|
Η Ουάσιγκτον
χρησιμοποιεί
περιορισμούς εξαγωγών
για να εμποδίσει την
πρόσβαση της Κίνας σε
προηγμένους ημιαγωγούς,
ενώ το Πεκίνο απαντά με
κρατικές επιδοτήσεις,
ανάπτυξη της εγχώριας
βιομηχανίας και
αξιοποίηση της ισχυρής
θέσης του στις σπάνιες
γαίες και τις πρώτες
ύλες.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση,
η μάχη αυτή έχει άμεσες
συνέπειες. Η πρόσβαση σε
υπολογιστική ισχύ,
λογισμικό και προηγμένα
τσιπ θα καθορίσει το
κόστος ανάπτυξης
εφαρμογών τεχνητής
νοημοσύνης, αλλά και τη
θέση της Ευρώπης στη
διεθνή οικονομία. Αν η
ΕΕ παραμείνει εξαρτημένη
από αμερικανικές ή
κινεζικές υποδομές
AI,
κινδυνεύει να χάσει
σημαντικό μέρος της
στρατηγικής και
οικονομικής της
αυτονομίας σε μια εποχή
όπου η τεχνητή νοημοσύνη
εξελίσσεται στη
σημαντικότερη τεχνολογία
του 21ου αιώνα.
Η Ούρσουλα φον ντερ
Λάιεν ανακοίνωσε ότι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
επεξεργάζεται ένα
δεύτερο “Chips
Act”,
καθώς και νέο
κανονιστικό πλαίσιο για
το cloud
και την τεχνητή
νοημοσύνη. Ωστόσο, οι
καθυστερήσεις στο πακέτο
«τεχνολογικής
κυριαρχίας» εντείνουν
τις ανησυχίες ότι η
Ευρώπη συνεχίζει να
κινείται πιο αργά από
τους βασικούς
ανταγωνιστές της.
Παρότι η Ευρώπη διαθέτει
οικονομικό μέγεθος
συγκρίσιμο με αυτό των
ΗΠΑ και της Κίνας,
εξακολουθεί να
υπολείπεται σε κρίσιμες
τεχνολογικές υποδομές.
Ωστόσο, δεν στερείται
σημαντικών
πλεονεκτημάτων. Η
ολλανδική ASML
κατέχει παγκόσμιο
μονοπώλιο στις μηχανές
λιθογραφίας EUV,
που είναι απαραίτητες
για την παραγωγή
προηγμένων ημιαγωγών. Το
βελγικό IMEC
πρωτοπορεί στην έρευνα
μικροτσίπ επόμενης
γενιάς, ενώ εταιρείες
όπως οι Infineon,
STMicroelectronics
και Carl
Zeiss
διαθέτουν σημαντική
τεχνογνωσία σε κρίσιμα
στάδια της αλυσίδας
παραγωγής.
Παρά τα ισχυρά αυτά
πλεονεκτήματα, η Ευρώπη
εξακολουθεί να εξάγει
μεγάλο μέρος της
τεχνολογικής της
υπεροχής προς τις ΗΠΑ,
τη Νότια Κορέα και την
Ταϊβάν, χωρίς να έχει
καταφέρει να
δημιουργήσει μια
ολοκληρωμένη και
αυτόνομη βιομηχανική
αλυσίδα τεχνητής
νοημοσύνης.
Η Κίνα αποτελεί ίσως το
πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα χώρας που
προσπαθεί να καλύψει
γρήγορα το τεχνολογικό
χάσμα μέσω συντονισμένης
κρατικής στρατηγικής. Το
Πεκίνο ακολουθεί μια
διπλή προσέγγιση. Από τη
μία πλευρά, αξιοποιεί τη
γεωπολιτική και εμπορική
του ισχύ για να
εξασφαλίσει πρόσβαση σε
κρίσιμες τεχνολογίες,
παρά τους αμερικανικούς
περιορισμούς. Από την
άλλη, επενδύει επιθετικά
στην εγχώρια βιομηχανία.
Η Huawei
βρίσκεται στο επίκεντρο
αυτής της προσπάθειας,
με τα τσιπ Ascend
να χρησιμοποιούνται ήδη
σε μεγάλο μέρος των
κινεζικών data
centers.
