|
Γιατί αυξάνονται οι
αποδόσεις
Η άνοδος των αποδόσεων
δεν οφείλεται σε έναν
μόνο παράγοντα.
Αντίθετα, αποτελεί
αποτέλεσμα μιας σειράς
πιέσεων που ενισχύονται
μεταξύ τους.
Πρώτον, οι ΗΠΑ
χρειάζονται ολοένα και
περισσότερα κεφάλαια για
να χρηματοδοτήσουν τα
δημοσιονομικά τους
ελλείμματα. Το
αμερικανικό χρέος
πλησιάζει τα 40 τρισ.
δολάρια, ενώ οι
επενδυτές γνωρίζουν ότι
η προσφορά κρατικών
τίτλων θα παραμείνει
ιδιαίτερα αυξημένη τα
επόμενα χρόνια.
Δεύτερον, η αμερικανική
οικονομία εξακολουθεί να
εμφανίζει ανθεκτικότητα.
Η ισχυρή ανάπτυξη μπορεί
να οδηγήσει σε υψηλότερα
επιτόκια για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα, καθώς
η Federal
Reserve
δεν έχει την ίδια πίεση
να χαλαρώσει τη
νομισματική πολιτική.
Τρίτον, οι γεωπολιτικές
εξελίξεις και η άνοδος
των τιμών ενέργειας
αυξάνουν τον κίνδυνο
νέων πληθωριστικών
πιέσεων. Εάν το
πετρέλαιο παραμείνει
ακριβό, οι επενδυτές θα
απαιτούν υψηλότερες
αποδόσεις για να
διακρατούν μακροπρόθεσμο
χρέος.
Τέλος, υπάρχουν
αυξανόμενα ερωτήματα για
τη ζήτηση των
αμερικανικών ομολόγων
από ξένους επενδυτές.
Ορισμένες χώρες
διαφοροποιούν τα
αποθεματικά τους και
περιορίζουν την έκθεσή
τους στα
Treasuries,
ενώ οι τεράστιες ανάγκες
χρηματοδότησης των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη αυξάνουν τον
ανταγωνισμό για
διαθέσιμα κεφάλαια.
Το ενδεχόμενο των «bond
vigilantes»
Ορισμένοι επενδυτές
κάνουν λόγο για πιθανή
επιστροφή των λεγόμενων
bond
vigilantes
— επενδυτών που πωλούν
κρατικά ομόλογα
προκειμένου να ασκήσουν
πίεση στις κυβερνήσεις
για τη δημοσιονομική και
οικονομική τους
πολιτική.
Η λογική είναι ότι, εάν
οι αγορές θεωρήσουν πως
τα ελλείμματα, το χρέος
ή οι πληθωριστικοί
κίνδυνοι ξεφεύγουν, θα
απαιτήσουν υψηλότερη
αποζημίωση για να
συνεχίσουν να
χρηματοδοτούν το
αμερικανικό Δημόσιο.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές
θεωρούν ότι η αγορά των
αμερικανικών ομολόγων
είναι τόσο μεγάλη και
βαθιά, ώστε δύσκολα
μπορεί να χειραγωγηθεί
από μία συγκεκριμένη
ομάδα επενδυτών. Η
σημερινή άνοδος των
αποδόσεων φαίνεται
περισσότερο να αντανακλά
μια ευρύτερη
επανατιμολόγηση του
κινδύνου και του κόστους
χρηματοδότησης.
Πίεση στα στεγαστικά
δάνεια
Η άνοδος των αποδόσεων
των Treasuries
επηρεάζει άμεσα την
αγορά κατοικίας.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού ομολόγου
αποτελεί βασικό σημείο
αναφοράς για τα επιτόκια
των στεγαστικών δανείων,
καθώς κινείται σε μεγάλο
βαθμό παράλληλα με τις
αποδόσεις των τίτλων που
συνδέονται με στεγαστικά
δάνεια.
Όταν το 10ετές
αυξάνεται, τα στεγαστικά
δάνεια γίνονται
ακριβότερα. Έτσι, ένας
αγοραστής μπορεί να
δανειστεί μικρότερο ποσό
για την ίδια μηνιαία
δόση.
