|
Η απόφαση αυτή δεν
αποτέλεσε μόνο προσωπική
δικαίωση για τον πρώην
τραπεζικό σύμβουλο, αλλά
εξελίχθηκε σε σημείο
αναφοράς για τη
Wall
Street,
καθώς πολλές μεγάλες
χρηματοπιστωτικές
εταιρείες θεωρούν ότι το
ισχύον σύστημα
διαιτησίας ευνοεί
υπερβολικά τους
εργαζομένους και τους
επενδυτές.
Η JPMorgan
έχει ήδη προσφύγει σε
ομοσπονδιακό δικαστήριο
της Καλιφόρνιας,
ζητώντας την ακύρωση της
αποζημίωσης. Η τράπεζα
υποστηρίζει ότι οι
διαιτητές ερμήνευσαν
λανθασμένα τα πραγματικά
περιστατικά και
παρουσίασαν εσφαλμένα
τους λόγους που οδήγησαν
στην απόλυση του
Μπόντνερ.
Παράλληλα, η τράπεζα
στρέφεται ευθέως κατά
της ίδιας της
Finra,
του αυτορρυθμιζόμενου
οργανισμού που εποπτεύει
τη χρηματιστηριακή αγορά
των ΗΠΑ και
διαχειρίζεται χιλιάδες
υποθέσεις διαιτησίας
μεταξύ επενδυτών,
χρηματιστών και
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων.
Σύμφωνα με την
JPMorgan,
το ισχύον κανονιστικό
πλαίσιο επιτρέπει σε
πρώην εργαζομένους να
μετατρέπουν συνηθισμένες
εργασιακές διαφωνίες σε
υποθέσεις δυσφήμισης ή
παράνομης απόλυσης,
οδηγώντας σε ιδιαίτερα
υψηλές αποζημιώσεις.
Η συγκεκριμένη υπόθεση
εντάσσεται σε μια
ευρύτερη προσπάθεια των
μεγάλων τραπεζών να
αλλάξουν τους κανόνες
λειτουργίας της
Finra.
Από τις αρχές του έτους
ο οργανισμός έχει
ξεκινήσει δημόσια
διαβούλευση για πιθανές
μεταρρυθμίσεις στη
διαδικασία διαιτησίας,
προσελκύοντας προτάσεις
από κορυφαίους
χρηματοπιστωτικούς
ομίλους.
Μεταξύ όσων ζητούν
αλλαγές βρίσκονται η
Charles
Schwab,
η LPL
Financial,
καθώς και η δικηγορική
εταιρεία Sullivan
& Cromwell,
η οποία εκπροσωπεί
μεγάλες τράπεζες, μεταξύ
των οποίων η
Goldman
Sachs
και η JPMorgan.
Κοινός στόχος των
προτάσεων είναι ο
περιορισμός των υψηλών
αποζημιώσεων που μπορούν
να επιδικάζουν οι
διαιτητές, ιδιαίτερα των
τιμωρητικών
αποζημιώσεων, αλλά και η
παραπομπή σύνθετων ή
ιδιαίτερα δαπανηρών
υποθέσεων σε
διαφορετικούς
μηχανισμούς επίλυσης
διαφορών, που θεωρούνται
περισσότερο φιλικοί προς
τις επιχειρήσεις.
Η ανησυχία της
Wall
Street
δεν περιορίζεται στην
υπόθεση του Μπόντνερ. Τα
τελευταία χρόνια έχουν
εκδοθεί αποφάσεις με
ακόμη μεγαλύτερες
οικονομικές επιπτώσεις,
όπως αποζημιώσεις 133
εκατ. δολαρίων εις βάρος
της Stifel
Financial
και 92 εκατ. δολαρίων
κατά της UBS,
σε υποθέσεις όπου
επενδυτές υποστήριξαν
ότι δεν είχαν ενημερωθεί
επαρκώς για τους
κινδύνους των
επενδυτικών προϊόντων
που αγόρασαν. Οι
αποφάσεις αυτές
επικυρώθηκαν και από τα
αμερικανικά δικαστήρια,
εντείνοντας την πίεση
για αλλαγές στο σύστημα.
Από την άλλη πλευρά,
όσοι αντιδρούν στις
προτεινόμενες
μεταρρυθμίσεις
προειδοποιούν ότι τυχόν
περιορισμός των εξουσιών
της Finra
θα αποδυναμώσει την
προστασία εργαζομένων
και επενδυτών. Νομικοί
που δραστηριοποιούνται
στον χώρο υποστηρίζουν
ότι οι τράπεζες
επιδιώκουν κυρίως να
μειώσουν την έκθεσή τους
σε μεγάλες αποζημιώσεις,
μεταφέροντας περισσότερη
διαπραγματευτική ισχύ
στα μεγάλα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα.
Ένα ακόμη σημείο
αντιπαράθεσης αφορά τον
τρόπο με τον οποίο
καταγράφονται οι
αποχωρήσεις στελεχών στο
υποχρεωτικό μητρώο της
Finra.
Οι τράπεζες οφείλουν να
δηλώνουν τους λόγους
αποχώρησης των
εργαζομένων τους, ενώ
μέρος αυτών των
πληροφοριών είναι
δημόσια διαθέσιμο. Η
JPMorgan
υποστηρίζει ότι το
συγκεκριμένο σύστημα
δημιουργεί συχνά τη βάση
για αγωγές δυσφήμισης
όταν πρώην υπάλληλοι
αμφισβητούν την
περιγραφή της αποχώρησής
τους.
Στην περίπτωση του
Μπόντνερ, οι διαιτητές
αποφάσισαν ότι η
αποχώρησή του θα πρέπει
να εμφανίζεται ως
οικειοθελής και όχι ως
απόλυση, γεγονός που η
τράπεζα επιχειρεί πλέον
να ανατρέψει μέσω της
δικαστικής οδού.
Η πλευρά του πρώην
συμβούλου υποστηρίζει
ότι το πρόβλημα
βρίσκεται στους ίδιους
τους κανόνες της
Finra,
οι οποίοι υποχρεώνουν
τους εργαζομένους να
επιλύουν ακόμη και
καθαρά εργασιακές
διαφορές μέσω
διαιτησίας, ενώ στο
μεταξύ οι τράπεζες
διατηρούν τους πελάτες
των απολυμένων
συμβούλων. Σύμφωνα με
τον δικηγόρο του
Μπόντνερ, οι διαιτητές
αξιολόγησαν διεξοδικά
όλα τα διαθέσιμα
στοιχεία πριν εκδώσουν
την απόφασή τους.
Η τελική έκβαση της
υπόθεσης αναμένεται να
ξεπεράσει κατά πολύ τα
όρια μιας μεμονωμένης
εργασιακής διαφοράς.
Τυχόν τροποποίηση των
κανόνων της Finra
θα απαιτήσει την έγκριση
της Επιτροπής
Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC),
γεγονός που σημαίνει ότι
μια υπόθεση που ξεκίνησε
από έναν δίσκο
αλλαντικών έχει
εξελιχθεί σε κρίσιμη
δοκιμασία για το μέλλον
της διαιτησίας, των
εργασιακών δικαιωμάτων
και της λειτουργίας της
Wall
Street.
|