|
Ο διευθυντής του
οικονομικού ινστιτούτου
Bruegel,
Jeromin
Zettelmeyer,
περιέγραψε την κατάσταση
ως «αίσθηση επικείμενης
βιομηχανικής
κατάρρευσης»,
σημειώνοντας ότι σε
αρκετές ευρωπαϊκές
πρωτεύουσες επικρατεί
πλέον κλίμα έντονης
ανησυχίας.
Οι εξελίξεις αναμένεται
να βρεθούν στο επίκεντρο
τόσο των συζητήσεων της
Group
of
Seven
όσο και των επόμενων
ευρωπαϊκών συνόδων
κορυφής, καθώς οι
Βρυξέλλες εξετάζουν νέα
μέτρα προστασίας της
ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η πρόκληση για την
Ευρώπη είναι ιδιαίτερα
σύνθετη. Από τη μία
πλευρά, οι ευρωπαϊκές
οικονομίες επιδιώκουν να
περιορίσουν την εξάρτησή
τους από κινεζικές
πρώτες ύλες, εξαρτήματα
και βιομηχανικά
προϊόντα. Από την άλλη,
οι επιχειρήσεις
φοβούνται πιθανά
κινεζικά αντίποινα, ενώ
οι καταναλωτές έχουν
επωφεληθεί για χρόνια
από τις χαμηλές τιμές
των κινεζικών προϊόντων.
Ενδεικτικό παράδειγμα
αποτελεί η αγορά
ηλεκτρικών αυτοκινήτων,
όπου οι ευρωπαϊκές
προσπάθειες περιορισμού
της εισόδου κινεζικών
οχημάτων δεν έχουν μέχρι
στιγμής αποδώσει τα
αναμενόμενα
αποτελέσματα.
Η ισχυρή θέση της Κίνας
στη μεταποίηση οφείλεται
σε μεγάλο βαθμό στις
εκτεταμένες κρατικές
επιδοτήσεις και στη
στρατηγική στήριξη των
βιομηχανιών της. Μετά
την κρίση στον κλάδο των
ακινήτων, το Πεκίνο
στράφηκε ακόμη
περισσότερο στη
βιομηχανική παραγωγή ως
βασικό μοχλό ανάπτυξης,
ενώ οι αμερικανικοί
δασμοί ώθησαν πολλές
κινεζικές επιχειρήσεις
να αναζητήσουν νέες
αγορές, αυξάνοντας τις
εξαγωγές προς την
Ευρώπη.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκάλεσαν επίσης οι
περιορισμοί που επέβαλε
η Κίνα στις εξαγωγές
σπάνιων γαιών και
μαγνητών, υλικών
κρίσιμης σημασίας για
την παραγωγή
τεχνολογικού εξοπλισμού,
ηλεκτρικών οχημάτων και
πράσινων ενεργειακών
εφαρμογών. Οι κινήσεις
αυτές ανέδειξαν πόσο
εξαρτημένες παραμένουν
πολλές ευρωπαϊκές
βιομηχανίες από την
κινεζική παραγωγή.
Παράλληλα, οι νέοι
κινεζικοί κανονισμοί που
επιτρέπουν στις αρχές να
ελέγχουν επιχειρηματικά
αρχεία, να ανακρίνουν
στελέχη και να
παρεμβαίνουν σε
εταιρείες που μεταφέρουν
αλυσίδες εφοδιασμού
εκτός χώρας, έχουν
εντείνει τους φόβους των
ευρωπαϊκών επιχειρήσεων
για αυξημένους
επιχειρηματικούς
κινδύνους στην κινεζική
αγορά.
Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται
αντιμέτωπη με ένα
δύσκολο δίλημμα: να
προστατεύσει τη
βιομηχανική της βάση και
τη στρατηγική της
αυτονομία χωρίς να
διαρρήξει πλήρως τις
οικονομικές σχέσεις με
έναν από τους
σημαντικότερους
εμπορικούς εταίρους της.
Η ισορροπία αυτή
αναμένεται να αποτελέσει
μία από τις
σημαντικότερες
οικονομικές και
γεωπολιτικές προκλήσεις
των επόμενων ετών.
|