|
Το 2026 η συνύπαρξη της
υψηλότερης ιστορικά
ιδιοκτησίας (69%) των
ξένων επενδυτών και της
κυριαρχίας τους στο
trading
(64%) επιβεβαιώνει ότι η
ελληνική χρηματιστηριακή
αγορά έχει μεταβεί από
μια περιφερειακή αγορά
σε έναν προορισμό με
ισχυρή πεποίθηση για το
παγκόσμιο θεσμικό
κεφάλαιο.
«Η συμμετοχή των διεθνών
επενδυτών έχει φτάσει σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα,
με τους ξένους επενδυτές
να αντιπροσωπεύουν
περίπου το 70% της
ημερήσιας συναλλακτικής
δραστηριότητας το 2026»
τονίζει ο κ. Γιάννος
Κοντόπουλος και
προσθέτει: «η συνολική
κεφαλαιοποίηση της
αγοράς πλέον υπερβαίνει
το 75% του ΑΕΠ της
Ελλάδας, σημειώνοντας
εντυπωσιακή αύξηση σε
σχέση με τα επίπεδα της
προηγούμενης δεκαετίας
και αντανακλώντας τις
βελτιωμένες προοπτικές
της ελληνικής
οικονομίας».
Σύμφωνα με τον
διευθύνοντα Σύμβουλο του
Euronext
Athens
«Τα στοιχεία αυτά είναι
κάτι περισσότερο από
απλοί αριθμοί. Μας λένε
κάτι θεμελιώδες για το
πώς έχει αλλάξει η
Ελλάδα, η οποία δεν
είναι πλέον απλώς μια
ιστορία ανάκαμψης. Είναι
μια ιστορία ευκαιριών,
ανάπτυξης και επιστροφής
της εμπιστοσύνης. Το
Χρηματιστήριο Αθηνών
έχει διαδραματίσει και
συνεχίζει να
διαδραματίζει ενεργό
ρόλο σε αυτό το νέο
κεφάλαιο, εργαζόμενο για
την ενίσχυση της
διεθνούς παρουσίας της
ελληνικής αγοράς, τη
βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας και
της ελκυστικότητάς της
και τη δημιουργία
ισχυρότερων διασυνδέσεων
μεταξύ των ελληνικών
εταιρειών και των
διεθνών επενδυτών.»
Σχολιάζοντας την επίσημη
επανένταξη της ελληνικής
αγοράς στις ανεπτυγμένες
αγορές για τρεις από
τους τέσσερις μεγάλους
διεθνείς οίκους (STOXX,
FTSE
Russell
και S&P
Dow
Jones
Indices)
ο κ. Γιάννoς
Κοντόπουλος τονίζει ότι
«ουσιαστικά πρόκειται
για την κορύφωση μιας
πορείας αναβάθμισης που
έχει διαμορφωθεί τα
τελευταία χρόνια μέσα
από συστηματική
προσπάθεια και
στρατηγικές επιλογές και
αντανακλά τη
συνολικότερη πρόοδο, τη
θεσμική ωρίμανση και την
ενισχυμένη
ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής
κεφαλαιαγοράς».
Ο διευθύνων Σύμβουλος (CEO)
του Euronext
Athens,
Γιάννoς
Κοντόπουλος
επισημαίνει:« ο στόχος
μας είναι ξεκάθαρος: να
καταστήσουμε την
ελληνική κεφαλαιαγορά
πιο εξωστρεφή, πιο
ανταγωνιστική και πιο
ελκυστική για εταιρείες
και επενδυτές από όλο
τον κόσμο».
Τα διεθνή funds
«ποντάρουν» στις
ελληνικές μετοχές
Η HSBC
σημειώνει ότι το
Euronext
Athens
είναι η αγορά της
περιοχής στην οποία τα
funds
είναι περισσότερο
overweight
τόσο σε διεθνές επίπεδο
όσο και σε ευρωπαϊκό και
μάλιστα εδώ και μήνες.
Η εικόνα των
τοποθετήσεων αναδεικνύει
την Ελλάδα ως μία από
τις αγορές που έχουν
συγκεντρώσει ισχυρό
επενδυτικό ενδιαφέρον.
Σε πρόσφατη έκθεση της η
HSBC
καταγράφει ισχυρή
παρουσία της Ελλάδος στα
χαρτοφυλάκια διεθνών
funds
(ενεργών και παθητικών
κεφαλαίων στις
αναδυόμενες αγορές) με
δύο στα τρία ενεργά
funds
να κατέχουν ελληνικές
μετοχές και την Εθνική
να ξεχωρίζει.
Η HSBC
παρακολουθεί περίπου 300
ενεργά funds
αναδυόμενων αγορών, με
συνολικά υπό διαχείριση
κεφάλαια 797 δισ.
δολαρίων, καθώς και 359
global
και global
ex-US
funds,
συνολικού ενεργητικού
1,9 τρισ. δολαρίων.
Παράλληλα, η βάση
δεδομένων περιλαμβάνει
περιφερειακά
funds
και περίπου 2.500
παθητικά επενδυτικά
κεφάλαια, τα οποία
κατέχουν σχεδόν 2 τρισ.
δολάρια σε μετοχές
αναδυόμενων αγορών.
Και το πιο σημαντικό
είναι ότι η παρουσία της
χώρας στα χαρτοφυλάκια
των διεθνών διαχειριστών
δεν αποτελεί συγκυριακό
φαινόμενο, καθώς
κατέχουν ελληνικές
μετοχές εδώ και μία
πενταετία.
Στην τρίτη θέση
παγκοσμίως μεταξύ των
assets
με τις υψηλότερες
αποδόσεις βρέθηκε το
Euronext
Athens
στο τρίτο τρίμηνο του
2026, σύμφωνα με την
Deutsche
Bank
,επιβεβαιώνοντας την
ισχυρή δυναμικής που
έχει αναπτύξει η
ελληνική χρηματιστηριακή
αγορά με μοχλό και την
επανένταξη τους
ελληνικού χρηματιστηρίου
στις ανεπτυγμένες
αγορές. Στο τρίτο
τρίμηνο 2026 το
Euronext
Athens
κατέγραψε απόδοση 11,3%
και μπροστά του βρέθηκαν
μόνο δύο βασικοί δείκτες
του πετρελαίου (Brent
+42% και το αμερικανικό
WTI
+ 30%).
Τέλος, η ελληνική
κεφαλαιαγορά διανύει μια
πρωτόγνωρη περίοδο
κινητικότητας,
αντίστοιχη μόνο με
εκείνην του 2007. Το
2025 οι εταιρικές
πράξεις άντλησης
κεφαλαίων ανήλθαν σε
2,53 δισ. ευρώ, εφέτος
το αντίστοιχο μέγεθος
έχει ήδη εκτοξευθεί στα
8,1 δισ. ευρώ μέσα σε
μόλις 6,5 μήνες.
Πρόκειται για μια
εξέλιξη που αναδεικνύει
τη σημαντική αναβάθμιση
της αγοράς.
|