|
Η εικόνα όμως αλλάζει
γρήγορα.
Η απόδοση του 10ετούς
ιαπωνικού κρατικού
ομολόγου έχει φτάσει
περίπου στο 3%, επίπεδο
που είχε να καταγραφεί
από το 1996. Αυτό
σημαίνει ότι οι Ιάπωνες
επενδυτές μπορούν πλέον
να απολαμβάνουν
σημαντικά υψηλότερες
αποδόσεις στην εγχώρια
αγορά, περιορίζοντας το
κίνητρο για τοποθετήσεις
σε Treasuries.
Το πρόβλημα για την
Ουάσιγκτον
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί έναν διπλό
κίνδυνο για την
αμερικανική αγορά
ομολόγων.
Από τη μία πλευρά, η
επιστροφή κεφαλαίων στην
Ιαπωνία μπορεί να
μειώσει τη διαχρονικά
ισχυρή ζήτηση για
αμερικανικό χρέος. Από
την άλλη, μια σημαντική
αποδυνάμωση του γιεν
μπορεί να οδηγήσει τις
ιαπωνικές αρχές σε
παρέμβαση στην αγορά
συναλλάγματος,
αγοράζοντας γιεν και
χρησιμοποιώντας δολάρια.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η
Ιαπωνία θα μπορούσε να
βρεθεί αντιμέτωπη με την
ανάγκη άντλησης
δολαρίων, γεγονός που
υπό κανονικές συνθήκες
θα μπορούσε να σημαίνει
πωλήσεις αμερικανικών
Treasuries.
Αυτό θα πρόσθετε
προσφορά σε μια αγορά
που ήδη δυσκολεύεται να
απορροφήσει τα υψηλά
επίπεδα έκδοσης
αμερικανικού χρέους.
Ωστόσο, τα στοιχεία
μέχρι στιγμής δεν
δείχνουν μαζική έξοδο
της Ιαπωνίας από τα
μακροπρόθεσμα
αμερικανικά ομόλογα.
Ιάπωνες επενδυτές είχαν
πουλήσει καθαρά περίπου
71 δισ. δολάρια
αμερικανικού κρατικού
χρέους έως τον Ιούνιο.
Από το ποσό αυτό,
περίπου 69 δισ. δολάρια
αφορούσαν βραχυπρόθεσμα
Treasury
bills,
διάρκειας μικρότερης του
ενός έτους.
Οι καθαρές πωλήσεις
μακροπρόθεσμων ομολόγων
και notes
ήταν μόλις περίπου 3
δισ. δολάρια. Και αυτή
είναι η κρίσιμη
λεπτομέρεια, καθώς οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
είναι εκείνες που
επηρεάζουν περισσότερο
τα στεγαστικά επιτόκια,
το κόστος εταιρικού
δανεισμού και τις
αποτιμήσεις των μετοχών.
Ο ρόλος του FIMA
Σε αυτό το σημείο αποκτά
ιδιαίτερη σημασία ένα
σχετικά άγνωστο εργαλείο
της Federal
Reserve,
η διευκόλυνση
FIMA
repo.
Μέσω του μηχανισμού
αυτού, η Ιαπωνία μπορεί
να χρησιμοποιήσει
προσωρινά αμερικανικά
Treasuries
ως εγγύηση και να λάβει
δολάρια από τη
Fed,
αντί να αναγκαστεί να
πουλήσει τα ομόλογα στην
αγορά.
Ο μηχανισμός απέκτησε
ιδιαίτερη σημασία μετά
την κοινή παρέμβαση ΗΠΑ
και Ιαπωνίας στις 31
Ιουλίου για τη στήριξη
του γιεν. Η Ιαπωνία έχει
ήδη αφήσει να εννοηθεί
ότι σκοπεύει να
αξιοποιήσει το
FIMA
και σε μελλοντικές
παρεμβάσεις, ενώ ο
Bessent
έχει ζητήσει από τη
Fed
να εξετάσει την αύξηση
της δυναμικότητας της
συγκεκριμένης
διευκόλυνσης.
Το μήνυμα από την
Ουάσιγκτον είναι σαφές:
το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών
προετοιμάζεται για την
πιθανότητα η πίεση στο
γιεν και στις ιαπωνικές
αγορές να μην αποτελεί
ένα προσωρινό φαινόμενο.
Το FIMA
μπορεί επομένως να
λειτουργήσει ως «βαλβίδα
ασφαλείας»,
περιορίζοντας τον
κίνδυνο η συναλλαγματική
παρέμβαση της Ιαπωνίας
να μετατραπεί σε μαζικές
πωλήσεις
Treasuries.
Δεν μπορεί όμως να λύσει
το βαθύτερο πρόβλημα:
εάν οι Ιάπωνες επενδυτές
μπορούν πλέον να
κερδίσουν περίπου 3%
επενδύοντας στην εγχώρια
αγορά, το κίνητρο να
αναλαμβάνουν
συναλλαγματικό κίνδυνο
για να αγοράσουν
αμερικανικό χρέος
μειώνεται.
Και αυτό είναι ίσως το
μεγαλύτερο πρόβλημα για
την αγορά
Treasuries.
Η Ιαπωνία δεν χρειάζεται
να πουλήσει μαζικά
αμερικανικά ομόλογα για
να δημιουργήσει πίεση
στις αποδόσεις. Αρκεί να
σταματήσει να αγοράζει
με τον ίδιο ρυθμό που
αγόραζε επί δεκαετίες.
Με τις αποδόσεις των
αμερικανικών
μακροπρόθεσμων ομολόγων
ήδη κοντά σε πολυετή
υψηλά, μια τέτοια αλλαγή
στη ροή κεφαλαίων θα
μπορούσε να αποτελέσει
έναν ακόμη παράγοντα που
κρατά ψηλά το κόστος
χρήματος στις ΗΠΑ.
Γι' αυτό και η
Ουάσιγκτον επιχειρεί να
προλάβει τις εξελίξεις.
Όπως έχει χαρακτηριστικά
επισημάνει ο
Bessent,
«η καλύτερα
διαχειριζόμενη κρίση
είναι αυτή που δεν
συμβαίνει ποτέ».
|