|
Ο ευρωπαϊκός λογαριασμός
φτάνει ήδη τα 90 δισ.
ευρώ
Το μέγεθος του νέου
ενεργειακού σοκ
αποτυπώνεται ήδη στο
κόστος που επωμίζεται η
Ευρώπη.
Όπως ανέφερε η πρόεδρος
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν,
το πρόσθετο κόστος των
ενεργειακών εισαγωγών
από την έναρξη των
πολεμικών συγκρούσεων
στη Μέση Ανατολή έχει
ήδη ανέλθει σε περίπου
90 δισ. ευρώ.
Στην Ελλάδα, ο υπουργός
Οικονομικών Κυριάκος
Πιερρακάκης έχει
αναφέρει ότι μέχρι
σήμερα έχουν διατεθεί
περίπου 800
εκατ. ευρώ για
τη στήριξη των πολιτών.
Το ποσό αυτό, ωστόσο,
ενδέχεται να μην
αποτελεί το τελικό
κόστος. Η παραμονή των
τιμών ενέργειας σε υψηλά
επίπεδα δημιουργεί ήδη
την ανάγκη επανεξέτασης
των διαθέσιμων
δημοσιονομικών
περιθωρίων για νέες
παρεμβάσεις, ιδιαίτερα
εάν η κρίση συμπέσει με
τους μήνες υψηλής
κατανάλωσης.
Πετρέλαιο πάνω από 100
δολάρια – Η βενζίνη πάνω
από 2 ευρώ
Στην αγορά πετρελαίου, η
εικόνα έχει επιβαρυνθεί
σημαντικά.
Η τιμή του αργού έχει
σταθεροποιηθεί πάνω από
τα 100 δολάρια
το βαρέλι, ενώ
οι κίνδυνοι παραμένουν
κυρίως στην πλευρά της
προσφοράς.
Στην Ελλάδα, η άνοδος
έχει ήδη περάσει στην
αντλία. Η μέση
πανελλαδική τιμή της
αμόλυβδης έχει
διατηρηθεί πάνω από τα 2
ευρώ το λίτρο και έφτασε
στα 2,168
ευρώ/λίτρο, ενώ
το ντίζελ κίνησης
διαμορφώθηκε στα
2,139 ευρώ/λίτρο.
Ακόμη μεγαλύτερη
ανησυχία προκαλεί η
επερχόμενη έναρξη της
περιόδου διάθεσης
πετρελαίου θέρμανσης. Με
βάση τα σημερινά
δεδομένα της αγοράς, η
τιμή του θα μπορούσε να
κινηθεί ακόμη και
πάνω από τα 2
ευρώ το λίτρο,
εφόσον η διάθεσή του
ξεκινούσε άμεσα.
Το πρόβλημα, επομένως,
μεταφέρεται πλέον από
τις διεθνείς αγορές στην
καθημερινότητα των
νοικοκυριών και στο
κόστος λειτουργίας των
επιχειρήσεων.
Saudi
Aramco:
Νέο πλήγμα στην προσφορά
Στην αγορά πετρελαίου,
οι διαθέσιμες
εναλλακτικές οδοί
μεταφοράς περιορίζονται.
Η ακύρωση από τη
Saudi
Aramco
φορτίων αργού με
προορισμό Ευρωπαίους
αγοραστές στα τέλη
Σεπτεμβρίου αποτελεί μία
από τις πρώτες
σημαντικές ενδείξεις ότι
οι διαταραχές στις
μεταφορές αρχίζουν να
επηρεάζουν άμεσα τις
διαθέσιμες ποσότητες.
Η εξέλιξη συνδέεται με
τη διακοπή λειτουργίας
του αγωγού Ανατολής –
Δύσης της Σαουδικής
Αραβίας, ενώ παράλληλα
οι επιθέσεις των Χούθι
συνεχίζουν να
περιορίζουν τις
δυνατότητες μεταφοράς
μέσω της Ερυθράς
Θάλασσας.
Έτσι, η παγκόσμια αγορά
βρίσκεται αντιμέτωπη με
ένα διπλό πρόβλημα:
λιγότερες
διαθέσιμες ποσότητες και
λιγότερες ασφαλείς
διαδρομές μεταφοράς.
Και η Ουκρανία πιέζει
την αγορά
Στο μεταξύ, πρόσθετη
αβεβαιότητα δημιουργούν
οι επιθέσεις της
Ουκρανίας σε ενεργειακές
υποδομές της Ρωσίας.
Ο ουκρανικός στρατός
ανακοίνωσε ότι έπληξε τη
μονάδα επεξεργασίας
αργού πετρελαίου του
διυλιστηρίου
Syzran
της Rosneft,
δυναμικότητας περίπου
170.000 βαρελιών
ημερησίως.
Οι επιθέσεις σε
διυλιστήρια και
ενεργειακές
εγκαταστάσεις
περιορίζουν όχι μόνο την
παραγωγή, αλλά και τη
διαθεσιμότητα
διυλισμένων προϊόντων,
γεγονός που μπορεί να
ενισχύσει τις πιέσεις
ιδιαίτερα στην αγορά
ντίζελ.
Τα αποθέματα περιορίζουν
τα περιθώρια αντίδρασης
Ένας από τους
μεγαλύτερους κινδύνους
για την αγορά είναι ότι
η νέα κρίση εκδηλώνεται
σε μια περίοδο κατά την
οποία τα περιθώρια
ασφαλείας δεν είναι
απεριόριστα.