Το αποτέλεσμα είναι
πολλαπλό:
περιορίζεται η
αγοραστική δύναμη των
υποψήφιων αγοραστών,
μειώνεται η ζήτηση για
κατοικίες,
καθυστερούν οι αποφάσεις
αγοράς,
πιέζονται οι τιμές και
οι πωλήσεις ακινήτων,
περιορίζονται οι νέες
κατασκευές και οι
συναφείς δαπάνες.
Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες
που έχουν εξασφαλίσει
στεγαστικό με χαμηλό
σταθερό επιτόκιο συχνά
αποφεύγουν να
μετακομίσουν ή να
αναχρηματοδοτήσουν το
δάνειό τους, καθώς μια
νέα χρηματοδότηση θα
ήταν πολύ ακριβότερη.
Αυξάνεται το κόστος
καταναλωτικής πίστης
Η άνοδος των αποδόσεων
επηρεάζει επίσης τα νέα
δάνεια αυτοκινήτου, τα
προσωπικά δάνεια και
άλλες μορφές σταθερού
καταναλωτικού χρέους.
Η μετακύλιση δεν γίνεται
πάντα άμεσα ούτε με
απόλυτα αναλογικό τρόπο,
όμως όταν αυξάνονται οι
αποδόσεις της αγοράς και
το κόστος χρηματοδότησης
των τραπεζών, τα νέα
δάνεια τείνουν να
γίνονται ακριβότερα.
Διαφορετική είναι η
περίπτωση των πιστωτικών
καρτών. Τα επιτόκια των
καρτών συνδέονται
περισσότερο με τα βασικά
επιτόκια των τραπεζών,
τα οποία επηρεάζονται
κυρίως από τις αποφάσεις
της Fed.
Επομένως, η άνοδος των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
δεν αυξάνει απαραίτητα
αμέσως τα επιτόκια των
πιστωτικών καρτών.
Ωστόσο, εάν οι αγορές
αρχίσουν να προεξοφλούν
πιο περιοριστική
νομισματική πολιτική, η
πίεση μπορεί να
μεταφερθεί και σε αυτή
την κατηγορία χρέους.
Οι δανειολήπτες με
σταθερά επιτόκια
προστατεύονται έως τη
λήξη ή την
αναχρηματοδότηση των
δανείων τους. Αντίθετα,
όσοι έχουν κυμαινόμενο
επιτόκιο αισθάνονται
πολύ ταχύτερα την αύξηση
του κόστους.
Οι επιχειρήσεις
πληρώνουν ακριβότερα για
κεφάλαια
Οι επιχειρήσεις συνήθως
δανείζονται με επιτόκιο
που αποτελείται από την
απόδοση του αντίστοιχου
κρατικού ομολόγου και
ένα πρόσθετο περιθώριο
κινδύνου.
Το περιθώριο αυτό
αποζημιώνει τους
επενδυτές για τον
κίνδυνο χρεοκοπίας, τη
χαμηλότερη ρευστότητα
και τις ιδιαιτερότητες
κάθε εταιρείας.
Όταν αυξάνεται η απόδοση
των Treasuries,
αυξάνεται και η βάση
πάνω στην οποία
υπολογίζεται το εταιρικό
κόστος δανεισμού. Οι
μεγαλύτερες πιέσεις
αφορούν τις επιχειρήσεις
που:
εκδίδουν νέο χρέος,
πρέπει να
αναχρηματοδοτήσουν
παλαιότερα δάνεια,
έχουν δάνεια
κυμαινόμενου επιτοκίου,
υλοποιούν μεγάλα
επενδυτικά σχέδια.
Αντίθετα, οι εταιρείες
που είχαν κλειδώσει
χαμηλά σταθερά επιτόκια
τα προηγούμενα χρόνια
διαθέτουν μεγαλύτερη
προστασία, τουλάχιστον
έως ότου χρειαστεί να
αναχρηματοδοτήσουν τις
υποχρεώσεις τους.
Απειλούνται οι
επενδύσεις σε
data
centers
και AI
Η άνοδος των αποδόσεων
αποκτά ιδιαίτερη σημασία
για τις επενδύσεις σε
data
centers,
ενεργειακές υποδομές και
τεχνολογικό εξοπλισμό.
Οι υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης απαιτούν
τεράστιες αρχικές
δαπάνες και συχνά
χρηματοδοτούνται μέσω
συνδυασμού ιδίων
κεφαλαίων και δανεισμού.