Παράλληλα, το κινεζικό
κράτος ωθεί κρατικές
επιχειρήσεις και
δημόσιους οργανισμούς να
επιλέγουν εγχώρια
τεχνολογία,
δημιουργώντας μια
προστατευμένη αγορά που
ενισχύει την έρευνα και
την ανάπτυξη.
Παρά την πρόοδο της
Κίνας, το τεχνολογικό
προβάδισμα της
NVIDIA
παραμένει σημαντικό. Τα
κινεζικά τσιπ της
Huawei
εξακολουθούν να υστερούν
σε επιδόσεις σε σχέση με
τα αμερικανικά H100.
Το μεγαλύτερο
πλεονέκτημα της
NVIDIA,
ωστόσο, δεν είναι μόνο
το hardware
αλλά και το οικοσύστημα
λογισμικού CUDA,
πάνω στο οποίο βασίζεται
η πλειονότητα των
σύγχρονων εφαρμογών
AI.
Στην Ευρώπη, η γαλλική
Mistral
θεωρείται η πιο σοβαρή
προσπάθεια δημιουργίας
ανταγωνιστικής εταιρείας
τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, η εταιρεία
παραμένει μικρή σε σχέση
με τους αμερικανικούς
και κινεζικούς κολοσσούς
και βασίζεται στις
υποδομές cloud
της Microsoft
Azure
για την εκπαίδευση των
μοντέλων της.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η
Ευρώπη θα πρέπει να
ακολουθήσει ένα μοντέλο
αντίστοιχο με αυτό της
Airbus.
Η επιτυχία της
Airbus
δεν βασίστηκε μόνο σε
πολιτικές αποφάσεις αλλά
σε πραγματική
εξειδίκευση και κατανομή
ρόλων μεταξύ των
ευρωπαϊκών χωρών.
Αντίστοιχα, μια
ευρωπαϊκή στρατηγική για
την AI
θα πρέπει να στηριχθεί
στα πραγματικά
συγκριτικά πλεονεκτήματα
κάθε χώρας και εταιρείας
και όχι σε πολιτικούς
συμβιβασμούς.
Η ΕΕ διαθέτει ήδη
εργαλεία όπως τα
IPCEI
και το European
Chips
Act,
που μπορούν να
χρηματοδοτήσουν κοινές
επενδύσεις στην παραγωγή
προηγμένων ημιαγωγών και
υποδομών AI.
Ωστόσο, η μετάβαση σε
ευρωπαϊκές λύσεις
τεχνητής νοημοσύνης θα
έχει σημαντικό κόστος.
Οι επιχειρήσεις που θα
απομακρυνθούν από τις
υποδομές της
NVIDIA
ενδέχεται να
αντιμετωπίσουν
χαμηλότερες επιδόσεις,
υψηλότερο ενεργειακό
κόστος και τεχνικές
δυσκολίες.
Για τον λόγο αυτό,
αρκετοί αναλυτές θεωρούν
ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα
χρειαστεί να στηρίξει
οικονομικά τις
επιχειρήσεις που
επενδύουν σε ευρωπαϊκές
υποδομές AI
μέσω επιδοτήσεων,
φορολογικών κινήτρων και
ευνοϊκής πρόσβασης σε
δημόσιες συμβάσεις.
Όπως συνέβη και με την
Airbus,
μια τέτοια στρατηγική
απαιτεί υπομονή και
μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η Airbus
χρειάστηκε σχεδόν δύο
δεκαετίες για να
ανταγωνιστεί ουσιαστικά
την Boeing.
Αντίστοιχα, η Ευρώπη δεν
χρειάζεται απαραίτητα να
ξεπεράσει άμεσα τις ΗΠΑ
ή την Κίνα στην τεχνητή
νοημοσύνη. Ο βασικός
στόχος είναι να αποφύγει
ένα μέλλον όπου οι
κρίσιμες υποδομές
AI
θα ελέγχονται
αποκλειστικά από την
Ουάσιγκτον ή το Πεκίνο,
χωρίς η ίδια να έχει
ουσιαστικό ρόλο στη
διαμόρφωση των κανόνων
της νέας ψηφιακής
εποχής.
|