Τα στρατηγικά αποθέματα
πετρελαίου των ΗΠΑ
βρίσκονται σε πολύ
χαμηλά επίπεδα σε
ιστορική βάση, ενώ η
Κίνα, η οποία είχε
περιορίσει σημαντικά τις
εισαγωγές αργού τον Μάιο
και τον Ιούνιο, αρχίζει
να αυξάνει ξανά τις
αγορές της.
Αυτό σημαίνει ότι ένας
από τους μεγαλύτερους
αγοραστές παγκοσμίως
επιστρέφει στην αγορά τη
στιγμή που η προσφορά
αντιμετωπίζει σοβαρές
γεωπολιτικές διαταραχές.
Το αποτέλεσμα είναι ένα
περιβάλλον στο οποίο
ακόμη και μία νέα
διακοπή παραγωγής ή
μεταφοράς μπορεί να
προκαλέσει δυσανάλογη
αντίδραση στις τιμές.
Φυσικό αέριο: Το δεύτερο
και ίσως μεγαλύτερο
μέτωπο για την Ευρώπη
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι
η κατάσταση στην αγορά
φυσικού αερίου.
Η τιμή στο ολλανδικό
TTF,
τον βασικό ευρωπαϊκό
κόμβο αναφοράς, έχει
αυξηθεί από περίπου
30
ευρώ/μεγαβατώρα πριν από
την έναρξη της κρίσης σε
πάνω από 80
ευρώ/μεγαβατώρα.
Η Ευρώπη εισέρχεται
παράλληλα στη χειμερινή
περίοδο με τα αποθέματα
φυσικού αερίου σε
ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα
σε σχέση με τα
προηγούμενα χρόνια.
Το πρόβλημα γίνεται
μεγαλύτερο επειδή η
Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται
πλέον μόνο άλλους
Ευρωπαίους αγοραστές για
διαθέσιμες ποσότητες.
Αντιμετωπίζει και τον
ανταγωνισμό της Ασίας
για τα φορτία LNG.
Εφόσον ο χειμώνας
αποδειχθεί ψυχρός, η
ζήτηση για φυσικό αέριο
και ηλεκτρική ενέργεια
για θέρμανση θα μπορούσε
να αυξηθεί σημαντικά.
Υπό ένα ιδιαίτερα
δυσμενές σενάριο,
αναλυτές δεν αποκλείουν
ακόμη και επίπεδα
100–150
ευρώ/μεγαβατώρα
στο TTF.
Το φυσικό αέριο
ξαναχτυπά το ηλεκτρικό
ρεύμα
Η εξέλιξη του φυσικού
αερίου έχει άμεση
επίπτωση και στην
ηλεκτρική ενέργεια.
Η άνοδος του TTF
έχει ήδη μεταφερθεί στις
χονδρεμπορικές αγορές
ηλεκτρισμού της Ευρώπης,
καθώς οι μονάδες φυσικού
αερίου εξακολουθούν να
διαδραματίζουν σημαντικό
ρόλο στη διαμόρφωση της
οριακής τιμής.
Στην Ελλάδα, η μέση
χονδρεμπορική τιμή
ηλεκτρικής ενέργειας τον
Σεπτέμβριο κινείται στα
159,11
ευρώ/μεγαβατώρα,
περίπου 20%
υψηλότερα από τον
Αύγουστο.
Και αυτό πριν ακόμη
περάσει η αγορά στη φάση
της υψηλότερης
χειμερινής ζήτησης.
Το μεγάλο ερώτημα είναι
πόσο θα διαρκέσει
Η ουσία της νέας
ενεργειακής κρίσης δεν
βρίσκεται μόνο στο εάν
το πετρέλαιο θα
παραμείνει πάνω από τα
100 δολάρια ή εάν το
φυσικό αέριο θα
ξεπεράσει εκ νέου τα 100
ευρώ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
η διάρκεια.
Ένα σύντομο ενεργειακό
σοκ μπορεί να
απορροφηθεί σε σημαντικό
βαθμό από τις
επιχειρήσεις και τα
νοικοκυριά. Μία
παρατεταμένη περίοδος
υψηλών τιμών, όμως, έχει
πολύ διαφορετικές
επιπτώσεις: αυξάνει το
κόστος παραγωγής, πιέζει
τα περιθώρια κέρδους,
μειώνει το διαθέσιμο
εισόδημα, επιβαρύνει τον
πληθωρισμό και
περιορίζει την
κατανάλωση.
Για την Ευρώπη, το
πρόβλημα είναι ακόμη πιο
σύνθετο. Η ενεργειακή
εξάρτηση δεν
εξαφανίστηκε με την
απομάκρυνση από το
ρωσικό φυσικό αέριο.
Απλώς άλλαξε
μορφή.
Η νέα κρίση υπενθυμίζει
ότι η Ευρώπη εξακολουθεί
να εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από τις διεθνείς
αγορές ενέργειας και,
κατά συνέπεια, από
γεωπολιτικές εξελίξεις
στις οποίες έχει
περιορισμένο έλεγχο.
Για την Ελλάδα, το
επόμενο διάστημα θα
αποτελέσει κρίσιμο τεστ
τόσο για τα νοικοκυριά
και τις επιχειρήσεις όσο
και για τα δημοσιονομικά
περιθώρια της
κυβέρνησης.
|