Όσο αυξάνεται το κόστος
κεφαλαίου, τόσο
μειώνεται η
ελκυστικότητα νέων
επενδυτικών σχεδίων.
Ορισμένα έργα μπορεί να
καθυστερήσουν, ενώ άλλα
να επανεξεταστούν, εάν
οι αναμενόμενες
αποδόσεις δεν επαρκούν
πλέον για να καλύψουν το
υψηλότερο χρηματοδοτικό
κόστος.
Το ζήτημα είναι
ιδιαίτερα κρίσιμο για
τον τεχνολογικό κλάδο,
καθώς οι μεγάλες
εταιρείες αυξάνουν τις
εκδόσεις χρέους για να
χρηματοδοτήσουν την
επέκταση των υποδομών
AI.
Τι σημαίνει για τις
μετοχές
Η επίδραση των
υψηλότερων αποδόσεων
στις μετοχές δεν είναι
πάντοτε μονοσήμαντη.
Από τη μία πλευρά, τα
υψηλότερα επιτόκια
μειώνουν την παρούσα
αξία των μελλοντικών
κερδών. Αυτό πλήττει
περισσότερο τις
εταιρείες υψηλής
ανάπτυξης, των οποίων
μεγάλο μέρος της
αποτίμησης βασίζεται σε
κέρδη που αναμένονται
αρκετά χρόνια αργότερα.
Γι’ αυτό οι μετοχές
τεχνολογίας, οι
εταιρείες με υψηλούς
πολλαπλασιαστές και οι
επιχειρήσεις που δεν
εμφανίζουν ακόμη ισχυρές
ταμειακές ροές είναι
ιδιαίτερα ευάλωτες.
Από την άλλη πλευρά, εάν
οι αποδόσεις αυξάνονται
επειδή η οικονομία
αναπτύσσεται και τα
εταιρικά κέρδη
βελτιώνονται, η αρνητική
επίδραση μπορεί να είναι
περιορισμένη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
επομένως γιατί
αυξάνονται οι αποδόσεις.
Εάν η άνοδος αντανακλά
ισχυρή ανάπτυξη και
καλύτερα κέρδη, οι
μετοχές μπορούν να
αντέξουν. Εάν όμως
οφείλεται σε επίμονο
πληθωρισμό,
δημοσιονομική
αβεβαιότητα και
αυξανόμενο κόστος
δανεισμού, τότε η πίεση
στις αποτιμήσεις γίνεται
πολύ μεγαλύτερη.
Το κόστος για την
αμερικανική κυβέρνηση
Η άνοδος των αποδόσεων
αποτελεί σοβαρό πρόβλημα
και για το ίδιο το
αμερικανικό Δημόσιο.
Οι αποδόσεις των
Treasuries
αντιστοιχούν στο κόστος
με το οποίο η κυβέρνηση
δανείζεται από τις
αγορές. Όταν οι
αποδόσεις αυξάνονται, το
κράτος πρέπει να
καταβάλλει περισσότερους
τόκους για την έκδοση
νέου χρέους και για την
αναχρηματοδότηση
παλαιότερων υποχρεώσεων.
Οι υψηλότερες δαπάνες
για τόκους περιορίζουν
τα περιθώρια
χρηματοδότησης άλλων
πολιτικών, όπως:
δημόσιες επενδύσεις,
κοινωνικές παροχές,
άμυνα,
φορολογικές ελαφρύνσεις,
προγράμματα στήριξης της
οικονομίας.
Η κυβέρνηση έχει τότε
τρεις βασικές επιλογές:
να αυξήσει τα έσοδα, να
περιορίσει άλλες δαπάνες
ή να δανειστεί ακόμη
περισσότερο.
Η τελευταία επιλογή,
όμως, μπορεί να
ενισχύσει τον φαύλο
κύκλο. Περισσότερο χρέος
σημαίνει μεγαλύτερες
ανάγκες χρηματοδότησης,
οι οποίες μπορεί να
οδηγήσουν σε ακόμη
υψηλότερες αποδόσεις
και, συνεπώς, σε ακόμη
μεγαλύτερες πληρωμές
τόκων.
