|
Στο μικροσκόπιο της
Κομισιόν τα κέρδη των
ενεργειακών εταιρειών
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
διερευνά τη δυνατότητα
μιας νέας έκτακτης
εισφοράς στις
επιχειρήσεις πετρελαίου
και φυσικού αερίου, με
στόχο να περιοριστεί
μέρος των επιπτώσεων της
ενεργειακής κρίσης στα
νοικοκυριά και στην
επιχειρηματική
δραστηριότητα.
Σύμφωνα με το
Reuters,
στις Βρυξέλλες
δρομολογείται η
συγκρότηση ομάδας
εργασίας, η οποία θα
αξιολογήσει τόσο τη
σκοπιμότητα ενός τέτοιου
μέτρου όσο και τις
πρακτικές και νομικές
δυσκολίες που θα
μπορούσαν να προκύψουν
κατά την εφαρμογή του.
Η πρωτοβουλία ακολουθεί
την κοινή παρέμβαση έξι
κρατών-μελών —Γερμανίας,
Ισπανίας, Πορτογαλίας,
Ιταλίας, Πολωνίας και
Αυστρίας— που ζήτησαν να
εξεταστεί μια
συντονισμένη ευρωπαϊκή
απάντηση στα έκτακτα
κέρδη των πετρελαϊκών
επιχειρήσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται
εταιρείες που
δραστηριοποιούνται στην
παραγωγή, τη διύλιση και
την εμπορία ενεργειακών
προϊόντων. Η αύξηση των
τιμών στη βενζίνη, στο
πετρέλαιο κίνησης και σε
άλλα προϊόντα διύλισης
επιβαρύνει το κόστος
μεταφορών, τη βιομηχανία
και τους τελικούς
καταναλωτές, την ώρα που
ορισμένες επιχειρήσεις
του κλάδου εμφανίζουν
υψηλή κερδοφορία.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος
για το Κλίμα και τη
Φορολογία, Wopke
Hoekstra,
έχει αναγνωρίσει ότι η
θέσπιση ενός νέου φόρου
απαιτεί προσεκτική
αξιολόγηση. Όπως δήλωσε
στο Reuters,
οι πολίτες και ιδιαίτερα
τα οικονομικά
ασθενέστερα νοικοκυριά
βρίσκονται αντιμέτωποι
με πολύ μεγάλες αυξήσεις
στους λογαριασμούς
ενέργειας, ενώ ορισμένες
εταιρείες καταγράφουν
εξαιρετικά υψηλά κέρδη
χωρίς αντίστοιχη αύξηση
της παραγωγής ή των
υπηρεσιών τους.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος
επισήμανε ότι πρέπει να
ληφθούν υπόψη οι νομικές
παράμετροι, καθώς
εξακολουθούν να υπάρχουν
δικαστικές εκκρεμότητες
που συνδέονται με την
προηγούμενη ευρωπαϊκή
παρέμβαση του 2022.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
εάν θα επιλεγεί ένας
ενιαίος ευρωπαϊκός
μηχανισμός, με κοινό
τρόπο υπολογισμού και
φορολόγησης των έκτακτων
κερδών, ή εάν οι
κυβερνήσεις θα
διατηρήσουν την ευχέρεια
να εφαρμόζουν
διαφορετικά εθνικά
μέτρα.
Μέχρι στιγμής δεν έχει
παρουσιαστεί
οριστικοποιημένη
νομοθετική πρόταση. Ο
επίτροπος Οικονομίας
Valdis
Dombrovskis
έχει επισημάνει ότι τα
κράτη-μέλη βρίσκονται σε
καλύτερη θέση για να
φορολογήσουν τα έκτακτα
κέρδη των ενεργειακών
επιχειρήσεων, αφήνοντας
ανοιχτό το ενδεχόμενο η
Κομισιόν να αναλάβει
κυρίως ρόλο συντονισμού.
Το ελληνικό προηγούμενο
του φόρου 33% στα
διυλιστήρια
Η
συζήτηση επαναφέρει στο
προσκήνιο το μέτρο που
εφάρμοσε η Ελλάδα μετά
τη ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία, επιβάλλοντας
προσωρινή εισφορά
αλληλεγγύης στα
πλεονάζοντα κέρδη των
διυλιστηρίων.
