|
Ο
πιο επιδραστικός
Ο
μη εκλεγμένος Γκρίνσπαν
υπήρξε, από πολλές
απόψεις, πιο
επιδραστικός από τους
εκλεγμένους πολιτικούς
που ανανέωναν διαρκώς τη
θητεία του. Πρώτον,
επειδή ήταν
επιτυχημένος. Ο
προκάτοχός του, ο Πολ
Βόλκερ, είχε νικήσει τον
διψήφιο πληθωρισμό. Ο
Γκρίνσπαν τον διατήρησε
κοντά στο 2% και
επέβλεψε τη μεγαλύτερη
τότε περίοδο οικονομικής
ανάπτυξης στην ιστορία
των ΗΠΑ, από το 1991 έως
το 2001. Δεύτερον,
επειδή έδινε την
εντύπωση ότι γνώριζε
ακριβώς τι έκανε.
Κατανοούσε και ερμήνευε
την οικονομία καλύτερα
από οποιονδήποτε άλλο.
Αυτό υπήρξε ταυτόχρονα
ευλογία και κατάρα. Ο
Γκρίνσπαν εισέπραξε τα
εύσημα για τις
οικονομικές εκρήξεις
ανάπτυξης της εποχής
του, αλλά και τις
επικρίσεις για τη
χρηματοπιστωτική
κατάρρευση που
ακολούθησε λίγο μετά την
αποχώρησή του. Ο ίδιος
θεωρούσε άδικες και τις
δύο αποτιμήσεις.
«Με
επαινούσαν για πράγματα
που δεν έκανα» μου είπε
λίγο μετά την αποχώρησή
του. «Και τώρα με
κατηγορούν για πράγματα
που επίσης δεν έκανα».
Με
το πλεονέκτημα της
ιστορικής απόστασης, η
κληρονομιά του είναι
πλέον πιο ξεκάθαρη. Δεν
οφείλεται μόνο στη γνώση
των αγορών ή στις
οικονομικές θεωρίες του,
αλλά στον τρόπο με τον
οποίο συνδύαζε αυτά τα
στοιχεία με μια
ιδιοσυγκρασία ικανή να
αντέχει και να
διαχειρίζεται αδιάκοπες
πολιτικές πιέσεις.
Ο
Γκρίνσπαν κι εγώ
Αρχισα να καλύπτω τη Fed
το 2001, προς το τέλος
της θητείας του. Μέρος
της γοητείας της
δουλειάς ήταν ότι
μπορούσα να παρακολουθώ
από κοντά μια μεγάλη
προσωπικότητα. Ενας
φίλος που δεν γνώριζε
τίποτε για τη Fed
εντυπωσιάστηκε: «Δηλαδή
θα ακολουθείς τον
Γκρίνσπαν παντού;».
Στην αρχή με φόβιζε.
Αυτό όμως δεν κράτησε
πολύ. Το κοινό – και οι
γελοιογράφοι – τον
έβλεπε ως αινιγματικό
και ανέκφραστο. Στην
πραγματικότητα συνέβαινε
το αντίθετο. Εγραφε και
μιλούσε με αξιοθαύμαστη
σαφήνεια και δύναμη.
Διέθετε γρήγορο, λεπτό
χιούμορ ακόμη και στις
πιο δύσκολες στιγμές.
Οταν οι επιθέσεις της
11ης Σεπτεμβρίου τον
βρήκαν στο εξωτερικό,
επέστρεψε στις ΗΠΑ με
στρατιωτικό αεροσκάφος
και βρέθηκε στο γραφείο
του την επόμενη ημέρα.
Οταν κάποιος τον ρώτησε
πώς αισθανόταν, απάντησε
ότι ήταν «αρκετά καλά,
αν προσαρμόσουμε την
αξιολόγηση στην
καταστροφή».
Ηταν εσωστρεφής, αλλά
ζωντάνευε όταν το θέμα
τον ενδιέφερε. Ευτυχώς,
τα ενδιαφέροντά μας
συνέπιπταν. Για εμένα
και πολλούς ακόμη
δημοσιογράφους, ο
Γκρίνσπαν δεν ήταν απλώς
ένα πρόσωπο της
επικαιρότητας. Ηταν μια
ανεξάντλητη πηγή ιδεών
και γνώσης – και
απολάμβανε αυτόν τον
ρόλο.
