|
Ο
δείκτης Shiller CAPE
Το διάγραμμα απεικονίζει
τον δείκτη
Cyclically
Adjusted
Price-to-Earnings
Ratio
(CAPE),
γνωστό και ως δείκτη
Shiller.
Σε αντίθεση με τον
κλασικό δείκτη P/E,
ο CAPE
υπολογίζει την αποτίμηση
των μετοχών
χρησιμοποιώντας τον μέσο
όρο των πραγματικών
εταιρικών κερδών της
τελευταίας δεκαετίας,
προσαρμοσμένων στον
πληθωρισμό. Με αυτόν τον
τρόπο περιορίζονται οι
στρεβλώσεις που
προκαλούν οι οικονομικοί
κύκλοι και παρέχεται μια
πιο αξιόπιστη εικόνα για
το αν μια αγορά είναι
ακριβή ή φθηνή.
Σήμερα ο δείκτης
κινείται σε επίπεδα άνω
των 40 μονάδων,
όταν ο ιστορικός μέσος
όρος από το 1881
βρίσκεται κοντά στις
18 μονάδες.
Με άλλα λόγια, οι
αποτιμήσεις βρίσκονται
περισσότερο από
100% υψηλότερα από τον
ιστορικό μέσο όρο,
γεγονός που υποδηλώνει
μια αγορά με εξαιρετικά
υψηλές προσδοκίες.
Μόνο η φούσκα του 2000
ήταν ακριβότερη
Από το ιστορικό
διάγραμμα προκύπτει ότι
μόνο μία περίοδος
ξεπέρασε τα σημερινά
επίπεδα: η φούσκα των
τεχνολογικών μετοχών το
1999-2000, όταν ο
δείκτης CAPE
προσέγγισε τις 44-45
μονάδες πριν ακολουθήσει
η κατάρρευση του
Nasdaq
και μια πολυετής
περίοδος χαμηλών
αποδόσεων.
Αντίθετα, σε άλλες
σημαντικές ιστορικές
κορυφές –όπως πριν από
το κραχ του 1929 ή πριν
από την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008– οι αποτιμήσεις
ήταν αισθητά χαμηλότερες
από τις σημερινές.
Γιατί οι επενδυτές
συνεχίζουν να αγοράζουν;
Το προφανές ερώτημα
είναι γιατί οι επενδυτές
εξακολουθούν να
τοποθετούν κεφάλαια στην
αγορά παρά τις τόσο
υψηλές αποτιμήσεις.
Οι βασικοί λόγοι είναι
αρκετοί:
Η εκρηκτική ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης (AI),
η οποία δημιουργεί
προσδοκίες για σημαντική
αύξηση της
παραγωγικότητας και των
εταιρικών κερδών.
Η κυριαρχία των μεγάλων
τεχνολογικών εταιρειών (Mega
Caps),
οι οποίες εμφανίζουν
εξαιρετική κερδοφορία
και διαθέτουν τεράστιες
ταμειακές ροές.
Η ανθεκτικότητα της
αμερικανικής οικονομίας,
παρά τα υψηλά επιτόκια.
Οι προσδοκίες ότι η
Federal
Reserve
θα συνεχίσει σταδιακά τη
χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής,
μειώνοντας το κόστος
κεφαλαίου.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες
έχουν οδηγήσει τους
επενδυτές να αποδέχονται
ολοένα και υψηλότερους
πολλαπλασιαστές κερδών.
Υψηλές αποτιμήσεις δεν
σημαίνουν απαραίτητα
άμεση πτώση
Ένα σημαντικό συμπέρασμα
που προκύπτει από την
ιστορία είναι ότι οι
υπερβολικές αποτιμήσεις
δεν αποτελούν
εργαλείο πρόβλεψης της
βραχυπρόθεσμης πορείας
της αγοράς.
Η αγορά μπορεί να
παραμείνει ακριβή για
αρκετά χρόνια.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
περίοδος 1997-2000, όταν
οι αποτιμήσεις συνέχισαν
να αυξάνονται επί τρία
χρόνια πριν τελικά
σκάσει η φούσκα.
Ωστόσο, ο δείκτης
CAPE
έχει αποδειχθεί αρκετά
αξιόπιστος στην εκτίμηση
των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων.
Ιστορικά, όταν οι
αποτιμήσεις βρίσκονται
τόσο υψηλά, οι αποδόσεις
της επόμενης δεκαετίας
τείνουν να είναι
σημαντικά χαμηλότερες
από τον ιστορικό μέσο
όρο.
Πού βρίσκεται ο
μεγαλύτερος κίνδυνος;
Η σημερινή αγορά
βασίζεται σε ιδιαίτερα
αισιόδοξες παραδοχές:
συνέχιση της ισχυρής
ανάπτυξης των εταιρικών
κερδών,
διατήρηση των υψηλών
περιθωρίων κερδοφορίας,
επιτυχής αξιοποίηση της
τεχνητής νοημοσύνης,
και απουσία σοβαρής
οικονομικής ύφεσης.
Εάν κάποιο από αυτά τα
στοιχεία διαψευστεί, οι
τόσο υψηλές αποτιμήσεις
αφήνουν περιορισμένα
περιθώρια ασφαλείας,
γεγονός που θα μπορούσε
να οδηγήσει σε σημαντική
διόρθωση των τιμών.
Συμπέρασμα
Το ιστορικό διάγραμμα
αποτελεί μία ακόμη
υπενθύμιση ότι η
Wall
Street
διαπραγματεύεται σε
αποτιμήσεις που
συναντώνται εξαιρετικά
σπάνια στην ιστορία των
αγορών. Αν και η
τεχνολογική επανάσταση
της τεχνητής νοημοσύνης
και η ισχυρή κερδοφορία
των αμερικανικών
επιχειρήσεων μπορούν να
δικαιολογήσουν ένα μέρος
αυτής της αποτίμησης, οι
επενδυτές θα πρέπει να
γνωρίζουν ότι όσο
υψηλότερα ανεβαίνουν οι
αποτιμήσεις τόσο
αυξάνεται και η
ευαισθησία της αγοράς σε
οποιαδήποτε αρνητική
έκπληξη. Η ιστορία
δείχνει ότι οι ακραίες
αποτιμήσεις δεν
σηματοδοτούν υποχρεωτικά
το άμεσο τέλος της
ανόδου, αλλά συνήθως
προειδοποιούν πως οι
μελλοντικές αποδόσεις
είναι πιθανό να είναι
πιο περιορισμένες και η
μεταβλητότητα σημαντικά
αυξημένη.

|