Η
εισφορά ανήλθε σε 33%
και αφορούσε τις χρήσεις
2022 και 2023, με
βασικούς υπόχρεους τη
HELLENiQ ENERGY και τη
Motor Oil.
Για
τη χρήση του 2023, ως
πλεονάζοντα θεωρήθηκαν
τα φορολογητέα κέρδη που
υπερέβαιναν κατά
περισσότερο από 20% τον
μέσο όρο της περιόδου
2018-2021. Ο συντελεστής
33% εφαρμοζόταν στο ποσό
που υπερέβαινε το
συγκεκριμένο όριο και
όχι στο σύνολο των
κερδών των επιχειρήσεων.
Σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, ο
αντίστοιχος μηχανισμός
που εφαρμόστηκε το 2022
απέφερε σχεδόν 29 δισ.
ευρώ, σύμφωνα με
στοιχεία της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής που
επικαλείται το Reuters.
Το ποσό αναδεικνύει τη
δυνητική δημοσιονομική
σημασία μιας έκτακτης
φορολόγησης, χωρίς να
σημαίνει ότι μια νέα
εφαρμογή θα αποφέρει
ανάλογα έσοδα.
Για
την Ελλάδα, το
ενδεχόμενο νέας εισφοράς
θα εξαρτηθεί από αρκετές
παραμέτρους: τον ορισμό
των έκτακτων κερδών, την
περίοδο σύγκρισης, τον
φορολογικό συντελεστή
και το εύρος των
επιχειρήσεων που θα
υπαχθούν στο μέτρο.
Παραμένει, επομένως,
ανοιχτό εάν μια νέα
παρέμβαση θα περιοριστεί
στα διυλιστήρια ή θα
επεκταθεί και σε άλλες
δραστηριότητες του
ενεργειακού κλάδου.
Η
δημοσιονομική ευελιξία
και το αίτημα της Αθήνας
Πέρα από τη φορολόγηση
των υπερκερδών, δεύτερο
κρίσιμο ζήτημα για την
Ελλάδα είναι η
δυνατότητα
χρηματοδότησης νέων
μέτρων στήριξης χωρίς να
παραβιαστούν οι
ευρωπαϊκοί
δημοσιονομικοί
περιορισμοί.
Το
αρχικό αίτημα της
Ελλάδας και της Ιταλίας
για πρόσθετα περιθώρια
δαπανών, ώστε να
αντιμετωπιστούν οι
συνέπειες της
ενεργειακής ακρίβειας,
δεν έγινε δεκτό από την
Κομισιόν. Ο Valdis
Dombrovskis έχει
υποστηρίξει ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
λαμβάνονται ήδη υπόψη
στο υφιστάμενο
δημοσιονομικό πλαίσιο
και ότι η γενικευμένη
χαλάρωση των κανόνων θα
μπορούσε να υπονομεύσει
τη δημοσιονομική
πειθαρχία.
Η
Αθήνα αναζητεί, ωστόσο,
εναλλακτικές λύσεις μέσω
της ειδικής ρήτρας
διαφυγής για την
ενεργειακή ασφάλεια.
Στις 9 Οκτωβρίου, το
ECOFIN ενέκρινε την
επέκταση της εφαρμογής
της εθνικής ρήτρας
διαφυγής για την Ελλάδα,
ώστε να καλύπτονται
πρόσθετες δαπάνες που
συνδέονται με την
ενεργειακή ασφάλεια. Η
ρύθμιση επιτρέπει
αποκλίσεις από τα
προβλεπόμενα όρια
αύξησης των καθαρών
δαπανών, υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις.
Στο
πλαίσιο αυτό, έχει ήδη
προβλεφθεί για το 2027
αύξηση του Προγράμματος
Δημοσίων Επενδύσεων κατά
400 εκατ. ευρώ, η οποία
συνδέεται με τη χρήση
της ρήτρας διαφυγής.