Εφευγα από κάθε
συνάντηση μαζί του
σοφότερος. Οταν κάποτε
με επέπληξε επειδή
αγνοούσα τη θεωρία του
Κνουτ Βίκσελ για το
φυσικό επιτόκιο, έσπευσα
να τη μελετήσω. Μετά από
μια συζήτηση για τις
κεϊνσιανές συνταγές
αποφυγής της ύφεσης τη
δεκαετία του 1940, με
προέτρεψε να διαβάσω τον
σχεδόν λησμονημένο
οικονομολόγο Τζορτζ
Τέρμποργκ.
Ο
«γκρινσπανισμός»
Από
τις πολλές ομιλίες του,
εκείνη για την οποία
ήταν ιδιαίτερα περήφανος
ήταν ένας φόρος τιμής
στον Ανταμ Σμιθ, που
εκφώνησε το 2005 στο
Κερκάλντι της Σκωτίας.
Ξεκινούσε με τη φράση:
«Στη μεγάλη πορεία της
Ιστορίας, αυτό που έχει
σημασία είναι οι ιδέες.
Αυτοκράτορες και στρατοί
έρχονται και
παρέρχονται· αν όμως δεν
αφήσουν νέες ιδέες πίσω
τους, η ιστορική σημασία
τους είναι
περιορισμένη».
Το
ερώτημα που γεννιέται
είναι προφανές: ποιες
ιδέες άφησε πίσω του ο
Γκρίνσπαν;
Ο
Μίλτον Φρίντμαν
ταυτίστηκε με τον
μονεταρισμό, ο Τζον
Μέιναρντ Κέινς με τον
κεϊνσιανισμό. Η ουσία
του Γκρίνσπαν ήταν
ακριβώς η δυσπιστία
απέναντι σε κάθε
«-ισμό». Δοκίμαζε
θεωρίες, αξιοποιούσε
ιδέες από παντού, χωρίς
ποτέ να δεσμεύεται
απόλυτα σε κάποια από
αυτές.
Συνδύαζε δεδομένα,
παρατηρήσεις και
θεωρίες, παραμένοντας
όμως στον πυρήνα του
οικονομολόγος. Σε
αντίθεση με
προηγούμενους προέδρους
της Fed, που προέρχονταν
κυρίως από τον τραπεζικό
κλάδο, τη νομική ή τη
δημόσια διοίκηση.
Δεν
είχε την ίδια προσήλωση
στα μαθηματικά
υποδείγματα που
χαρακτήριζε τους
ακαδημαϊκούς
οικονομολόγους της Fed.
Πίστευε ότι μεγάλο μέρος
της οικονομικής
δραστηριότητας
καθορίζεται από τα
«animal spirits» – τα
ανθρώπινα ένστικτα και
τις ψυχολογικές
διαθέσεις που δεν
μπορούν να
μοντελοποιηθούν.
«Η
ανθρώπινη φύση παραμένει
ουσιαστικά
αμετάβλητη» επαναλάμβανε
συχνά. Οι άνθρωποι
υπερεκτιμούν τις καλές
εποχές κατά τη διάρκεια
των ανοδικών κύκλων και
τις κακές κατά τη
διάρκεια των υφέσεων.
Αυτή η σύνδεση
ψυχολογίας και
οικονομίας καθόρισε
πολλές από τις αποφάσεις
του: τις γρήγορες
μειώσεις επιτοκίων μετά
το κραχ του 1987 και το
1998, όταν η Ρωσία
χρεοκόπησε και ένα
μεγάλο hedge fund
βρέθηκε στα πρόθυρα
κατάρρευσης.
Τότε γεννήθηκε και ο
όρος «Greenspan Put», η
αντίληψη ότι η Fed θα
παρενέβαινε για να
στηρίξει τις αγορές όταν
τα πράγματα πήγαιναν
στραβά.
Ο
λογιστής οικονομολόγος
Ο
Γκρίνσπαν κατανοούσε
τους οικονομικούς
κύκλους καλύτερα από
σχεδόν οποιονδήποτε,
επειδή τους μελετούσε
συστηματικά από το πρώτο
του επαγγελματικό βήμα
το 1948. Ηταν επίσης
εξαιρετικός σε μια
υποτιμημένη αλλά κρίσιμη
δεξιότητα: την
καταμέτρηση και τη
λογιστική συνέπεια των
στοιχείων.
