|
Το
σοκ του 2025
Η
κίνηση όταν ανακοινώθηκε
στις αρχές του 2025 είχε
«παγώσει» την
ασφαλιστική αγορά, καθώς
ανέτρεψε τη 15ετή
συμφωνία που είχε
υπογράψει μετά από
πολλές παλινωδίες η
Εθνική Τράπεζα με το CVC
και την Εθνική
Ασφαλιστική μόλις το
2021.
Από
την πλευρά της Εθνικής
Τράπεζας η συνεργασία με
την Allianz δημιουργεί
νέα δυναμική για τους
δύο ομίλους. Η Allianz
δραστηριοποιείται σε
όλους τους ασφαλιστικούς
κλάδους και ως μέλος
ενός πολυεθνικού ομίλου
είναι σε θέση να
παράσχει ένα ευρύ φάσμα
ασφαλιστικών προϊόντων
τόσο στις γενικές
ασφαλίσεις όσο και στον
κλάδο ζωής και
αποταμίευσης. Από τις
ασφαλίσεις κινδύνων για
επιχειρήσεις και
περιουσίας για τα
νοικοκυριά, τον κλάδο
αυτοκινήτου έως τον
κλάδο υγείας και φυσικά
τον κλάδο αποταμίευσης
και επένδυσης, η Allianz
μπορεί να προσδώσει στην
Εθνική Τράπεζα
προστιθέμενη αξία,
λειτουργώντας ουσιαστικά
ως ένα εργοστάσιο
προϊόντων σε όλους τους
κλάδους αιχμής αλλά και
σε νέες συμπληρωματικές
καλύψεις, που
αναδεικνύονται από τους
νέους σύγχρονους
κινδύνους.
Το
στοίχημα είναι διττό και
για τους δύο ομίλους.
Αφενός για την Εθνική
Τράπεζα που μετά την
απώλεια της Εθνικής
Ασφαλιστικής υπολείπεται
έναντι των ανταγωνιστών
της στον τομέα των
τραπεζοασφαλίσεων και
αφετέρου για την Allianz
που αποκτά για πρώτη
φορά τραπεζικό κανάλι
για τη διάθεση των
προϊόντων της.
Το
come back της Εθνικής
Τράπεζας δεν είναι απλώς
μια νέα εμπορική
συμφωνία. Μετά από μία
δεκαετία δύσκολων
επιλογών στον τομέα της
ασφάλισης, επιδιώκει να
επαναπροσδιορίζει την
εικόνα της, ακολουθώντας
ένα διαφοροποιημένο
μοντέλο. Αυτό της
στρατηγικής συμμαχίας –
όχι με μια εταιρεία
πλήρως ενσωματωμένη στον
όμιλο, αλλά μέσα από τη
συνεργασία στη διανομή
προϊόντων που συνδυάζει
συμμετοχή στο μετοχικό
κεφάλαιο. Για τον όμιλο
της ΕΤΕ η συμφωνία είναι
και θέμα ανάκτησης
κύρους, αφού πρόκειται
για την κατάληξη μιας
10ετούς διαδρομής που
ξεκίνησε με αναγκαστικές
αποφάσεις, πέρασε από
αμφιλεγόμενες πωλήσεις
και κατέληξε σε μια
στρατηγική
επανατοποθέτηση.
Για
την Εθνική, η επιστροφή
στην ασφάλιση δεν έχει
τον χαρακτήρα της
επέκτασης, αλλά της
επανόδου σε ένα χώρο από
τον οποίο υποχρεώθηκε να
αποχωρήσει σχεδόν διά
της βίας.
Η
ιστορία ξεκίνησε εν μέσω
κρίσης, όταν το
ιδιοκτησιακό μοντέλο
τραπεζών ασφαλιστικών
άρχισε να αποδομείται
στο πλαίσιο και των
σχεδίων αναδιάρθρωσης
που υποχρεώθηκαν να
ακολουθήσουν οι
ελληνικές τράπεζες. Οι
δεσμεύσεις που ανέλαβε η
Εθνική Τράπεζα απέναντι
στις ευρωπαϊκές αρχές
την υποχρέωσαν να
προχωρήσει σε
αποεπενδύσεις και η
Εθνική Ασφαλιστική
βρέθηκε στο επίκεντρο
αυτής της διαδικασίας.
Η
πρώτη προσπάθεια πώλησης
έλαβε χώρα το 2016-2017,
όταν η προσφορά που
κατέθεσε η κοινοπραξία
Calamos – EXIN,
δημιούργησε προσδοκίες
υψηλού τιμήματος, καθώς
προέβλεπε 718 εκατ. ευρώ
για το 75%. Ομως το deal
κατέρρευσε, αφήνοντας
ερωτήματα για τη
χρηματοδότηση και την
αξιοπιστία του σχήματος.
Η αποτυχία αυτή κόστισε
χρόνο και, κυρίως,
διαπραγματευτική δύναμη.
Οταν η διαδικασία
επανεκκίνησε, οι
συνθήκες είχαν αλλάξει.
Η πίεση για ολοκλήρωση
της πώλησης ήταν
μεγαλύτερη, οι επιλογές
περιορισμένες και η
αγορά πιο επιφυλακτική.
