|
Το ελάχιστο ποσό
μηνιαίας δόσης ορίζεται
στα 30 ευρώ, ενώ
η βασική οφειλή
επιβαρύνεται με σταθερό
ετήσιο επιτόκιο 5,84%.
Παράλληλα, προβλέπονται
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις συνέπειας. Ο
οφειλέτης θα πρέπει να
έχει υποβάλει τις
δηλώσεις φορολογίας
εισοδήματος των
τελευταίων πέντε ετών,
εφόσον έχει λήξει η
σχετική προθεσμία, να
μην έχει καταδικαστεί
αμετάκλητα για
φοροδιαφυγή ή
λαθρεμπορία και να έχει
τακτοποιήσει τυχόν άλλες
ληξιπρόθεσμες οφειλές
που δεν εντάσσονται στη
συγκεκριμένη ρύθμιση.
Όσο η ρύθμιση τηρείται,
παρέχονται σημαντικά
ευεργετήματα, όπως
φορολογική ενημερότητα,
αναστολή αναγκαστικών
μέτρων είσπραξης και
αναστολή ποινικής δίωξης
για χρέη προς το
Δημόσιο.
Το νέο πλαίσιο του
Εξωδικαστικού Μηχανισμού
για οφειλές προς το
Δημόσιο και τα
ασφαλιστικά ταμεία,
δίνει τη δυνατότητα
ένταξης σε οφειλέτες με
χρέη άνω των 5.000 ευρώ,
διευρύνοντας έτσι την
πρόσβαση σε ένα εργαλείο
που μέχρι
σήμερα αφορούσε οφειλές
άνω των 10.000 ευρώ.
Μέσω του εξωδικαστικού,
τα χρέη μπορούν
να αποπληρωθούν ακόμα
και σε έως 240 μηνιαίες
δόσεις, με σταθερό
επιτόκιο 3%.Σε
αντίθεση με τη ρύθμιση
των 72 δόσεων, ο
εξωδικαστικός μηχανισμός
λαμβάνει υπόψη τη
συνολική οικονομική
εικόνα του οφειλέτη.
Εξετάζονται εισοδήματα,
περιουσιακά στοιχεία,
τραπεζικές καταθέσεις,
λοιπές υποχρεώσεις και
πραγματική δυνατότητα
αποπληρωμής. Για
τον λόγο αυτό, η ένταξη
προϋποθέτει συναίνεση
στην άρση του τραπεζικού
και φορολογικού
απορρήτου. Το
πλεονέκτημα της
διαδικασίας είναι ότι,
σε συγκεκριμένες
περιπτώσεις, μπορεί να
προβλεφθεί όχι μόνο
μακροχρόνια αποπληρωμή,
αλλά και μερική διαγραφή
τόκων, προσαυξήσεων ή
ακόμη και μέρους της
βασικής οφειλής.
Φορολογούμενοι και
επιχειρήσεις με
δεσμευμένους
λογαριασμούς λόγω
ληξιπρόθεσμων οφειλών θα
μπορούν να τους
«ξεμπλοκάρουν»
καταβάλλοντας το 25% της
συνολικής οφειλής και
ρυθμίσουν το υπόλοιπο
ποσό.
Η δυνατότητα αυτή
παρέχεται άπαξ και
αποσκοπεί στη διατήρηση
ενός ελάχιστου επιπέδου
ρευστότητας για την
κάλυψη λειτουργικών
αναγκών, ιδίως για
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις και
ελεύθερους
επαγγελματίες.
Εισάγονται νέες
στοχευμένες διαδικασίες
για την προστασία της
πρώτης κατοικίας μέσω
του εξωδικαστικού
μηχανισμού: Σε αντίθεση
με το ισχύον πλαίσιο,
όπου λαμβάνεται υπόψη το
σύνολο των οφειλών και
της περιουσίας, η νέα
διαδικασία εστιάζει μόνο
στην αξία της πρώτης
κατοικίας, χωρίς να
συνυπολογίζεται
υποχρεωτικά το σύνολο
της περιουσίας τους. Η
ρύθμιση θα βασίζεται
στην εμπορική αξία του
ακινήτου και στην
πραγματική δυνατότητα
αποπληρωμής του
οφειλέτη, επιτρέποντας
χαμηλότερες δόσεις και,
όπου δικαιολογείται,
μεγαλύτερα «κουρέματα»
οφειλών.
Το ύψος της οφειλής θα
καθορίζεται από την αξία
της περιουσίας του
οφειλέτη και τα
εισοδήματά του, ενώ η
πρόταση θα υπολογίζεται
μέσω αλγορίθμου που θα
εξετάζει μόνο την αξία
της κύριας κατοικίας,
διασφαλίζοντας
χαμηλότερες μηνιαίες
δόσεις και μεγαλύτερο
«κούρεμα». Η
υπόλοιπη περιουσία θα
ρευστοποιείται μέσω
πλειστηριασμών, με τα
έσοδα να κατευθύνονται
στην αποπληρωμή των
λοιπών χρεών.
Ο Φορέας
Στην τελική
του φάση εισέρχεται
και ο
διεθνής διαγωνισμός για
τον Φορέα Απόκτησης και
Επαναμίσθωσης Ακινήτων.
Μέχρι τα τέλη
Ιουνίου πρόκειται να
ολοκληρωθούν οι
διαδικασίες υποβολής των
δεσμευτικών προσφορών και
η ανάδειξη του επενδυτή.
Ο φορέας προγραμματίζεται
να τεθεί σε πλήρη
λειτουργία έως τα τέλη
του φθινοπώρου. Ο
νέος μηχανισμός αφορά
ευάλωτα νοικοκυριά που
βρίσκονται σε οικονομικό
αδιέξοδο και
κινδυνεύουν να χάσουν
την κύρια κατοικία τους, καθώς
αδυνατούν πλέον να
εξυπηρετήσουν
οποιαδήποτε ρύθμιση
οφειλών.
Ο Φορέας
θα αγοράζει την κύρια
κατοικία του ευάλωτου
οφειλέτη με έκπτωση
περίπου 30% επί της
εμπορικής του αξίας και
στη συνέχεια θα
του την επαναμισθώνει,
επιτρέποντάς του να
παραμείνει στο σπίτι του
με επιδοτούμενο ενοίκιο. Η
κρατική επιδότηση
εκτιμάται ότι θα
κυμαίνεται από 70 έως
210 ευρώ τον μήνα, ενώ η
διάρκεια της μίσθωσης θα
μπορεί να φτάνει έως και
τα 12 χρόνια. Στη
λήξη της 12ετίας (ή
και νωρίτερα αν
ανακάμψει οικονομικά), ο οφειλέτης
έχει το αποκλειστικό
δικαίωμα να αγοράσει
πίσω το σπίτι του, εφόσον
ήταν συνεπής
στην καταβολή των
ενοικίων.
|