητα είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη, κυρίως λόγω της εξέλιξης των ενεργειακών τιμών και της πορείας των επιτοκίων.

Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά το περιβάλλον γίνεται σαφώς πιο απαιτητικό.

Ενέργεια και επιτόκια στο επίκεντρο

Η αναζωπύρωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει τον κίνδυνο νέων διαταραχών στις ενεργειακές ροές και ιδιαίτερα στη διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Μια παρατεταμένη κρίση ή νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να μεταφραστεί σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και περιορίζοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Στην εξίσωση προστίθεται και το κόστος χρήματος. Η νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης στις 10 Σεπτεμβρίου, μετά την αντίστοιχη αύξηση του Ιουνίου, διατηρεί υψηλό το κόστος χρηματοδότησης.

Για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα σημαίνει ακριβότερο δανεισμό, με πιθανές επιπτώσεις στις επενδύσεις, στην κατανάλωση και στη ζήτηση για πιστώσεις.

Ο συνδυασμός ενεργειακού σοκ και υψηλότερου κόστους χρήματος αποτελεί, συνεπώς, έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την οικονομία τους επόμενους μήνες.

Ο πληθωρισμός δεν υποχωρεί όσο αναμενόταν

Η εικόνα των τιμών παραμένει προβληματική και πέρα από την ενέργεια.

Τον Αύγουστο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ανήλθε στο 3,7%, από 2,7% τον Ιούλιο, με σημαντικές αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες υπηρεσιών.

Οι μεταφορές κατέγραψαν αύξηση 5,9%, ενώ η κατηγορία ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια αυξήθηκε κατά 8,1%.

Παρά κάποια σημάδια σταθεροποίησης στις τιμές των τροφίμων, το Γραφείο δεν θεωρεί δεδομένη την αποκλιμάκωση του συνολικού πληθωρισμού. Η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η επίμονη διαφορά στον πληθωρισμό δεν αφορά μόνο την αγοραστική δύναμη. Επηρεάζει και το κόστος παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και τελικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Τα μέτρα της ΔΕΘ περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο

Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ αναμένεται να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και εργαζομένων, όμως παράλληλα δεσμεύουν σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού χώρου των επόμενων ετών.

Αυτό περιορίζει τις δυνατότητες για νέες οριζόντιες παρεμβάσεις σε περίπτωση που η ενεργειακή κρίση παραταθεί.

Το Γραφείο τάσσεται υπέρ πιο στοχευμένων παρεμβάσεων, με τον Ιωάννη Τσουκαλά να επισημαίνει ότι «δεν μπορεί το κράτος να σώζει τους πάντες και τα πάντα».

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο εάν η ενεργειακή αναταραχή διαρκέσει για μήνες. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η συνεχής επανάληψη των ίδιων επιδοματικών μέτρων θα ήταν δημοσιονομικά δυσκολότερη.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο επικεφαλής του Γραφείου τάχθηκε υπέρ της συζήτησης για κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό, καθώς η Ευρώπη παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η υπερβολική χρήση ρητρών διαφυγής από τους δημοσιονομικούς κανόνες μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Η ανάπτυξη κρατά, αλλά οι εισαγωγές παραμένουν αδυναμία

Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη.

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη.

Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7%, η δημόσια κατανάλωση κατά 1%, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ενισχύθηκαν κατά 2,2%.

Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,1%, με άνοδο σε όλες τις βασικές κατηγορίες.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην άλλη πλευρά του εξωτερικού τομέα: οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, λειτουργώντας ανασταλτικά για την ανάπτυξη.

Η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες παραμένει μία από τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, μαζί με τη χαμηλή παραγωγικότητα και το επενδυτικό κενό.

Πάντως, για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου, το Γραφείο επισημαίνει ότι η διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών δεν σηματοδοτεί απαραίτητα επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών. Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών βελτιώθηκε, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό από τις εισαγωγές, με σημαντική συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.

Νέα χρηματοδότηση έως 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Στα θετικά στοιχεία της έκθεσης περιλαμβάνεται η αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η χορήγηση 1,5 δισ. ευρώ από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, μέσω δύο νέων προγραμμάτων.

Με τη μόχλευση των διαθέσιμων πόρων και τη συμμετοχή των τραπεζών, τα προγράμματα μπορούν να υποστηρίξουν συνολικές χρηματοδοτήσεις έως 5 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η θετική αξιολόγηση του έβδομου αιτήματος πληρωμής για το σκέλος των επιχορηγήσεων, ύψους 4,5 δισ. ευρώ, αλλά και η υποβολή του τελικού αιτήματος ύψους 6,7 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνουν την πρόοδο στην υλοποίηση των οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η Ελλάδα έχει κερδίσει αξιοπιστία, αλλά δεν πρέπει να τη χάσει

Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θετικά στοιχεία των τελευταίων ετών.

Το Γραφείο επισημαίνει επίσης τη σημασία της αναβάθμισης του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε ανεπτυγμένη αγορά, καθώς μπορεί να διευρύνει τη βάση των διεθνών επενδυτών και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες χρηματοδότησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Την ίδια στιγμή, όμως, η δημοσιονομική αξιοπιστία παραμένει κρίσιμο κεφάλαιο.

Μετά το 2022, η ευαισθησία των ελληνικών ομολόγων σε διεθνή επεισόδια αβεβαιότητας έχει περιοριστεί σημαντικά, σύμφωνα με ειδική μελέτη του Γραφείου. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις και τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η εικόνα αυτή δεν θεωρείται δεδομένη. Η σταδιακή μετατόπιση του χρέους από τον επίσημο προς τον ιδιωτικό τομέα σημαίνει ότι οι αγορές θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.

Το μεγάλο στοίχημα είναι τι θα μείνει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη μεσοπρόθεσμη πρόκληση.

Το ζητούμενο πλέον είναι αν η επενδυτική δυναμική που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να διατηρηθεί και μετά την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών πόρων.

Οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 11,3% του ΑΕΠ το 2018 σε 16,9% το 2025, ωστόσο η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Γι' αυτό το Γραφείο δίνει ιδιαίτερη έμφαση όχι μόνο στο ύψος των δημόσιων δαπανών, αλλά κυρίως στην αποτελεσματικότητά τους.

Η σχετική μελέτη εκτιμά ότι κάθε ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται σωρευτικά με περίπου 2,25 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα τριετίας, έναντι περίπου 1,06 ευρώ για τη δημόσια κατανάλωση. Πρόκειται για εκτιμήσεις που, όπως επισημαίνεται, συνοδεύονται από αβεβαιότητα και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των έργων.

Το κρίσιμο για την ελληνική οικονομία είναι επομένως διπλό: να διατηρήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία που κέρδισε τα τελευταία χρόνια και ταυτόχρονα να μετατρέψει την επενδυτική ώθηση των ευρωπαϊκών πόρων σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

Σε ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος μπορούν να παραμείνουν υψηλά, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος θα είναι περιορισμένος. Η επιλογή του πού θα κατευθυνθεί κάθε επιπλέον ευρώ δεν θα αφορά πλέον μόνο την αντιμετώπιση της τρέχουσας πίεσης, αλλά και την ικανότητα της οικονομίας να διατηρήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum