|
Τα αποτελέσματα δεν
αποτυπώνονται ακόμη
πλήρως στο ΑΕΠ. Η
ανάλυση ανά κλάδο,
ωστόσο, δείχνει ότι
σημαντικές αλλαγές
βρίσκονται ήδη σε
εξέλιξη.
Άμυνα, ψηφιοποίηση και
απανθρακοποίηση: οι
τρεις βασικοί πυλώνες
Η γεωπολιτική
αβεβαιότητα έχει
επιταχύνει την ευρωπαϊκή
προσπάθεια ενίσχυσης της
αμυντικής παραγωγής. Από
τον Μάρτιο του 2025, το
χρηματοδοτικό εργαλείο
SAFE
επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή να αντλεί
κεφάλαια από τις αγορές,
έως και 150 δισ. ευρώ,
για τη στήριξη των
κρατών-μελών στο πλαίσιο
του προγράμματος
επανεξοπλισμού «Readiness
2030».
Η πρωτοβουλία έχει πλέον
περάσει από τον
σχεδιασμό στην
υλοποίηση, με τις
εκταμιεύσεις για την
προμήθεια στρατιωτικού
εξοπλισμού να
επιταχύνονται. Σύμφωνα
με τον Ευρωπαϊκό
Οργανισμό Άμυνας, οι
αμυντικές δαπάνες στην
Ευρώπη αναμένεται να
φθάσουν τα 454 δισ. ευρώ
το 2026, ποσό αυξημένο
κατά 30% σε σχέση με το
2024.
Η δεύτερη μεγάλη
προτεραιότητα αφορά την
τεχνητή νοημοσύνη. Η ΕΕ
επιδιώκει να περιορίσει
την τεχνολογική απόσταση
από τις ΗΠΑ και την
Κίνα, κινητοποιώντας
επενδύσεις που μπορούν
να φθάσουν τα 200 δισ.
ευρώ μέσω συμπράξεων
δημόσιου και ιδιωτικού
τομέα. Το σχέδιο
περιλαμβάνει την
ανάπτυξη δεξιοτήτων, την
ενίσχυση των νεοφυών
επιχειρήσεων, την
προσέλκυση και διατήρηση
εξειδικευμένου
προσωπικού, καθώς και
την ευρύτερη αξιοποίηση
δεδομένων και
τεχνογνωσίας.
Κεντρικό στοιχείο
αποτελεί ένα ειδικό
χρηματοδοτικό ταμείο 20
δισ. ευρώ, με τη
συμμετοχή της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής και της
Ευρωπαϊκής Τράπεζας
Επενδύσεων, για τη
δημιουργία πέντε μεγάλων
υποδομών τεχνητής
νοημοσύνης. Οι
εγκαταστάσεις αυτές, οι
λεγόμενες
«γιγα-μονάδες», θα έχουν
τη δυνατότητα να
φιλοξενούν και να
εκπαιδεύουν τα
ισχυρότερα μοντέλα
AI.
Τρίτος πυλώνας είναι η
ενεργειακή μετάβαση και
η εξασφάλιση πρόσβασης
σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η Ευρώπη επιχειρεί να
διαφοροποιήσει τις πηγές
προμήθειας μετάλλων
στρατηγικής σημασίας
μέσω εμπορικών
συμφωνιών, μεταξύ άλλων
με την Αυστραλία και τη
Νότια Αφρική. Παράλληλα,
ενισχύει την προσπάθεια
εξόρυξης και
επεξεργασίας πρώτων υλών
εντός της ΕΕ, με
ιδιαίτερη έμφαση στο
λίθιο και το κοβάλτιο.
Το «Σύμφωνο για Καθαρή
Βιομηχανία» προβλέπει τη
δυνατότητα κινητοποίησης
έως και 100 δισ. ευρώ
μέσω του Ταμείου
Καινοτομίας και πόρων
που συνδέονται με το
ευρωπαϊκό σύστημα
εμπορίας δικαιωμάτων
εκπομπών. Στόχος είναι
να στηριχθούν ιδιαίτερα
οι ενεργοβόρες
βιομηχανίες, ώστε να
περιορίσουν τις εκπομπές
τους χωρίς να χάσουν
περαιτέρω
ανταγωνιστικότητα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης
εξακολουθεί να στηρίζει
τις επενδύσεις
Σύμφωνα με έκθεση του
Institut
Montaigne
τον Ιούνιο του 2026,
σχεδόν το ένα τρίτο των
συστάσεων της έκθεσης
Ντράγκι έχει ήδη
εφαρμοστεί. Η πρόοδος
παραμένει άνιση, αλλά η
Ευρώπη είχε ξεκινήσει
μια σημαντική επενδυτική
προσπάθεια ακόμη και
πριν από τη δημοσίευση
της έκθεσης, μέσω του
προγράμματος
NextGenerationEU.
