|
Ο στόχος είναι ιδιαίτερα
φιλόδοξος: το μερίδιο
της μεταποίησης στο ΑΕΠ
της ΕΕ να αυξηθεί στο
20% έως το 2035,
από 14,3% το 2024,
ενισχύοντας παράλληλα
την οικονομική ασφάλεια
και τη στρατηγική
αυτονομία της Ευρώπης.
Το πρόβλημα είναι ότι,
έξι μήνες μετά την
παρουσίαση της πρότασης,
οι Ευρωπαίοι
εξακολουθούν να
διαφωνούν για το πώς
ακριβώς θα εφαρμοστεί.
Η μάχη για το «Made
in
Europe»
Η βασική ιδέα του
IAA
είναι σχετικά απλή: οι
δημόσιες συμβάσεις και
οι κρατικές ενισχύσεις
να λειτουργήσουν ως
μοχλός δημιουργίας μιας
μεγάλης και σχετικά
προστατευμένης αγοράς
για τα ευρωπαϊκά
προϊόντα.
Η εφαρμογή της, όμως,
αποδεικνύεται εξαιρετικά
δύσκολη.
Το βασικό ερώτημα είναι
φαινομενικά απλό:
πόσο ευρωπαϊκό
πρέπει να είναι ένα
προϊόν για να θεωρείται
«Made
in
Europe»;
Με αυστηρούς κανόνες, η
ΕΕ κινδυνεύει να
αποκλείσει εμπορικούς
εταίρους και να
προκαλέσει αναστάτωση
στις διεθνείς αλυσίδες
εφοδιασμού.
Με πολύ χαλαρούς
κανόνες, από την άλλη,
το «Made
in
Europe»
θα μπορούσε να καταλήξει
ένας τίτλος χωρίς
ουσιαστικό περιεχόμενο.
Και εδώ ακριβώς ξεκινά η
σύγκρουση μεταξύ
Κοινοβουλίου και
Συμβουλίου, αλλά και
μεταξύ των ίδιων των
κρατών-μελών.
Οι διαπραγματεύσεις
αναμένεται να κινηθούν
γύρω από πέντε
βασικά μέτωπα.
1. Πόσο «ευρωπαϊκό»
πρέπει να είναι ένα
προϊόν;
Το ζήτημα της προέλευσης
είναι ίσως το πιο
ευαίσθητο πολιτικά.
Οι δημόσιες συμβάσεις
αντιστοιχούν περίπου στο
15% του ΑΕΠ της
ΕΕ, δηλαδή
σχεδόν 3 τρισ.
ευρώ ετησίως.
Επομένως, ο ορισμός του
ποιος μπορεί να
θεωρείται ευρωπαϊκός
προμηθευτής έχει
τεράστιες οικονομικές
συνέπειες.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
πιέζει για αυστηρότερους
κανόνες, προτείνοντας
τουλάχιστον 50%
της αξίας ενός προϊόντος
να δημιουργείται στην ΕΕ.
Παράλληλα, θέλει να
συνδεθεί η πρόσβαση στις
δημόσιες συμβάσεις με
όρους που αφορούν την
αμοιβαιότητα, την
προστασία του κλίματος,
τα εργασιακά πρότυπα,
τις οικονομικές
εγγυήσεις και τα
ανθρώπινα δικαιώματα.
Το Συμβούλιο κινείται σε
πιο ευέλικτη κατεύθυνση.
Εξετάζει, υπό
προϋποθέσεις, να
θεωρούνται ισοδύναμα με
ευρωπαϊκά προϊόντα και
προϊόντα ή εξαρτήματα
που προέρχονται από
χώρες οι οποίες
συμμετέχουν στη Συμφωνία
Δημοσίων Συμβάσεων του
Παγκόσμιου Οργανισμού
Εμπορίου ή έχουν
συμφωνίες ελεύθερου
εμπορίου με την ΕΕ.
Η Ιρλανδία, η οποία
ασκεί την εκ περιτροπής
προεδρία του Συμβουλίου,
σχεδιάζει να παρουσιάσει
νέα συμβιβαστική πρόταση
για το «Made
in
Europe»
έως τα μέσα Οκτωβρίου.
2. Πόσο αυστηρά θα
ελέγχονται οι ξένες
επενδύσεις;
Το δεύτερο μέτωπο αφορά
τις άμεσες ξένες
επενδύσεις σε
στρατηγικούς κλάδους.
Το Κοινοβούλιο φοβάται
ότι η Ευρώπη θα μπορούσε
να δαπανήσει
δισεκατομμύρια για τη
δημιουργία στρατηγικών
βιομηχανιών και στη
συνέχεια οι ίδιες οι
εταιρείες ή οι υποδομές
που δημιουργήθηκαν με
ευρωπαϊκή στήριξη να
περάσουν σε ξένους
επενδυτές.
Για τον λόγο αυτό ζητά
αυστηρότερο σύστημα
ελέγχου.
Μεταξύ άλλων, προτείνει
να μειωθεί το όριο
επένδυσης που
ενεργοποιεί τον έλεγχο
από τα 100 εκατ.
