|
Αυτό αφήνει ένα υπόλοιπο
της τάξης των 450-500
εκατ. ευρώ τον μήνα, το
οποίο επωμίζονται τα
νοικοκυριά και οι
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις. Πρόκειται
για μια διαρκή αφαίμαξη
εισοδήματος, η οποία
γίνεται εντονότερη όσο
πλησιάζουν οι μήνες
αυξημένων αναγκών
θέρμανσης και ηλεκτρικής
κατανάλωσης.
Οι συνέπειες, μάλιστα,
ενδέχεται να μην
περιοριστούν στους
λογαριασμούς ενέργειας.
Η αύξηση του κόστους
μεταφορών, παραγωγής και
λειτουργίας των
επιχειρήσεων δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για
νέες ανατιμήσεις σε
προϊόντα και υπηρεσίες,
με τον κίνδυνο να γίνει
περισσότερο αισθητός από
τις αρχές του 2027.
Καύσιμα: Η μεγαλύτερη
πηγή της επιβάρυνσης
Το μεγαλύτερο κομμάτι
του πρόσθετου κόστους
προέρχεται από τα υγρά
καύσιμα. Με βάση τις
μηνιαίες ποσότητες
κατανάλωσης του 2025 και
τις μέσες τιμές του
Οκτωβρίου 2026 έως τώρα,
η συνολική δαπάνη για
πετρέλαιο κίνησης,
βενζίνη, πετρέλαιο
θέρμανσης και υγραέριο
υπολογίζεται ότι θα
φτάσει τα 1,653 δισ.
ευρώ, χωρίς να
συνυπολογίζονται οι
επιδοτήσεις.
Τον Οκτώβριο του 2025 η
αντίστοιχη δαπάνη
ανερχόταν σε 1,131 δισ.
ευρώ. Η διαφορά
μεταφράζεται σε πρόσθετο
κόστος 522 εκατ. ευρώ
τον μήνα, δηλαδή σε
αύξηση 46,2% μέσα σε
έναν χρόνο.
Το πετρέλαιο κίνησης
καταγράφει τη μεγαλύτερη
επιβάρυνση σε απόλυτα
μεγέθη. Με μηνιαία
κατανάλωση περίπου 295
εκατ. λίτρων και τιμή
χωρίς επιδότηση στα
2,357 ευρώ το λίτρο,
έναντι 1,535 ευρώ τον
Οκτώβριο του 2025, η
επιπλέον μηνιαία δαπάνη
φτάνει τα 242,6 εκατ.
ευρώ. Η αύξηση της τιμής
διαμορφώνεται στο 53,6%,
επιβαρύνοντας τόσο τους
επαγγελματίες όσο και το
κόστος μεταφοράς αγαθών.
Σημαντική είναι και η
επιβάρυνση από τα
υπόλοιπα καύσιμα:
Αμόλυβδη βενζίνη: Η
πρόσθετη μηνιαία δαπάνη
υπολογίζεται σε 138,5
εκατ. ευρώ. Με
κατανάλωση περίπου 246
εκατ. λίτρων τον μήνα, η
τιμή αυξήθηκε από 1,741
σε 2,303 ευρώ το λίτρο,
σημειώνοντας άνοδο
32,3%.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Η
επιπλέον επιβάρυνση
φτάνει τα 129,2 εκατ.
ευρώ τον μήνα. Για
κατανάλωση περίπου 149
εκατ. λίτρων, η τιμή
χωρίς επιδότηση
διαμορφώνεται στα 2 ευρώ
το λίτρο, από 1,133 ευρώ
πέρυσι, καταγράφοντας
αύξηση 76,6%.
Υγραέριο: Η πρόσθετη
μηνιαία δαπάνη
υπολογίζεται σε 11,9
εκατ. ευρώ. Η τιμή
αυξήθηκε από 0,947 σε
1,087 ευρώ το λίτρο,
δηλαδή κατά 14,8%, με
βάση μηνιαία κατανάλωση
περίπου 85 εκατ. λίτρων.
Οι αριθμοί καταδεικνύουν
ότι το πρόβλημα δεν
αφορά μόνο τους οδηγούς
που γεμίζουν το
ρεζερβουάρ τους. Το
πετρέλαιο κίνησης
επηρεάζει άμεσα το
κόστος των μεταφορών και
της εφοδιαστικής
αλυσίδας, ενώ το
πετρέλαιο θέρμανσης
δημιουργεί πρόσθετη
πίεση στους
οικογενειακούς
προϋπολογισμούς, ακριβώς
την περίοδο κατά την
οποία οι ανάγκες των
νοικοκυριών αυξάνονται.