Για την περίοδο
2020-2026, περίπου 573
δισ. ευρώ έχουν διατεθεί
μέσω του Μηχανισμού
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας, με
σημαντικό μέρος να
κατευθύνεται στις
ενεργειακές υποδομές,
στις ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας, στους
σιδηροδρόμους, στην
ψηφιοποίηση και στη
συνδεσιμότητα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
αναφέρει ότι περίπου τα
δύο τρίτα των 6.000
οροσήμων και στόχων που
έχουν αναλάβει οι
κυβερνήσεις έχουν ήδη
συνδεθεί με τον
μηχανισμό. Παρότι το
πρόγραμμα πλησιάζει στην
ολοκλήρωσή του, η
επίδρασή του στην
οικονομική δραστηριότητα
αναμένεται να διαρκέσει
περισσότερο, καθώς οι
επενδύσεις σε υποδομές
και παραγωγικό εξοπλισμό
αποδίδουν σε βάθος
χρόνου.
Η πορεία του ΑΕΠ,
πάντως, δεν αποτυπώνει
από μόνη της την έκταση
αυτής της αλλαγής. Μετά
την ανάκαμψη του 2025, η
ανάπτυξη αναμένεται να
επιβραδυνθεί ελαφρώς το
2026. Αυτό δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι η
παραγωγική βάση της
Ευρώπης παραμένει
στάσιμη. Η ανάλυση των
επιμέρους κλάδων
αποκαλύπτει μεγάλες
αποκλίσεις, με ορισμένες
δραστηριότητες να
συρρικνώνονται και άλλες
να αναπτύσσονται με
ιδιαίτερα υψηλούς
ρυθμούς.
Αυτοκινητοβιομηχανία:
ιστορική πτώση στην
παραδοσιακή παραγωγή
Ο κλάδος του αυτοκινήτου
αποτελεί ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά
παραδείγματα των
δυσκολιών που
αντιμετωπίζει η
ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η
μετάβαση από τον
κινητήρα εσωτερικής
καύσης στην
ηλεκτροκίνηση
αναδιαμορφώνει την
παραγωγή, τις
εφοδιαστικές αλυσίδες
και τις ανάγκες σε
εξοπλισμό, ενώ οι
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
καλούνται να
ανταγωνιστούν την
κινεζική βιομηχανία σε
ένα περιβάλλον έντονων
τεχνολογικών και
τιμολογιακών πιέσεων.
Η παραγωγή ηλεκτρικών
οχημάτων στην Ευρώπη
ανέκαμψε το 2025,
καταγράφοντας αύξηση
30%, μετά την
επιβράδυνση που είχε
προκαλέσει η υποχώρηση
των κρατικών επιδοτήσεων
την περίοδο 2023-2024. Η
δυναμική συνεχίστηκε και
το 2026, με την παραγωγή
μπαταριών να αυξάνεται
κατά 25% σε ετήσια βάση
τον Ιούλιο.
Ωστόσο, η πρόοδος αυτή
δεν αρκεί για να
αντισταθμίσει τη
συρρίκνωση της
παραδοσιακής παραγωγής.
Στην Ευρώπη
συναρμολογούνται περίπου
3,2 εκατ. ηλεκτρικά
οχήματα ετησίως, έναντι
σχεδόν 17 εκατ. στην
Κίνα, η οποία
αντιπροσωπεύει περίπου
το 75% της παγκόσμιας
αγοράς.
Η συνολική παραγωγή
αυτοκινήτων στην Ευρώπη
βρίσκεται πλέον περίπου
30% κάτω από τον μέσο
όρο της περιόδου
2015-2019, καταγράφοντας
μία από τις μεγαλύτερες
υποχωρήσεις στην ιστορία
του κλάδου. Τον Ιούλιο
του 2026, η παραγωγή
μειώθηκε κατά 9,6% σε
ετήσια βάση, σύμφωνα με
τη Eurostat.
Οι συνέπειες δεν
περιορίζονται στους
κατασκευαστές
αυτοκινήτων. Οι
προμηθευτές εξαρτημάτων,
οι παραγωγοί
εργαλειομηχανών και οι
μεταλλουργικές
επιχειρήσεις δέχονται
επίσης πιέσεις, καθώς η
μείωση των παραγγελιών
μεταφέρεται σε ολόκληρη
την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η μετάβαση στην
ηλεκτροκίνηση δημιουργεί
νέες ευκαιρίες, αλλά
ταυτόχρονα επιταχύνει
την απαξίωση μέρους του
υφιστάμενου παραγωγικού
εξοπλισμού.
