|
Αντίφαση ανάμεσα στους
δείκτες και την
καθημερινή εμπειρία
Η εικόνα της Ελλάδας
εμφανίζει μια εμφανή
αντίφαση: οι στατιστικοί
δείκτες δείχνουν
βελτίωση, ωστόσο η
καθημερινή εμπειρία
σημαντικού μέρους του
πληθυσμού παραμένει
δύσκολη. Παρά τη μείωση
της ανισότητας και την
αύξηση της απασχόλησης,
η πλειονότητα των
πολιτών εξακολουθεί να
δηλώνει οικονομική πίεση
και περιορισμένη
πρόσβαση σε ευκαιρίες.
Όπως σημειώνει η μελέτη,
η βελτίωση των
μακροοικονομικών δεικτών
δεν μεταφράζεται
αυτόματα σε αντίστοιχη
ενίσχυση της οικονομικής
ασφάλειας για όλα τα
νοικοκυριά.
Βασικά ευρήματα της
μελέτης
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του ΙΟΒΕ, ο δείκτης
ανισότητας Gini
μειώθηκε από 34,2% το
2015 σε 31,6% το 2025.
Παράλληλα, περίπου το
68% των νοικοκυριών
δηλώνει ότι
αντιμετωπίζει δυσκολίες
στην κάλυψη των βασικών
του αναγκών, ποσοστό
σημαντικά υψηλότερο από
τον μέσο όρο της ΕΕ, που
διαμορφώνεται στο 19%.
Ιδιαίτερη ανισότητα
καταγράφεται στα
εισοδήματα από
αυτοαπασχόληση, ενώ οι
νέοι ηλικίας 16–24 ετών
εμφανίζουν τον υψηλότερο
κίνδυνο φτώχειας.
Επιπλέον, μονογονεϊκά
νοικοκυριά και
οικογένειες με
περισσότερα παιδιά
συγκαταλέγονται στις πιο
ευάλωτες κοινωνικές
ομάδες.
Αγορά εργασίας: βελτίωση
με διαρθρωτικές
αδυναμίες
Η αγορά εργασίας
αποτέλεσε βασικό
παράγοντα βελτίωσης των
συνθηκών διαβίωσης την
τελευταία δεκαετία, με
την ανεργία να μειώνεται
από 24,9% το 2015 σε
8,8% το 2025.
Ωστόσο, σημαντικές
διαρθρωτικές αδυναμίες
συνεχίζουν να
τροφοδοτούν ανισότητες.
Η υψηλή αυτοαπασχόληση
(24,3% του συνόλου των
εργαζομένων, το
υψηλότερο ποσοστό στην
ΕΕ), η χαμηλή συμμετοχή
γυναικών και ατόμων με
αναπηρία, η μακροχρόνια
ανεργία και η
περιορισμένη κάλυψη από
συλλογικές συμβάσεις
επηρεάζουν αρνητικά την
κοινωνική κινητικότητα.
Η Ελλάδα καταγράφει
επίσης το τρίτο
χαμηλότερο ποσοστό
συμμετοχής στην αγορά
εργασίας στην ΕΕ, ενώ
πάνω από το 50% των
ανέργων παραμένει σε
καθεστώς μακροχρόνιας
ανεργίας.
Εκπαίδευση και κοινωνική
κινητικότητα
Παρά την αύξηση του
ποσοστού των ενηλίκων με
ανώτατη εκπαίδευση από
26,5% σε 32,6%, η
κοινωνική κινητικότητα
παραμένει περιορισμένη.
Η εκπαιδευτική πορεία
εξακολουθεί να
επηρεάζεται σε μεγάλο
βαθμό από το
οικογενειακό
κοινωνικοοικονομικό
υπόβαθρο.
Η εξάρτηση από την
παραπαιδεία και οι
δυσκολίες ολοκλήρωσης
σπουδών περιορίζουν τον
εξισωτικό ρόλο του
εκπαιδευτικού
συστήματος. Μόλις
περίπου 12% των παιδιών
από χαμηλά εκπαιδευτικά
στρώματα καταφέρνουν να
φτάσουν σε υψηλότερα
επίπεδα εκπαίδευσης, ενώ
περισσότεροι από τους
μισούς φοιτητές
καθυστερούν την
ολοκλήρωση των σπουδών
τους.
Ανισότητες στην υγεία
και τη φροντίδα
Η πρόσβαση στις
υπηρεσίες υγείας
παραμένει έντονα
εισοδηματικά
διαφοροποιημένη. Η
Ελλάδα καταγράφει υψηλά
ποσοστά ιδιωτικών
δαπανών υγείας, με το
32% των ατόμων στο
χαμηλότερο εισοδηματικό
τεταρτημόριο να δηλώνει
ανεκπλήρωτες ανάγκες
υγείας, έναντι 10% στο
υψηλότερο.
Οι ανισότητες
αποτυπώνονται και στην
υγειονομική κατάσταση,
καθώς τα χρόνια νοσήματα
εμφανίζονται σχεδόν
διπλάσια στα χαμηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
Ιδιαίτερα αδύναμος
παραμένει ο τομέας της
μακροχρόνιας φροντίδας,
όπου οι δημόσιες δαπάνες
αντιστοιχούν μόλις στο
0,16% του ΑΕΠ, έναντι
1,71% στην ΕΕ. Ως
αποτέλεσμα, το βάρος
μεταφέρεται κυρίως στις
οικογένειες.
Στέγαση: αυξανόμενη
πίεση στα νοικοκυριά
Το κόστος στέγασης
αποτελεί έναν από τους
πιο επιβαρυντικούς
παράγοντες για τα
ελληνικά νοικοκυριά. Από
το 2018 και μετά, η
άνοδος των ενοικίων και
των τιμών ακινήτων έχει
εντείνει τις ανισότητες,
ιδιαίτερα για τους νέους
και τα χαμηλότερα
εισοδήματα.
Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί
στις νεότερες ηλικίες,
ενώ η ενεργειακή και
στεγαστική επιβάρυνση
έχει αυξηθεί αισθητά
μετά το 2021. Η
στεγαστική επισφάλεια
συνδέεται πλέον άμεσα με
χαμηλότερες
εκπαιδευτικές και
επαγγελματικές
προοπτικές.
Συμπερασματικά
Η μελέτη του ΙΟΒΕ
καταλήγει ότι, παρά τη
βελτίωση των
μακροοικονομικών δεικτών
και τη μείωση της
ανισότητας σε επίπεδο
στατιστικής απεικόνισης,
οι κοινωνικές και
οικονομικές ανισότητες
παραμένουν έντονες στην
πράξη, επηρεάζοντας
ουσιαστικά την
καθημερινότητα και τις
προοπτικές μεγάλου
μέρους του πληθυσμού.
|