Οι επιδοτήσεις δεν
επαναφέρουν τις τιμές
στα περσινά επίπεδα
Παρά τις παρεμβάσεις, οι
τιμές που πληρώνουν οι
καταναλωτές παραμένουν
αισθητά υψηλότερες από
εκείνες της αντίστοιχης
περσινής περιόδου.
Κατά το πρώτο
δεκαπενθήμερο του
Οκτωβρίου, η μέση
πανελλαδική τιμή της
αμόλυβδης διαμορφώθηκε
στα 2,203 ευρώ το λίτρο,
έναντι 1,748 ευρώ το
2025, καταγράφοντας
αύξηση περίπου 26%. Το
πετρέλαιο κίνησης έφτασε
τα 2,147 ευρώ το λίτρο,
από 1,540 ευρώ, με την
άνοδο να ανέρχεται σε
39,4%.
Το υγραέριο πωλείται
κατά μέσο όρο προς 1,087
ευρώ το λίτρο, έναντι
0,947 ευρώ πέρυσι, ενώ
το πετρέλαιο θέρμανσης
ξεκίνησε τη φετινή
περίοδο διάθεσης στα
1,564 ευρώ το λίτρο, από
1,128 ευρώ την
προηγούμενη χρονιά. Στη
δεύτερη περίπτωση, η
αύξηση αγγίζει το 38,7%.
Η ανοδική τάση είχε ήδη
αποτυπωθεί στις τιμές
του Σεπτεμβρίου. Η
αμόλυβδη των 95 οκτανίων
διαμορφώθηκε στα 2,152
ευρώ το λίτρο, αυξημένη
κατά 22,7% σε ετήσια
βάση, ενώ η αμόλυβδη των
100 οκτανίων έφτασε τα
2,387 ευρώ, σημειώνοντας
άνοδο 21,7%. Το
πετρέλαιο κίνησης
διαμορφώθηκε στα 2,140
ευρώ το λίτρο,
καταγράφοντας αύξηση
38,8% σε σύγκριση με τον
Σεπτέμβριο του 2025.
Η σημασία των στοιχείων
βρίσκεται στο γεγονός
ότι οι επιδοτήσεις δεν
εξαλείφουν την αύξηση
του κόστους. Περιορίζουν
την τελική επιβάρυνση,
αλλά οι καταναλωτές
εξακολουθούν να
πληρώνουν σημαντικά
περισσότερα σε σχέση με
πέρυσι, με αποτέλεσμα να
μειώνεται το διαθέσιμο
εισόδημα για άλλες
ανάγκες.
Ρεύμα: Πρόσθετη δαπάνη
76 εκατ. ευρώ κάθε μήνα
Σημαντικό μέρος του
ενεργειακού λογαριασμού
προέρχεται και από την
ηλεκτρική ενέργεια. Η
μέση μηνιαία κατανάλωση
στη χαμηλή τάση, στην
οποία περιλαμβάνονται τα
νοικοκυριά και οι μικρές
επιχειρήσεις, ανέρχεται
σε περίπου 2,53 δισ.
κιλοβατώρες.
Με βάση τα στοιχεία που
παρατίθενται, η μέση
τιμή της κιλοβατώρας
αυξήθηκε από 0,24 σε
0,27 ευρώ, δηλαδή κατά
12,5%. Ως αποτέλεσμα, η
μηνιαία δαπάνη για την
ηλεκτρική ενέργεια
ανεβαίνει από περίπου
607,1 εκατ. ευρώ σε 683
εκατ. ευρώ. Η διαφορά
αντιστοιχεί σε σχεδόν 76
εκατ. ευρώ επιπλέον κάθε
μήνα.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία ενόψει
του χειμώνα, καθώς η
αυξημένη χρήση
ηλεκτρικών συσκευών
θέρμανσης μπορεί να
εντείνει την πίεση στους
οικογενειακούς
προϋπολογισμούς. Για τις
μικρές επιχειρήσεις, το
αυξημένο κόστος
ηλεκτρισμού προστίθεται
στις υπόλοιπες
λειτουργικές δαπάνες,
περιορίζοντας τα
περιθώρια κέρδους.
Παράλληλα, οι
ανατιμήσεις που
καταγράφηκαν στα
τιμολόγια του Οκτωβρίου,
ειδικά στα πράσινα
τιμολόγια που
εξακολουθούν να
συγκεντρώνουν το
μεγαλύτερο μερίδιο της
ελληνικής αγοράς,
δημιουργούν πρόσθετη
αβεβαιότητα για τους
επόμενους λογαριασμούς.
