|
Το Τέξας μετατρέπεται σε
πεδίο πολιτικής
αναμέτρησης
Η πιο χαρακτηριστική
ένδειξη της
μεταβλητότητας του
προεκλογικού σκηνικού
έρχεται από το Τέξας,
μια πολιτεία που επί
δεκαετίες αποτελούσε
ασφαλές εκλογικό έδαφος
για τους
Ρεπουμπλικανούς. Η
διεκδίκηση της έδρας στη
Γερουσία αποκτά
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
οι Δημοκρατικοί
επιχειρούν να ανατρέψουν
μια μακρά παράδοση και
να εκλέξουν γερουσιαστή
σε πολιτεία όπου δεν
έχουν επικρατήσει σε
αυτή την αναμέτρηση εδώ
και περίπου 30 χρόνια.
Απέναντι στον
συντηρητικό γενικό
εισαγγελέα Κεν Πάξτον, ο
οποίος έχει την
υποστήριξη του Τραμπ,
βρίσκεται ο Δημοκρατικός
Τζέιμς Ταλάρικο.
Πρόκειται για πρώην
εκπαιδευτικό, πολιτικό
με παρουσία στη Γερουσία
του Τέξας και σπουδαστή
θεολογίας. Η αναμέτρηση
έχει αποκτήσει ιδιαίτερη
δυναμική, καθώς οι
δημοσκοπικές διαφορές
μεταξύ των δύο υποψηφίων
φέρεται να έχουν
περιοριστεί από τις έξι
στις δύο ποσοστιαίες
μονάδες, σύμφωνα με
τοπικά μέσα ενημέρωσης.
Σημαντικό ρόλο στην
προεκλογική εκστρατεία
έχει και η
χρηματοδότηση. Ο Ίλον
Μασκ φέρεται να έχει
διαθέσει περισσότερα από
500 εκατ. δολάρια για
την υποστήριξη της
εκστρατείας, γεγονός που
αναδεικνύει την
αυξανόμενη επιρροή των
μεγάλων ιδιωτικών
χρηματοδοτών στην
αμερικανική πολιτική
αντιπαράθεση.
Η συμμετοχή στην πρόωρη
ψηφοφορία καταγράφεται
ιδιαίτερα αυξημένη.
Περίπου 6,8 εκατομμύρια
ψηφοφόροι, δηλαδή το 41%
των εγγεγραμμένων στο
Τέξας, είχαν ήδη ψηφίσει
πριν από την επίσημη
ημέρα των εκλογών. Ένα
από τα κρίσιμα στοιχεία
της αναμέτρησης είναι η
στάση των Λατίνων
ψηφοφόρων, οι οποίοι
αντιπροσωπεύουν πάνω από
το 30% του εκλογικού
σώματος. Η δυσαρέσκεια
μέρους αυτής της ομάδας
για τη μεταναστευτική
πολιτική της κυβέρνησης
Τραμπ ενδέχεται να
επηρεάσει τους
συσχετισμούς.
Παράλληλα, η μάχη για τη
Βουλή των Αντιπροσώπων
στο Τέξας αποκτά
ξεχωριστή σημασία. Η
πολιτεία εκλέγει 38
βουλευτές και οι πιο
ανταγωνιστικές
περιφέρειες εντοπίζονται
κυρίως στο νότιο τμήμα
της και στην ευρύτερη
περιοχή του Χιούστον. Οι
αλλαγές στα εκλογικά
όρια έχουν δημιουργήσει
νέες συνθήκες, με τους
Ρεπουμπλικανούς να
επιδιώκουν να
εξασφαλίσουν πέντε
επιπλέον έδρες.
Οι Δημοκρατικοί
αναζητούν ευκαιρίες,
αλλά αντιμετωπίζουν και
εσωτερικές αντιθέσεις
Η προσπάθεια των
Δημοκρατικών να
ανακτήσουν τον έλεγχο
της Γερουσίας δεν
εξελίσσεται χωρίς
προβλήματα. Οι
εσωκομματικές διαφωνίες
και οι αντιπαραθέσεις
γύρω από συγκεκριμένους
υποψηφίους δημιουργούν
πρόσθετες δυσκολίες σε
μια περίοδο κατά την
οποία το κόμμα επιχειρεί
να αξιοποιήσει τη
δυσαρέσκεια απέναντι
στην κυβέρνηση.
Χαρακτηριστική ήταν η
απόφαση της Δημοκρατικής
βουλευτή Χάλεϊ Στίβενς
στο Μίσιγκαν να στηρίξει
δημόσια τον
Ρεπουμπλικανό υποψήφιο
Μάικ Ρότζερς. Η επιλογή
της προκάλεσε έκπληξη,
καθώς ο Ρότζερς
βρίσκεται απέναντι στον
Αμπντούλ Ελ-Σαϊέντ, ο
οποίος έχει δεχθεί
έντονη κριτική από
εβραϊκές οργανώσεις, με
κατηγορίες περί
αντισημιτισμού. Η
συγκεκριμένη εξέλιξη
ανέδειξε τις διαφωνίες
στο εσωτερικό των
Δημοκρατικών και τη
δυσκολία διαμόρφωσης
ενιαίας πολιτικής
γραμμής σε ορισμένες
κρίσιμες εκλογικές
περιφέρειες.