Ενας πρώην συνεργάτης
μού είχε πει κάποτε ότι
ο Γκρίνσπαν ήταν
περισσότερο λογιστής
παρά οικονομολόγος – και
το εννοούσε ως
κομπλιμέντο. Ενώ άλλοι
οικονομολόγοι
κατασκεύαζαν πολύπλοκα
μοντέλα, εκείνος
ξεκινούσε από μια απλή
ερώτηση: «Βγαίνουν τα
νούμερα;».
Αυτή η εμμονή με τα
δεδομένα τον οδήγησε σε
μία από τις
σημαντικότερες
διαπιστώσεις του: ότι η
τεχνολογία πληροφορικής
τη δεκαετία του 1990
αύξανε την
παραγωγικότητα πολύ
περισσότερο απ’ όσο
έδειχναν τα επίσημα
στοιχεία και ταυτόχρονα
συγκρατούσε τον
πληθωρισμό. Η ίδια
προσήλωση στα στοιχεία
συνδέεται και με τη
μεγαλύτερη αποτυχία του.
Κατά τη διάρκεια της
στεγαστικής «φούσκας»
της δεκαετίας του 2000,
παρακολουθούσε με
ακρίβεια πού κατέληγαν
τα χρήματα κάθε νέου
στεγαστικού δανείου.
Εδωσε όμως ελάχιστη
προσοχή στο ποιος
χορηγούσε αυτά τα δάνεια
και με ποια κριτήρια.
Μόνο όταν ξέσπασε η
χρηματοπιστωτική κρίση
συνειδητοποίησε – όπως
και η ίδια η Fed – ότι
επισφαλή στεγαστικά
δάνεια είχαν
διασκορπιστεί σε
ολόκληρο το
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, απειλώντας την
ίδια του την επιβίωση.
Η
ανεξαρτησία της Fed
Ο
Γκρίνσπαν είχε έντονα
φιλελεύθερες καταβολές.
Στη δεκαετία του 1950
και του 1960
συναναστρεφόταν τη
φιλόσοφο Αϊν Ραντ και
θεωρούσε τον ελεύθερο
καπιταλισμό εγγενώς
ηθικό, ενώ αντιμετώπιζε
το κράτος ως κατ’ εξοχήν
καταναγκαστικό
μηχανισμό. Με τα χρόνια
οι απόψεις του
μετριάστηκαν. Δεν έγινε
ποτέ φανατικός
απορρυθμιστής, αλλά
παρέμεινε επιφυλακτικός
απέναντι στην κρατική
παρέμβαση. Αυτή η στάση
συνέβαλε στη δημιουργία
ενός τραπεζικού
συστήματος μεγαλύτερου
και πιο
αλληλοσυνδεδεμένου με
τις κεφαλαιαγορές – κάτι
που αποδείχθηκε
επικίνδυνο κατά την
κρίση του 2007-2009.
Η
χρηματοπιστωτική κρίση
τραυμάτισε όχι μόνο τη
φήμη του Γκρίνσπαν αλλά
και της ίδιας της Fed.
Σήμερα η πολιτική πόλωση
στις Ηνωμένες Πολιτείες
έχει φτάσει και στην
κεντρική τράπεζα. Ο
πρόεδρος Τραμπ
αμφισβήτησε όσο κανείς
σύγχρονος πρόεδρος την
ανεξαρτησία της Fed και
επιχείρησε να ενισχύσει
τον έλεγχό του πάνω στη
νομισματική πολιτική. Σε
μία από τις τελευταίες
δημόσιες παρεμβάσεις
του, ο Γκρίνσπαν
υπέγραψε μαζί με όλους
τους εν ζωή πρώην
προέδρους της Fed
υπόμνημα προς το Ανώτατο
Δικαστήριο, ζητώντας να
αποτραπεί η αποπομπή της
διοικήτριας Λίζα Κουκ. Ο
σημερινός πρόεδρος της
Fed, Κέβιν Γουόρς,
δηλώνει αποφασισμένος να
διαφυλάξει την
ανεξαρτησία του θεσμού.
Την περασμένη εβδομάδα
διατήρησε αμετάβλητα τα
επιτόκια και απέφυγε να
δώσει οποιαδήποτε
ένδειξη για τις επόμενες
κινήσεις.
Με
αυτή τη μελετημένη
αινιγματικότητα, ο
Γουόρς ακολουθεί το
παράδειγμα του ανθρώπου
που προσωποποίησε όσο
κανείς άλλος τι σημαίνει
να είσαι κεντρικός
τραπεζίτης: του Αλαν
Γκρίνσπαν.
Πηγή: The Wall Street
Journal
|