Η τεχνητή νοημοσύνη
δημιουργεί νέους
βιομηχανικούς
πρωταγωνιστές
Στον αντίποδα της
αυτοκινητοβιομηχανίας, η
τεχνητή νοημοσύνη και η
ενεργειακή μετάβαση
εξελίσσονται σε
σημαντικές πηγές νέας
βιομηχανικής
δραστηριότητας.
Στη Γερμανία, οι
αδυναμίες της
αυτοκινητοβιομηχανίας
έρχονται σε έντονη
αντίθεση με την ισχυρή
αύξηση των παραγγελιών
για ηλεκτρικό και
ηλεκτρονικό εξοπλισμό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η
παραγωγή εξοπλισμού
πληροφορικής, όπως
υπολογιστές και
περιφερειακές συσκευές,
αυξάνεται με ετήσιο
ρυθμό περίπου 40%.
Πρόκειται για επίδοση
που είχε να καταγραφεί
από την ταχεία
ψηφιοποίηση της περιόδου
2020-2021.
Η ανάπτυξη της τεχνητής
νοημοσύνης δεν ενισχύει
μόνο τους κατασκευαστές
υπολογιστών και
ηλεκτρονικών συστημάτων.
Αυξάνει και τη ζήτηση
για ηλεκτροπαραγωγικό
εξοπλισμό,
μετασχηματιστές, καλώδια
και άλλα εξαρτήματα που
απαιτούνται για την
τροφοδοσία και τη
διασύνδεση μεγάλων
υπολογιστικών υποδομών.
Η επέκταση των κέντρων
δεδομένων και των
δικτύων ηλεκτρικής
ενέργειας δημιουργεί
έτσι μια ευρύτερη
αλυσίδα επενδύσεων, με
οφέλη για περισσότερους
βιομηχανικούς κλάδους. Η
εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την Ευρώπη, καθώς μπορεί
να στηρίξει
δραστηριότητες
υψηλότερης προστιθέμενης
αξίας και να περιορίσει
την εξάρτηση από
εισαγόμενο τεχνολογικό
εξοπλισμό.
Ανάλογη δυναμική
εμφανίζει και ο
σιδηροδρομικός κλάδος,
με την παραγωγή μηχανών
και τροχαίου υλικού να
ενισχύεται από τις
επενδύσεις σε
μεταφορικές υποδομές και
την πράσινη μετάβαση,
συμπεριλαμβανομένων
έργων που
χρηματοδοτήθηκαν μέσω
του
NextGenerationEU.
Η αμυντική βιομηχανία
περνά από τις εξαγγελίες
στην παραγωγή
Η άμυνα αποτελεί τον
τομέα στον οποίο η
ευρωπαϊκή κινητοποίηση
μετατρέπεται πλέον πιο
καθαρά σε αυξημένη
παραγωγή.
Τα οχήματα μάχης, τα
οπλικά συστήματα και τα
πυρομαχικά, καθώς και ο
τηλεπικοινωνιακός και
οπτικός εξοπλισμός που
χρησιμοποιείται ευρέως
σε συστήματα μη
επανδρωμένων αεροσκαφών,
καταγράφουν ισχυρή
άνοδο. Σε επιμέρους
κατηγορίες, οι ετήσιοι
ρυθμοί αύξησης της
παραγωγής κυμαίνονται
από 20% έως 50%.
Η εξέλιξη συνδέεται με
την αύξηση των αμυντικών
προϋπολογισμών, τις
ανάγκες αναπλήρωσης
αποθεμάτων και την
προσπάθεια των
ευρωπαϊκών κρατών να
ενισχύσουν την εγχώρια
παραγωγική τους
δυνατότητα. Η άνοδος των
παραγγελιών δημιουργεί
ευκαιρίες όχι μόνο για
τους μεγάλους αμυντικούς
ομίλους, αλλά και για
μικρότερες βιομηχανίες
που παράγουν ηλεκτρονικά
συστήματα, αισθητήρες,
εξειδικευμένα εξαρτήματα
και υλικά.
Η πρόκληση για την
Ευρώπη είναι να
μετατρέψει την προσωρινή
αύξηση των αμυντικών
δαπανών σε διατηρήσιμη
βιομηχανική δυναμική, με
επενδύσεις στην έρευνα,
στις παραγωγικές
εγκαταστάσεις και στο
εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό.