Εφόσον οι τιμές
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα, η επιβάρυνση θα
συνεχίσει να
συσσωρεύεται μήνα με τον
μήνα.
Φυσικό αέριο:
Τουλάχιστον 50 εκατ.
ευρώ επιπλέον τον μήνα
Στην εξίσωση προστίθεται
και το φυσικό αέριο, με
την κατανάλωση κατά τους
χειμερινούς μήνες να
φτάνει τουλάχιστον τα
1,2 δισ. κιλοβατώρες
μηνιαίως. Η αύξηση της
τιμής εκτιμάται ότι
μεταφράζεται σε πρόσθετη
δαπάνη τουλάχιστον 50
εκατ. ευρώ τον μήνα.
Η επιβάρυνση αφορά τόσο
τις χρήσεις θέρμανσης
όσο και τις επιχειρήσεις
που εξαρτώνται από το
φυσικό αέριο για τη
λειτουργία τους. Σε
συνδυασμό με το
ακριβότερο ηλεκτρικό
ρεύμα και τα καύσιμα,
δημιουργείται ένα
ευρύτερο κύμα αυξημένου
ενεργειακού κόστους, το
οποίο επηρεάζει
διαφορετικά τμήματα της
οικονομίας.
Το πρόβλημα δεν
εξαντλείται, συνεπώς,
στο ποσό που εμφανίζεται
σε έναν λογαριασμό. Όταν
η ενέργεια ακριβαίνει
ταυτόχρονα σε πολλαπλές
μορφές, η επιβάρυνση
διαχέεται στην παραγωγή,
στις μεταφορές, στην
εμπορική δραστηριότητα
και τελικά στις τιμές
που πληρώνει ο
καταναλωτής.
Πόσα καλύπτουν κράτος
και διυλιστήρια
Για να περιοριστεί η
επιβάρυνση, το κράτος
έχει ενεργοποιήσει
επιδοτήσεις στα καύσιμα,
με διαφορετικά ποσά ανά
προϊόν. Η ενίσχυση
ανέρχεται σε 0,15 ευρώ
ανά λίτρο για το
πετρέλαιο κίνησης, 0,20
ευρώ για το πετρέλαιο
θέρμανσης και 0,10 ευρώ
για την αμόλυβδη.
Το συνολικό μηνιαίο
δημοσιονομικό κόστος των
συγκεκριμένων μέτρων
υπολογίζεται σε 98,7
εκατ. ευρώ. Από αυτά, τα
44,2 εκατ. ευρώ αφορούν
το πετρέλαιο κίνησης, τα
29,8 εκατ. ευρώ το
πετρέλαιο θέρμανσης και
τα 24,6 εκατ. ευρώ την
αμόλυβδη.
Συμπληρωματικό ρόλο
έχουν οι εκπτώσεις των
διυλιστηρίων. Έως τις 15
Οκτωβρίου, η ενίσχυση
ανερχόταν σε 0,05 ευρώ
ανά λίτρο για το
πετρέλαιο κίνησης και σε
0,10 ευρώ για την
αμόλυβδη, με το συνολικό
μηνιαίο κόστος να
υπολογίζεται σε 39,4
εκατ. ευρώ.
Από τις 16 Οκτωβρίου, η
έκπτωση στην αμόλυβδη
καταργήθηκε και
αντικαταστάθηκε από
έκπτωση 0,20 ευρώ ανά
λίτρο στο πετρέλαιο
θέρμανσης. Με αυτή την
αλλαγή, το μηνιαίο
κόστος των παρεμβάσεων
των διυλιστηρίων
εκτιμάται ότι αυξάνεται
στα 44,5 εκατ. ευρώ,
σημειώνοντας άνοδο
13,1%.
Οι δύο παρεμβάσεις
καλύπτουν συνολικά
περίπου 143,2 εκατ. ευρώ
τον μήνα. Εάν
συνυπολογιστούν και τα
50 εκατ. ευρώ που
προστέθηκαν για την
αύξηση του επιδόματος
θέρμανσης κατά 30%, η
συνολική στήριξη φτάνει
περίπου τα 193 εκατ.
ευρώ, δηλαδή κοντά στα
200 εκατ. ευρώ.
Η διαφορά ανάμεσα στο
συνολικό κόστος και στις
ενισχύσεις παραμένει,
ωστόσο, μεγάλη. Οι
επιδοτήσεις περιορίζουν
μέρος της επιβάρυνσης,
αλλά δεν αντιστρέφουν
την επίδραση των υψηλών
τιμών στο πραγματικό
εισόδημα.
