| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 10/08/2026

 

Από την 1η Ιανουαρίου 2027 επιστρέφει στην ελληνική αγορά εργασίας ο λεγόμενος «φορολογικός πληθωρισμός», καθώς δεν προβλέπεται νέα αλλαγή στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, ένα μεγαλύτερο μέρος της αύξησης θα κατευθύνεται σε φόρους και εισφορές, περιορίζοντας την πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και η αύξηση του καθαρού εισοδήματος αποτελεί βασικό αίτημα εργαζομένων και κοινωνικών εταίρων.

 

Ενόψει και της ΔΕΘ, έχει ανοίξει η συζήτηση για την αύξηση των ορίων στα «κουπόνια σίτισης» και γενικότερα των παροχών σε είδος, ως έναν τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να δουν μεγαλύτερη πραγματική ενίσχυση του εισοδήματός τους.

Η κυβέρνηση, ωστόσο, εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε αυτή την πρόταση, καθώς θεωρεί ότι το ζητούμενο είναι οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις και όχι παροχές που λειτουργούν ως υποκατάστατό τους.

Το πρόβλημα με τις αυξήσεις μισθών

Ο μέσος μεικτός μισθός για εργαζομένους πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον κοντά στα 1.500 ευρώ.

Ανάλογα με την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση, ο εργαζόμενος λαμβάνει σήμερα περίπου 1.165 έως 1.299 ευρώ καθαρά.

Ας υποθέσουμε ότι από το 2027 ένας εργοδότης αποφασίζει να αυξήσει τον μεικτό μισθό κατά 50 ευρώ, από τα 1.500 στα 1.550 ευρώ.

Η αύξηση αυτή αντιστοιχεί σε 3,33%, δηλαδή σε ποσοστό λίγο υψηλότερο από τις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό.

Όμως ο εργαζόμενος δεν θα δει ολόκληρα τα 50 ευρώ στην τσέπη του.

Το συνολικό εργοδοτικό κόστος θα αυξηθεί από 1.826,85 ευρώ σε 1.883,87 ευρώ, δηλαδή κατά 57,02 ευρώ τον μήνα.

Με άλλα λόγια, για κάθε 50 ευρώ μεικτής αύξησης που συμφωνεί να δώσει η επιχείρηση, το πραγματικό κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται σε περίπου 57 ευρώ.

Η εικόνα είναι διαφορετική για τον εργαζόμενο.

Ένας εργαζόμενος άνω των 30 ετών με δύο παιδιά θα δει τα καθαρά του να αυξάνονται από 1.213 σε 1.251 ευρώ, δηλαδή κατά 38 ευρώ.

Αντίστοιχα, ένας εργαζόμενος άνω των 30 ετών χωρίς παιδιά θα δει τα καθαρά του να αυξάνονται από 1.165 σε 1.201 ευρώ, δηλαδή κατά 36 ευρώ.

Έτσι, από τα 50 ευρώ της μεικτής αύξησης, στην πραγματικότητα καταλήγουν στην τσέπη του εργαζομένου μόλις 36-38 ευρώ.

Ο «φορολογικός πληθωρισμός» στην πράξη

Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός.

Όταν οι μισθοί αυξάνονται αλλά τα φορολογικά κλιμάκια παραμένουν σταθερά, ένα μέρος της ονομαστικής αύξησης οδηγεί τον φορολογούμενο σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση.

Έτσι, ο φόρος αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από τον μισθό.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, για τον εργαζόμενο με δύο παιδιά, η παρακράτηση φόρου αυξάνεται από 86 σε 95 ευρώ.

Για τον εργαζόμενο χωρίς παιδιά, αυξάνεται από 134 σε 145 ευρώ.

Δηλαδή, έναντι αύξησης του μεικτού μισθού κατά 3,33%, ο φόρος αυξάνεται περίπου 8,2% έως 10,5%.

Αυτό είναι το φαινόμενο του «φορολογικού πληθωρισμού»: η ονομαστική αύξηση του μισθού δεν μετατρέπεται σε αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Στην πράξη, η καθαρή αύξηση περιορίζεται περίπου στο 3,1%.

Και αυτό συμβαίνει σε μια οικονομία όπου ο εργαζόμενος χρειάζεται αυξήσεις μεγαλύτερες από τον πληθωρισμό για να δει πραγματική βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου.

Γιατί δεν αλλάζει η φορολογική κλίμακα

Η βασική αιτία είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος που είχε διαθέσει το υπουργείο Οικονομικών για αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις παρεμβάσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή από το 2026, μεταξύ των οποίων και η λεγόμενη «οικογενειακή κλίμακα».

Ως αποτέλεσμα, δεν έχει προγραμματιστεί αντίστοιχη νέα παρέμβαση για το 2027.

Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον οι ονομαστικοί μισθοί συνεχίσουν να αυξάνονται, το κράτος θα εισπράττει μεγαλύτερο ποσό φόρου ακόμη και χωρίς να αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια αυτόματη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης μέσω της αύξησης των εισοδημάτων.

Τα «κουπόνια» αλλάζουν εντελώς την εξίσωση

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης για τα κουπόνια σίτισης.

Εάν, αντί για αύξηση 50 ευρώ στον μεικτό μισθό, ο εργοδότης δώσει 50 ευρώ μέσω κουπονιών, τότε το κόστος για την επιχείρηση είναι περίπου 50 ευρώ και όχι 57,02 ευρώ.

Ταυτόχρονα, ο εργαζόμενος μπορεί να λάβει ολόκληρη την αξία των 50 ευρώ, αντί για μόλις 36-38 ευρώ καθαρά που θα του απέμεναν από μια αντίστοιχη αύξηση του μεικτού μισθού.

Η διαφορά είναι σημαντική:

Αύξηση μισθού €50

Κουπόνι €50

Μεικτή αύξηση

€50

Κόστος εργοδότη

€57,02

€50

Καθαρό όφελος εργαζομένου

€36-38

€50

Φορολογία/εισφορές

Ναι

Όχι, εντός των προβλεπόμενων ορίων

Επίδραση στις ασφαλιστικές εισφορές

Θετική

Μικρότερη

Επίδραση στη μελλοντική σύνταξη

Θετική

Αρνητική σε σχέση με μισθολογική αύξηση

Έσοδα Δημοσίου

Υψηλότερα

Χαμηλότερα

Επομένως, από την πλευρά του εργαζομένου και της επιχείρησης, τα κουπόνια εμφανίζονται ιδιαίτερα ελκυστικά.

Από την πλευρά όμως του Δημοσίου, η εικόνα είναι ακριβώς αντίθετη.

Ποιος πληρώνει τελικά το κόστος;

Εδώ βρίσκεται η πραγματική σύγκρουση.

Οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με εργοδοτικές εισφορές όταν αυξάνουν τους μισθούς. Αντίθετα, μια παροχή μέσω κουπονιών, εφόσον βρίσκεται εντός του θεσμικού πλαισίου, δεν δημιουργεί αντίστοιχο ασφαλιστικό κόστος.

Για την επιχείρηση, επομένως, τα κουπόνια μπορούν να αποτελέσουν έναν φθηνότερο τρόπο ενίσχυσης του εργαζομένου.

Για το κράτος όμως σημαίνουν απώλεια φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον ιδιωτικό τομέα. Εάν αυξηθούν σημαντικά τα όρια των παροχών, θα δημιουργηθεί πίεση για αντίστοιχη αύξηση των παροχών και στους δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ήδη λαμβάνουν κουπόνια.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ζήτημα: η σύνταξη.

Οι μισθολογικές αυξήσεις αυξάνουν τις ασφαλιστέες αποδοχές και επομένως τις εισφορές που καταβάλλονται για τον εργαζόμενο. Τα κουπόνια δεν έχουν την ίδια επίδραση.

Άρα, μια πολιτική που ενισχύει τις παροχές σε είδος μπορεί να βελτιώνει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα να περιορίζει τη μελλοντική ασφαλιστική βάση και τη συνταξιοδοτική παροχή.

Το μεγάλο δίλημμα του 2027

Η συζήτηση επομένως δεν αφορά απλώς το αν ένας εργαζόμενος θα πάρει 36, 38 ή 50 ευρώ περισσότερα τον μήνα.

Αφορά το ποιος θα αναλάβει το κόστος της αύξησης του πραγματικού εισοδήματος.

Εάν δοθούν μισθολογικές αυξήσεις, το κόστος μοιράζεται μεταξύ επιχειρήσεων, εργαζομένων και Δημοσίου μέσω εισφορών και φόρων.

Εάν δοθούν περισσότερες παροχές μέσω κουπονιών, ο εργαζόμενος παίρνει μεγαλύτερο άμεσο όφελος και η επιχείρηση περιορίζει το κόστος της, αλλά το Δημόσιο χάνει φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο επειδή από το 2027, χωρίς νέα αναπροσαρμογή της φορολογικής κλίμακας, κάθε ονομαστική αύξηση μισθού θα αφήνει μικρότερο ποσοστό στην τσέπη του εργαζομένου.

Και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά, το κράτος εισπράττει περισσότερα, το εργοδοτικό κόστος ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, αλλά η πραγματική βελτίωση του εισοδήματος του εργαζομένου παραμένει περιορισμένη.

Το 2027, επομένως, το κρίσιμο μέγεθος δεν θα είναι τόσο η αύξηση των μεικτών μισθών, όσο η αύξηση των καθαρών αποδοχών μετά φόρους και εισφορές.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum