|
Για πρώτη φορά, τα κράτη
αποκτούν τη δυνατότητα
να προχωρούν σε δήμευση
όχι μόνο περιουσιακών
στοιχείων που συνδέονται
άμεσα με συγκεκριμένο
αδίκημα, αλλά και
οποιουδήποτε
περιουσιακού στοιχείου
καταδικασμένου προσώπου,
εφόσον δικαστήριο κρίνει
ότι προέρχεται από
παράνομη δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
αποκτά επίσης η
δυνατότητα δήμευσης
χωρίς προηγούμενη
ποινική καταδίκη. Εφόσον
υπάρχουν σοβαρές
ενδείξεις ότι
συγκεκριμένα
assets
συνδέονται με
εγκληματικές
δραστηριότητες, οι
δικαστικές αρχές θα
μπορούν να διατάσσουν τη
δέσμευση ή κατάσχεσή
τους ακόμη και πριν
ολοκληρωθεί η ποινική
διαδικασία.
Το νέο κανονιστικό
πλαίσιο επεκτείνεται και
σε τρίτα πρόσωπα.
Περιουσιακά στοιχεία που
έχουν μεταβιβαστεί σε
άλλους θα μπορούν επίσης
να δεσμεύονται ή να
δημεύονται, εκτός αν
αποδειχθεί ότι οι
αποδέκτες ενήργησαν
καλόπιστα και χωρίς
γνώση της παράνομης
προέλευσής τους.
Κεντρικό ρόλο στις νέες
ρυθμίσεις έχουν τα
κρυπτονομίσματα και οι
ψηφιακές πλατφόρμες. Οι
ευρωπαϊκές αρχές
αποκτούν πλέον
ενισχυμένες δυνατότητες
πρόσβασης σε πληροφορίες
από παρόχους υπηρεσιών
cryptoassets
και ψηφιακών
πορτοφολιών.
Οι εθνικές μονάδες
οικονομικών πληροφοριών
θα μπορούν να αντλούν
ταχύτερα στοιχεία
σχετικά με λογαριασμούς,
κατόχους
cryptoassets
και ψηφιακές συναλλαγές
μέσω αυτοματοποιημένων
συστημάτων διασύνδεσης.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται
ιδιαίτερα σημαντική,
καθώς μέχρι σήμερα
μεγάλο μέρος των
παράνομων ροών κεφαλαίων
αξιοποιούσε τα
κανονιστικά κενά και την
πολυπλοκότητα της αγοράς
κρυπτονομισμάτων.
Παράλληλα, κάθε χώρα θα
υποχρεωθεί να
δημιουργήσει δύο
εξειδικευμένους
κρατικούς μηχανισμούς:
μία υπηρεσία ανάκτησης
περιουσιακών στοιχείων
για τον εντοπισμό
παράνομων κεφαλαίων και
μία υπηρεσία διαχείρισης
κατασχεμένων
assets,
υπεύθυνη για τη
διατήρηση και αξιοποίηση
των δεσμευμένων
περιουσιακών στοιχείων.
Ο γενικός γραμματέας του
Συμβουλίου της Ευρώπης,
Alain
Berset,
υπογράμμισε ότι τα
παράνομα
χρηματοοικονομικά δίκτυα
υπονομεύουν τη
δημοκρατία, τη δημόσια
εμπιστοσύνη και το
κράτος δικαίου,
ιδιαίτερα σε μια εποχή
όπου οι νέες τεχνολογίες
επιτρέπουν ταχύτατες και
δύσκολα ανιχνεύσιμες
διασυνοριακές μεταφορές
κεφαλαίων.
Όπως σημείωσε, το νέο
πρωτόκολλο προσφέρει στα
κράτη ισχυρότερα
εργαλεία για τη διάλυση
εγκληματικών δικτύων,
την προστασία των
θυμάτων και την ενίσχυση
της δημοκρατικής
ασφάλειας πέρα από
σύνορα και τεχνολογικούς
περιορισμούς.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο
προβλέπει επίσης ότι
μέρος των δεσμευμένων ή
κατασχεμένων
περιουσιακών στοιχείων
θα μπορεί να
επιστρέφεται στα θύματα
οικονομικών εγκλημάτων ή
να αξιοποιείται για
κοινωνικούς και
δημόσιους σκοπούς.
Η συμφωνία αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία η
Ευρώπη βρίσκεται
αντιμέτωπη με
αυξανόμενες προκλήσεις
στον τομέα του
κυβερνοεγκλήματος, των
επιθέσεων
ransomware,
της παράνομης διακίνησης
κεφαλαίων και της χρήσης
cryptoassets
για ξέπλυμα χρήματος ή
παραβίαση διεθνών
κυρώσεων.
Το νέο πρωτόκολλο θα
ανοίξει προς υπογραφή
τον Οκτώβριο του 2026
στο Strasbourg
και θα τεθεί σε ισχύ
όταν επικυρωθεί από
τουλάχιστον πέντε χώρες,
εκ των οποίων οι τρεις
θα πρέπει να είναι μέλη
του Council
of
Europe.
Παρότι το Συμβούλιο της
Ευρώπης δεν αποτελεί
θεσμικό όργανο της
European
Union,
η συμμετοχή όλων των
κρατών-μελών της ΕΕ στη
συμφωνία σημαίνει ότι οι
νέοι κανόνες αναμένεται
να επηρεάσουν άμεσα
ολόκληρο το ευρωπαϊκό
χρηματοοικονομικό και
ψηφιακό οικοσύστημα.
Η Ευρώπη δείχνει πλέον
αποφασισμένη να
αντιμετωπίσει τη νέα
γενιά οικονομικού
εγκλήματος όχι μόνο μέσω
παραδοσιακών τραπεζικών
ελέγχων, αλλά και με
βαθύτερη εποπτεία στον
κόσμο των crypto,
των ψηφιακών πορτοφολιών
και των διεθνών
ηλεκτρονικών δικτύων
συναλλαγών.
|