ευρώ στα 50 εκατ. ευρώ,
να συμπεριληφθούν στο
πλαίσιο και θυγατρικές
ξένων επενδυτών και να
μειωθεί το όριο
συμμετοχής που
ενεργοποιεί την
υποχρέωση κοινοποίησης.
Παράλληλα, θέλει να
ενισχυθεί ο ρόλος της
Κομισιόν, ακόμη και με
δυνατότητα
μπλοκαρίσματος
επενδύσεων σε κρίσιμες
πρώτες ύλες όταν υπάρχει
ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Το Συμβούλιο, αντίθετα,
τάσσεται υπέρ ενός πιο
περιορισμένου
συστήματος, διατηρώντας
κατά βάση το όριο των
100 εκατ. ευρώ
και το όριο ελέγχου του
30% που
προβλέπει η αρχική
πρόταση της Επιτροπής.
Πίσω από τη διαφωνία
βρίσκεται ένα μεγαλύτερο
ερώτημα: πόση
εξουσία πρέπει να
μεταφερθεί στις
Βρυξέλλες και πόση να
παραμείνει στις εθνικές
κυβερνήσεις;
3. Πόσο ακριβό μπορεί να
γίνει το «Made
in
Europe»;
Το τρίτο μέτωπο αφορά
τις δημόσιες συμβάσεις
και τις επιδοτήσεις.
Και οι δύο πλευρές
συμφωνούν ότι η κρατική
στήριξη πρέπει να
δημιουργήσει ζήτηση για
ευρωπαϊκά προϊόντα
χαμηλών εκπομπών
άνθρακα.
Η διαφωνία αφορά το πόσο
υποχρεωτική θα είναι
αυτή η προτίμηση.
Για το Κοινοβούλιο, οι
πράσινες, κοινωνικές και
«Made
in
Europe»
απαιτήσεις θα πρέπει να
μπορούν να καλύπτουν έως
και το 90% των
προγραμμάτων κρατικής
βοήθειας ή επιδοτήσεων.
Το Συμβούλιο προτείνει
όριο 45%.
Η διαφορά δεν είναι
απλώς τεχνική. Έχει
άμεσο κόστος για
κυβερνήσεις,
επιχειρήσεις και
καταναλωτές.
Εάν ένα ευρωπαϊκό προϊόν
είναι ακριβότερο από ένα
αντίστοιχο εισαγόμενο, η
υποχρέωση των
κυβερνήσεων να
προτιμήσουν το ευρωπαϊκό
σημαίνει ότι το επιπλέον
κόστος θα πρέπει τελικά
να καλυφθεί από τους
φορολογούμενους ή τους
καταναλωτές.
Το Συμβούλιο ζητά,
επομένως, περισσότερες
εξαιρέσεις στις
περιπτώσεις όπου τα
ευρωπαϊκά προϊόντα δεν
είναι διαθέσιμα, είναι
υπερβολικά ακριβά ή δεν
καλύπτουν τις τεχνικές
προδιαγραφές.
Το Κοινοβούλιο επιμένει
σε αυστηρότερους
κοινωνικούς και
εργασιακούς όρους,
περιορισμούς
μετεγκατάστασης
παραγωγής και
ισχυρότερους μηχανισμούς
ελέγχου.
4. Ποιοι κλάδοι θα
προστατευθούν
περισσότερο;
Η τέταρτη διαφωνία αφορά
τους επιμέρους
στρατηγικούς κλάδους.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
θέλει υψηλότερες
απαιτήσεις ευρωπαϊκού
περιεχομένου για
μπαταρίες, φωτοβολταϊκά,
ανεμογεννήτριες,
ηλεκτρολύτες, πυρηνικές
τεχνολογίες και
ηλεκτρικά οχήματα.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική
είναι η περίπτωση των
ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Ένα αυτοκίνητο μπορεί να
συναρμολογείται στην
Ευρώπη, αλλά η μπαταρία
του, οι πρώτες ύλες και
σημαντικό μέρος των
εξαρτημάτων του να
προέρχονται από την Ασία
ή άλλες περιοχές του
κόσμου.
Το Κοινοβούλιο θέλει το
ποσοστό των μη
μπαταριακών εξαρτημάτων
ενός οχήματος που πρέπει
να προέρχονται από την
ΕΕ να αυξηθεί στο
75%,
από 70% που προβλέπει η
πρόταση της Επιτροπής.
Παράλληλα, προτείνει
απαιτήσεις για τα υλικά
των μπαταριών, τα
συνδετικά υλικά και τις
στρατηγικές πρώτες ύλες.
Το Συμβούλιο εμφανίζεται
πιο επιφυλακτικό και
τάσσεται υπέρ μιας
σταδιακότερης εφαρμογής.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
εάν οι αυστηρότεροι
κανόνες θα ενισχύσουν
τελικά την ευρωπαϊκή
βιομηχανία ή θα αυξήσουν
το κόστος παραγωγής και,
κατ’ επέκταση, τις τιμές
που πληρώνουν οι
καταναλωτές.
5. Πόσο μεγάλη πρέπει να
γίνει η ευρωπαϊκή
βιομηχανική πολιτική;
Το πέμπτο μέτωπο αφορά
την ίδια τη φιλοσοφία
του IAA.