Οι
επιλέξιμες παρεμβάσεις
αφορούν επενδύσεις που
περιορίζουν την εξάρτηση
από εισαγόμενα ορυκτά
καύσιμα. Σε αυτές
περιλαμβάνονται η
εγκατάσταση
φωτοβολταϊκών, τα
συστήματα αποθήκευσης
ενέργειας, οι αντλίες
θερμότητας και η
ενεργειακή αναβάθμιση
δημόσιων κτιρίων.
Νέο
Fuel Pass στο τραπέζι,
αλλά με προϋποθέσεις
Μία
από τις δυνατότητες που
θα μπορούσαν να
εξεταστούν σε
κυβερνητικό επίπεδο
είναι η αξιοποίηση
διαθέσιμων πόρων για
στοχευμένη στήριξη
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων. Στο
πλαίσιο αυτό, έχει
ενδιαφέρον το ενδεχόμενο
μιας νέας επιδότησης
καυσίμων, κατά το
πρότυπο του Fuel Pass.
Ωστόσο, η χρήση των
κονδυλίων της ρήτρας
διαφυγής για άμεσες
επιδοτήσεις καταναλωτών
δεν είναι αυτόματη. Το
υφιστάμενο πλαίσιο αφορά
επενδύσεις ενεργειακής
ασφάλειας, επομένως μια
διαφορετική αξιοποίηση
των πόρων θα απαιτούσε
πρόσθετη έγκριση και
συμβατότητα με τους
ευρωπαϊκούς κανόνες.
Μέσα στο 2026, η
κυβέρνηση έχει ήδη
εφαρμόσει παρεμβάσεις
για τον περιορισμό του
κόστους των καυσίμων,
μεταξύ των οποίων
επιδότηση στο πετρέλαιο
κίνησης και το Fuel
Pass. Η ενίσχυση για την
περίοδο Απριλίου-Μαΐου
ανερχόταν σε 50 ευρώ για
τους δικαιούχους στην
ηπειρωτική Ελλάδα και σε
60 ευρώ για τις
νησιωτικές περιοχές, με
συνολικό δημοσιονομικό
κόστος 113 εκατ. ευρώ.
Η
προοπτική νέων μέτρων
αποκτά μεγαλύτερη
σημασία ενόψει του
χειμώνα, καθώς οι τιμές
του πετρελαίου θέρμανσης
και του φυσικού αερίου
μπορούν να επιβαρύνουν
περαιτέρω τους
οικογενειακούς
προϋπολογισμούς και το
λειτουργικό κόστος των
επιχειρήσεων.
Η
Σύνοδος Κορυφής θα
καθορίσει τα επόμενα
βήματα
Η
ευρωπαϊκή συζήτηση
βρίσκεται πλέον σε ένα
κρίσιμο σημείο. Από τη
μία πλευρά, εξετάζεται
εάν τα έκτακτα κέρδη των
ενεργειακών εταιρειών
μπορούν να αποτελέσουν
πηγή χρηματοδότησης για
την ανακούφιση των
καταναλωτών. Από την
άλλη, οι κυβερνήσεις
αναζητούν δημοσιονομικό
χώρο για νέες
παρεμβάσεις, χωρίς να
διαταραχθεί η πορεία
προσαρμογής των δημόσιων
οικονομικών.
Για
την Ελλάδα, το
αποτέλεσμα των
διαβουλεύσεων θα
επηρεάσει τόσο το
ενδεχόμενο επιβολής νέας
εισφοράς στον ενεργειακό
κλάδο όσο και τις
δυνατότητες
χρηματοδότησης πρόσθετων
μέτρων κατά της
ακρίβειας.
Η
Σύνοδος της 15ης και
16ης Οκτωβρίου
αναμένεται να δώσει το
πολιτικό στίγμα, χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι θα
υπάρξουν άμεσα οριστικές
αποφάσεις. Το βασικό
ζητούμενο είναι εάν η
Ευρωπαϊκή Ένωση θα
προχωρήσει σε κοινή
προσέγγιση ή θα αφήσει
στα κράτη-μέλη την
ευθύνη να σχεδιάσουν τις
δικές τους παρεμβάσεις,
ανάλογα με τα
δημοσιονομικά περιθώρια
και τις ανάγκες τους.
|