Οι επιπτώσεις στις
διεθνείς αγορές
Τα αμερικανικά κρατικά
ομόλογα θεωρούνται το
βασικό «χωρίς κίνδυνο»
σημείο αναφοράς για το
παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Οι αποδόσεις τους
επηρεάζουν την
τιμολόγηση:
των στεγαστικών δανείων,
των εταιρικών ομολόγων,
των κρατικών τίτλων
αναδυόμενων αγορών,
των ιδιωτικών πιστώσεων,
των μετοχών,
των συναλλαγματικών
ισοτιμιών.
Μια παρατεταμένη άνοδος
των αμερικανικών
αποδόσεων μπορεί να
προσελκύσει κεφάλαια
προς τα περιουσιακά
στοιχεία σε δολάρια.
Αυτό ενδέχεται να
ενισχύσει το αμερικανικό
νόμισμα και να αυξήσει
το κόστος χρηματοδότησης
για χώρες και
επιχειρήσεις εκτός ΗΠΑ.
Οι επιπτώσεις είναι
εντονότερες για
κυβερνήσεις με υψηλό
χρέος, εταιρείες
χαμηλότερης
πιστοληπτικής ικανότητας
και αναδυόμενες αγορές
που χρειάζονται να
αναχρηματοδοτούν
υποχρεώσεις σε δολάρια.
Οι τράπεζες, οι
ασφαλιστικές και τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
Η άνοδος των αποδόσεων
επηρεάζει και τους
μεγάλους θεσμικούς
επενδυτές.
Όταν οι αποδόσεις
αυξάνονται, οι τιμές των
ήδη εκδομένων ομολόγων
υποχωρούν. Αυτό σημαίνει
ότι οι τράπεζες, οι
ασφαλιστικές εταιρείες
και τα συνταξιοδοτικά
ταμεία μπορεί να
καταγράψουν ζημιές
αποτίμησης στα
χαρτοφυλάκια
μακροπρόθεσμων τίτλων
τους.
Εάν ένας οργανισμός
κρατήσει τα ομόλογα
μέχρι τη λήξη, θα λάβει
κανονικά την ονομαστική
τους αξία, υπό την
προϋπόθεση ότι ο εκδότης
δεν αθετήσει τις
υποχρεώσεις του.
Εάν όμως αναγκαστεί να
πουλήσει πριν από τη
λήξη, μπορεί να υποστεί
πραγματική ζημιά, καθώς
η τιμή πώλησης θα είναι
χαμηλότερη από την
αρχική αξία αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή γίνεται
ιδιαίτερα επικίνδυνη
όταν η άνοδος των
αποδόσεων είναι απότομη
και συνοδεύεται από
ανάγκες ρευστότητας.
Το κρίσιμο ερώτημα για
τις αγορές
Η άνοδος των
αμερικανικών αποδόσεων
δεν αποτελεί απλώς ένα
ζήτημα της αγοράς
ομολόγων. Πρόκειται για
έναν μηχανισμό που
μπορεί να επηρεάσει
ολόκληρη την οικονομία.
Υψηλότερες αποδόσεις
σημαίνουν ακριβότερα
στεγαστικά δάνεια,
αυξημένο κόστος
εταιρικού δανεισμού,
περιορισμένες
επενδύσεις, μεγαλύτερες
κρατικές δαπάνες για
τόκους και αυστηρότερες
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες διεθνώς.
Το βασικό πρόβλημα είναι
ότι η άνοδος των
αποδόσεων μπορεί να
γίνει
αυτοτροφοδοτούμενη. Οι
ανησυχίες για το χρέος
οδηγούν σε πωλήσεις
ομολόγων, οι πωλήσεις
αυξάνουν τις αποδόσεις,
οι υψηλότερες αποδόσεις
αυξάνουν το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
και αυτό με τη σειρά του
ενισχύει τις ανησυχίες
για τη δημοσιονομική
πορεία.
Η αγορά δεν βρίσκεται
απαραίτητα μπροστά σε
μια άμεση κρίση, όμως η
εποχή του πολύ φθηνού
χρήματος φαίνεται να
απομακρύνεται.
Για τις μετοχές, τις
επιχειρήσεις και τις
κυβερνήσεις, το μήνυμα
είναι κοινό: όσο
υψηλότερα ανεβαίνουν οι
αποδόσεις των
Treasuries,
τόσο μικρότερο γίνεται
το περιθώριο λάθους.
Πηγή: Reuters
|