Ο κίνδυνος νέου κύματος
ανατιμήσεων
Η άμεση επίπτωση της
ενεργειακής ακρίβειας
είναι η αύξηση των
δαπανών για θέρμανση,
μετακινήσεις και
ηλεκτρική ενέργεια. Η
επόμενη συνέπεια μπορεί
να αποδειχθεί πιο
εκτεταμένη: η μετακύλιση
του αυξημένου κόστους
στις τιμές των προϊόντων
και των υπηρεσιών.
Οι επιχειρήσεις που
χρησιμοποιούν καύσιμα
για τις μεταφορές τους,
ενέργεια για την
παραγωγή ή φυσικό αέριο
για τη λειτουργία τους
καλούνται να
απορροφήσουν ένα μέρος
των αυξήσεων ή να τις
περάσουν στους πελάτες
τους. Όσο περισσότερο
διαρκεί η επιβάρυνση,
τόσο δυσκολότερο γίνεται
να συγκρατηθούν οι
τελικές τιμές χωρίς να
συμπιεστούν τα περιθώρια
κέρδους.
Για τα νοικοκυριά, αυτό
σημαίνει ότι το πρόβλημα
μπορεί να επεκταθεί πέρα
από τον ενεργειακό
λογαριασμό. Η ταυτόχρονη
αύξηση των δαπανών για
ενέργεια και βασικά
αγαθά περιορίζει το ποσό
που απομένει για
κατανάλωση, αποταμίευση
και άλλες υποχρεώσεις.
Για τις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, η πίεση
μπορεί να αποτυπωθεί σε
χαμηλότερη κερδοφορία,
αυξημένες ανάγκες
ρευστότητας και
δυσκολότερες αποφάσεις
για επενδύσεις ή
προσλήψεις.
Η διάρκεια της κρίσης θα
κρίνει τον τελικό
λογαριασμό
Η συνολική πρόσθετη
μηνιαία επιβάρυνση από
τις αυξήσεις σε καύσιμα,
ηλεκτρικό ρεύμα και
φυσικό αέριο
υπολογίζεται σε περίπου
648 εκατ. ευρώ. Τα
καύσιμα αντιστοιχούν σε
522 εκατ. ευρώ, το
ηλεκτρικό ρεύμα σε
περίπου 76 εκατ. ευρώ
και το φυσικό αέριο σε
τουλάχιστον 50 εκατ.
ευρώ.
Απέναντι σε αυτό το
ποσό, οι παρεμβάσεις του
κράτους και των
διυλιστηρίων καλύπτουν
περίπου 143 εκατ. ευρώ
τον μήνα, ενώ μαζί με
την πρόσθετη
χρηματοδότηση για το
επίδομα θέρμανσης η
συνολική στήριξη
προσεγγίζει τα 200 εκατ.
ευρώ. Το υπόλοιπο
κόστος, που εκτιμάται σε
περίπου 450-500 εκατ.
ευρώ μηνιαίως,
εξακολουθεί να βαραίνει
την πραγματική
οικονομία.
Το τελικό μέγεθος της
ζημίας θα εξαρτηθεί
κυρίως από το πόσο θα
διατηρηθούν οι σημερινές
τιμές. Αν η ενεργειακή
ακρίβεια αποδειχθεί
προσωρινή, μέρος των
πιέσεων θα μπορούσε να
υποχωρήσει τους
επόμενους μήνες. Αν,
αντίθετα, οι τιμές
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα για μεγάλο
χρονικό διάστημα, το
σωρευτικό κόστος θα
γίνει πολύ μεγαλύτερο
και οι επιπτώσεις θα
περάσουν σταδιακά και σε
άλλους τομείς της
οικονομίας.
Ο χειμώνας, επομένως,
δεν προμηνύεται δύσκολος
μόνο εξαιτίας των
λογαριασμών που θα
φτάνουν στα νοικοκυριά.
Το πραγματικό στοίχημα
είναι αν οι κρατικές
ενισχύσεις θα μπορέσουν
να περιορίσουν τις
απώλειες εισοδήματος και
να αποτρέψουν ένα νέο
κύμα ανατιμήσεων, χωρίς
να απαιτηθούν πολύ
μεγαλύτεροι πόροι. Για
όσο διάστημα η ενέργεια
παραμένει ακριβή, η
πίεση θα συνεχίζει να
μεταφέρεται από την
αντλία και τον μετρητή
ηλεκτρικού ρεύματος στο
σύνολο της οικονομικής
δραστηριότητας.
|