Πρέπει να αποτελέσει ένα
στοχευμένο εργαλείο για
τη μείωση των
στρατηγικών εξαρτήσεων ή
να μετατραπεί σε ένα
πολύ ευρύτερο όχημα
βιομηχανικής πολιτικής;
Το Κοινοβούλιο θέλει να
διευρύνει το πεδίο
εφαρμογής του νόμου,
προσθέτοντας κλάδους
όπως η ναυτιλία,
η ανάκτηση υλικών και
ορισμένα πλαστικά
προϊόντα που
χρησιμοποιούνται στις
κατασκευές.
Παράλληλα, θέλει
μελλοντικές αναθεωρήσεις
να μπορούν να εντάσσουν
στους δικαιούχους τομείς
όπως τα λιπάσματα, το
τροχαίο υλικό, η
ρομποτική και η
αεροδιαστημική
βιομηχανία.
Το Συμβούλιο προτιμά να
παραμείνει ο IAA
περισσότερο εστιασμένος
στους κλάδους που έχουν
ήδη χαρακτηριστεί
στρατηγικοί, όπως οι
ενεργοβόρες βιομηχανίες,
η αυτοκινητοβιομηχανία,
οι τεχνολογίες μηδενικών
εκπομπών και οι κρίσιμες
πρώτες ύλες.
Το πρόβλημα είναι ότι,
από τη στιγμή που η
Ευρώπη αρχίζει να
χρησιμοποιεί δημόσιες
συμβάσεις και
επιδοτήσεις για να
ενισχύσει συγκεκριμένους
κλάδους, είναι δύσκολο
να εξηγήσει γιατί άλλες
βιομηχανίες θα πρέπει να
μείνουν εκτός.
Εκεί υπάρχει συμφωνία
Παρά τις διαφωνίες,
υπάρχει ένας σημαντικός
κοινός παρονομαστής.
Κοινοβούλιο και
Συμβούλιο συμφωνούν στην
ανάγκη για
ταχύτερες και
ψηφιοποιημένες
διαδικασίες αδειοδότησης,
ενιαία σημεία πρόσβασης,
συντονιστικές αρχές,
κριτήρια χαμηλών
εκπομπών άνθρακα,
περιοχές βιομηχανικής
επιτάχυνσης και
μηχανισμούς
παρακολούθησης και
επιβολής.
Η διαφωνία αφορά κυρίως
το πόσο αυστηροί θα
είναι οι κανόνες, πόσο
γρήγορα θα εφαρμοστούν
και πόση εξουσία θα
συγκεντρωθεί σε
ευρωπαϊκό επίπεδο.
Με άλλα λόγια, η βασική
κατεύθυνση δεν
αμφισβητείται. Αυτό που
βρίσκεται υπό
διαπραγμάτευση είναι η
ένταση της παρέμβασης.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή
αντίφαση
Η τελική μάχη για τον
IAA
δεν θα αφορά επομένως το
εάν η Ευρώπη χρειάζεται
ισχυρότερη βιομηχανική
βάση. Θα αφορά
το τίμημα της
δημιουργίας της και το
ποιος θα το πληρώσει.
Οι κυβερνήσεις θέλουν
μεγαλύτερη βιομηχανική
αυτονομία, αλλά
ταυτόχρονα φοβούνται το
κόστος για τους εθνικούς
προϋπολογισμούς.
Το Κοινοβούλιο θέλει
αυστηρότερους κανόνες «Made
in
Europe»,
αλλά οι ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις
εξακολουθούν να
εξαρτώνται από
παγκόσμιες αλυσίδες
εφοδιασμού.
Η Κομισιόν θέλει να
επιταχύνει την εφαρμογή,
ενώ τα κράτη-μέλη
προσπαθούν να
διατηρήσουν μεγαλύτερο
έλεγχο.
Και όλα αυτά συμβαίνουν
σε μια περίοδο κατά την
οποία η Ευρώπη βρίσκεται
αντιμέτωπη με την
αυξανόμενη βιομηχανική
ισχύ της Κίνας, τον
αμερικανικό
προστατευτισμό και έναν
παγκόσμιο εμπορικό
πόλεμο.
Ούτε το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο ούτε το
Συμβούλιο έχουν ακόμη
οριστικοποιήσει τις
θέσεις τους. Ο στόχος
είναι αυτό να γίνει έως
τον Δεκέμβριο.
Αυτό σημαίνει ότι η
αρχική φιλοδοξία της
Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν
να ολοκληρωθεί η
νομοθεσία μέσα στο 2026
απομακρύνεται, ενώ οι
κρίσιμες
διαπραγματεύσεις
αναμένεται να
μεταφερθούν στο
2027.
Και μέχρι τότε, η Ευρώπη
θα πρέπει να απαντήσει
σε ένα ερώτημα που
αποδεικνύεται πολύ
δυσκολότερο από όσο
αρχικά φαινόταν:
Πόσο «ευρωπαϊκή» πρέπει
να είναι η Ευρώπη για να
μπορέσει να ξαναγίνει
βιομηχανική δύναμη;
|