Ετσι, τον Μάρτιο του
2021 η Εθνική Τράπεζα
κατέληξε σε συμφωνία για
την πώληση του 90,01%
της Εθνικής Ασφαλιστικής
στο CVC Capital
Partners. Το ονομαστικό
τίμημα αντιστοιχούσε σε
505 εκατ. ευρώ για το
100%, αλλά με σημαντικό
μέρος να συνδέεται με
την επίτευξη
συγκεκριμένων στόχων
bancassurance και
κερδοφορίας. Με βάση την
τότε συμφωνία, ως άμεσο
έσοδο της ΕΤΕ
αναγνωρίζονταν 234 εκατ.
ευρώ, ενώ άλλα 125 εκατ.
ευρώ θα καταβάλλονταν
αργότερα και υπό όρους
σε μία 5ετία και έως 120
εκατ. ευρώ ανάλογα με
την επίτευξη στόχων
πωλήσεων
τραπεζοασφαλιστικών
προϊόντων.
Με
αυτόν τον τρόπο η
ασφαλιστική έπαψε να
αποτελεί μέρος ενός
τραπεζικού ομίλου με
μακροπρόθεσμη στρατηγική
και μετατράπηκε σε
επενδυτικό asset. Για το
fund, το ζητούμενο δεν
ήταν η ενσωμάτωση, αλλά
η απόδοση. Τα επόμενα
χρόνια επιβεβαίωσαν αυτή
τη λογική.
Η
εταιρεία αναδιαρθρώθηκε,
αξιοποιήθηκαν επιμέρους
στοιχεία ενεργητικού και
προετοιμάστηκε η επόμενη
φάση, δηλαδή η έξοδος
του CVC.
Μετά τη μεταβίβασή της
στον όμιλο Πειραιώς, η
Εθνική Τράπεζα βρέθηκε
αντιμέτωπη με ένα
εμφανές κενό. Η απουσία
της από την ασφαλιστική
αγορά δεν αφορούσε μόνο
την ιδιοκτησία μιας
εταιρείας. Αφορούσε τη
συνολική παρουσία της σε
έναν τομέα που υποσχόταν
ότι μπορούσε να παράγει
σημαντικά έσοδα. Με την
απώλεια της Εθνικής
Ασφαλιστικής, η τράπεζα
έχασε τον πλήρη έλεγχο
αυτού του μηχανισμού.
Οι
ανταγωνιστές
Σε
ένα περιβάλλον όπου τα
επιτοκιακά έσοδα
μονοπωλούν τις πηγές
κερδοφορίας και οι
τράπεζες αναζητούν
εναλλακτικές πηγές, η
απουσία από την ασφάλιση
δεν μπορούσε να
διαρκέσει επ’ αόριστον.
Αυτό δείχνουν οι
κινήσεις εκ νέου
ενσωμάτωσης των
ασφαλιστικών εταιρειών
όχι μόνο από την Τράπεζα
Πειραιώς αλλά και από
τον όμιλο της Eurobank,
που επανέκτησε τον
έλεγχο της Eurolife,
εξαγοράζοντας το 80% της
εταιρείας από τον όμιλο
Fairfax, έναντι
τιμήματος 813 εκατ.
ευρώ.
Η
στρατηγική αυτή
υπαγορεύεται και από τον
τραπεζοκεντρικό
χαρακτήρα του ελληνικού
χρηματοοικονομικού
συστήματος, τη σχέση που
έχει αναπτύξει ο πελάτης
με την τράπεζα όχι μόνο
για δάνεια και
καταθέσεις, αλλά και για
μακροπρόθεσμες
οικονομικές αποφάσεις,
κάνοντας τη μετάβαση στο
μοντέλο προσφοράς από
την τράπεζα και
ασφαλιστικών προϊόντων
πιο αποτελεσματικό. Η
ακτινογραφία των σχέσεων
τραπεζών – ασφαλιστικών
περιλαμβάνει τη σύμβαση
αποκλειστικής
συνεργασίας της Alpha
Bank με την Generali για
την πώληση ασφαλιστικών
προϊόντων μέσω του
τραπεζικού δικτύου, αλλά
και τη συμφωνία για την
πώληση του 51% της
AlphaLife στη UniCredit,
που αναμένεται να
ολοκληρωθεί εντός του
έτους.
Πέρα από τα εμπορικά
κίνητρα, ένας δεύτερος
βασικός λόγος για τον
οποίο οι τράπεζες
«ξαναζεσταίνουν» τη
σχέση τους με τις
ασφαλιστικές είναι το
ρυθμιστικό πλαίσιο, που
είναι πλέον πιο φιλικό
σε τέτοιες κινήσεις.
Μέχρι πρόσφατα οι
τράπεζες τιμωρούνταν
κεφαλαιακά αν ήθελαν να
αποκτήσουν μεγάλη
συμμετοχή σε ασφαλιστική
εταιρεία. Αυτό άλλαξε με
τον λεγόμενο Συμβιβασμό
της Δανίας (danish
compromise), μια ρύθμιση
που επιτρέπει υπό
συγκεκριμένους όρους πιο
ευνοϊκή κεφαλαιακή
μεταχείριση αυτών των
συμμετοχών, κάνοντας
τέτοιου είδους κινήσεις
πιο «ανώδυνες»
κεφαλαιακά.
Για
την Εθνική, ωστόσο, η
ανάγκη διεύρυνσης των
πηγών κερδοφορίας μέσω
των εξαγορών ευνοείται
και από τα κεφαλαιακά
αποθέματα που έχει
«χτίσει». Σε μια αγορά
που αλλάζει, η Εθνική
επιλέγει να
προσαρμοστεί. Και αυτή
τη φορά, η κίνηση δεν
φαίνεται να υπαγορεύεται
από υποχρέωση, αλλά από
επιλογή.
|