Τα πρώτα σημάδια
ανάκαμψης της
παραγωγικότητας
Πίσω από τις μεγάλες
αποκλίσεις μεταξύ των
κλάδων, εμφανίζονται
ενδείξεις βελτίωσης της
ευρωπαϊκής
παραγωγικότητας. Η
παραγωγικότητα ανά ώρα
εργασίας έχει ανακάμψει
αισθητά τα τελευταία
τρίμηνα, επιστρέφοντας
σε ετήσιο ρυθμό αύξησης
περίπου 1%, αντίστοιχο
με εκείνον που
επικρατούσε πριν από την
πανδημία.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς η χαμηλή
παραγωγικότητα αποτελεί
μία από τις βασικές
αιτίες της υστέρησης της
ευρωπαϊκής οικονομίας
έναντι των ΗΠΑ. Η
διατηρήσιμη βελτίωσή της
θα μπορούσε να ενισχύσει
την ανταγωνιστικότητα
των επιχειρήσεων, να
στηρίξει τους μισθούς
και να δημιουργήσει
μεγαλύτερα περιθώρια για
επενδύσεις χωρίς
αντίστοιχη αύξηση του
κόστους παραγωγής.
Παράλληλα, η εικόνα των
ευρωπαϊκών επιχειρήσεων
στις διεθνείς αγορές
είναι πιο ανθεκτική από
όσο συχνά εκτιμάται. Με
εξαίρεση την ιδιαίτερη
περίπτωση της Κίνας, οι
εξαγωγές μεταποιημένων
προϊόντων προς χώρες
εκτός ΕΕ έχουν ενισχυθεί
τα τελευταία χρόνια,
στοιχείο που υποδηλώνει
ότι η ευρωπαϊκή
βιομηχανία διατηρεί
σημαντικό μέρος της
ανταγωνιστικής της
θέσης.
Αυτό δεν αναιρεί τα
διαρθρωτικά προβλήματα,
ούτε σημαίνει ότι η
Ευρώπη έχει καλύψει το
τεχνολογικό χάσμα.
Δείχνει, όμως, ότι η
εικόνα μιας οικονομίας
που παραμένει συνολικά
στάσιμη δεν αποτυπώνει
πλήρως τις αλλαγές που
συντελούνται στο
εσωτερικό της.
Η ευρωπαϊκή ανάκαμψη δεν
είναι ομοιόμορφη, αλλά η
παραγωγική βάση αλλάζει
Η συνολική εικόνα
παραμένει αντιφατική. Η
αδύναμη ανάπτυξη, η
κρίση στην
αυτοκινητοβιομηχανία και
η πίεση από το
ενεργειακό κόστος
συνυπάρχουν με την άνοδο
της αμυντικής παραγωγής,
την επιτάχυνση της
ψηφιοποίησης και την
αυξανόμενη ζήτηση για
εξοπλισμό που συνδέεται
με την τεχνητή
νοημοσύνη.
Το βασικό συμπέρασμα της
κλαδικής ανάλυσης είναι
ότι η ευρωπαϊκή
οικονομία δεν βρίσκεται
απλώς σε μια περίοδο
χαμηλής ανάπτυξης.
Βρίσκεται σε διαδικασία
βαθιάς αναδιάρθρωσης,
κατά την οποία ορισμένες
παραδοσιακές
δραστηριότητες
συρρικνώνονται, ενώ νέοι
κλάδοι αποκτούν ολοένα
μεγαλύτερη βαρύτητα.
Το
NextGenerationEU
πλησιάζει στην
ολοκλήρωσή του, αλλά οι
επιδράσεις των
επενδύσεών του
αναμένεται να
συνεχιστούν. Ταυτόχρονα,
οι πρωτοβουλίες που
ακολούθησαν την έκθεση
Ντράγκι δημιουργούν νέες
επενδυτικές και
παραγωγικές ευκαιρίες.
Το κρίσιμο στοίχημα για
την Ευρώπη είναι να
μετατρέψει αυτή τη
δυναμική σε διατηρήσιμη
αύξηση της
παραγωγικότητας, της
ανταγωνιστικότητας και
του εισοδήματος. Η
πρόοδος στην τεχνητή
νοημοσύνη, στην άμυνα
και στην ενεργειακή
μετάβαση αποτελεί θετική
ένδειξη, αλλά η επιτυχία
θα κριθεί από το κατά
πόσο οι επενδύσεις θα
ενισχύσουν ευρύτερα την
παραγωγική βάση και θα
περιορίσουν τη
διαρθρωτική απόσταση από
τις ΗΠΑ και την Κίνα.


Πηγή: BNP Paribas |