Ο ίδιος ο Τραμπ
αξιοποίησε αυτές τις
αντιθέσεις στην
προεκλογική του
ρητορική,
χρησιμοποιώντας
ιδιαίτερα επιθετικές
εκφράσεις κατά των
αντιπάλων του. Σε μία
από τις δημόσιες
τοποθετήσεις του δήλωσε
ότι οι ΗΠΑ δεν
χρειάζονται
«κομμουνιστές,
τζιχαντιστές και τη
Μουσουλμανική
Αδελφότητα».
Ο Αμερικανός πρόεδρος
ολοκλήρωσε την
προεκλογική του
δραστηριότητα με
συγκεντρώσεις σε
πολιτείες τις οποίες
είχε κερδίσει με
σημαντική διαφορά στο
παρελθόν, πριν από την
τελευταία ομιλία του
στην Ουάσιγκτον, μία
ημέρα πριν από την
εκλογική αναμέτρηση.
Η δημοτικότητα του Τραμπ
και η πίεση από το
κόστος ζωής
Πέρα από τις επιμέρους
εκλογικές μάχες,
καθοριστικό παράγοντα
αποτελεί η εικόνα του
ίδιου του προέδρου.
Παρότι ο Τραμπ
εξακολουθεί να διατηρεί
κυρίαρχη θέση στο
Ρεπουμπλικανικό Κόμμα,
τα στοιχεία των
δημοσκοπήσεων δείχνουν
ότι η αποδοχή του έχει
υποχωρήσει σε σημαντικό
τμήμα του εκλογικού
σώματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
δημοσκόπησης που
παρουσιάστηκαν από το
ΕΡΤnews,
το 60% των ψηφοφόρων
αποδοκιμάζει την
προεδρική του απόδοση,
ενώ το 40% την αξιολογεί
θετικά. Παράλληλα, το
52% θεωρεί ότι οι
Δημοκρατικοί θα πρέπει
να αναλάβουν τον έλεγχο
του Κογκρέσου, με τη
διαφορά από την αντίθετη
άποψη να ανέρχεται στις
επτά ποσοστιαίες
μονάδες.
Ιδιαίτερα αρνητική είναι
η αξιολόγηση της
εκπλήρωσης των
προεκλογικών υποσχέσεων.
Ο Τραμπ είχε συνδέσει
την επιστροφή του στον
Λευκό Οίκο με την
οικονομική ευημερία και
την αποκατάσταση της
ειρήνης, ωστόσο οι
ανησυχίες για την
ακρίβεια, τον πληθωρισμό
και τις συνέπειες του
πολέμου με το Ιράν
εξακολουθούν να
επιβαρύνουν το κλίμα.
Ενδεικτικό είναι ότι το
64% των ερωτηθέντων
θεωρεί πως ο πρόεδρος
δεν ανταποκρίθηκε στις
προσδοκίες του. Το
ποσοστό αυτό
περιλαμβάνει και περίπου
το ένα τρίτο των
ψηφοφόρων που τον είχαν
υποστηρίξει.
Στην κορυφή των
προβληματισμών
βρίσκονται το κόστος
ζωής, η κυβερνητική
διαφθορά, η κατάσταση
της δημοκρατίας, η
μετανάστευση και η
ασφάλεια των συνόρων.
Δεν προκύπτει, ωστόσο,
σαφές πλεονέκτημα για
κάποιο από τα δύο
κόμματα ως προς την
ικανότητά του να
αντιμετωπίσει
αποτελεσματικά αυτά τα
ζητήματα.
Ακόμη πιο ενδεικτικό του
κλίματος είναι ότι το
70% των ψηφοφόρων εκτιμά
πως η χώρα κινείται προς
τη λάθος κατεύθυνση, ενώ
αυξημένη εμφανίζεται η
δυσαρέσκεια για την
προσωπική οικονομική
κατάσταση των πολιτών.
Η εικόνα δεν είναι
ομοιόμορφη ούτε στο
εσωτερικό των
Ρεπουμπλικανών. Ο Τραμπ
εξακολουθεί να
συγκεντρώνει αποδοχή 93%
μεταξύ των υποστηρικτών
του κινήματος
MAGA,
όμως στους
Ρεπουμπλικανούς που δεν
ανήκουν σε αυτό το
πολιτικό ρεύμα το
ποσοστό περιορίζεται στο
54%. Η διαφορά αυτή
αναδεικνύει την ισχυρή
επιρροή που εξακολουθεί
να ασκεί στον πυρήνα της
εκλογικής του βάσης,
αλλά και τις αποστάσεις
που έχουν διαμορφωθεί με
πιο μετριοπαθείς
ψηφοφόρους του κόμματος.
Συνολικά, οι
προεκλογικές εκστρατείες
έχουν απορροφήσει
περίπου 11,6 δισ.
δολάρια. Μεταξύ των
μεγαλύτερων χρηματοδοτών
συγκαταλέγονται ο Ίλον
Μασκ, με ποσό που
προσεγγίζει το μισό δισ.
δολάρια, και η
οικογένεια Σόρος, με
συνεισφορές ύψους 103
εκατ. δολαρίων. Η
εμπλοκή μεγάλων
ιδιωτικών κεφαλαίων στην
πολιτική διαδικασία
αποτελεί επίσης
αντικείμενο
προβληματισμού, καθώς
σύμφωνα με δημοσκόπηση
του NBC
περίπου οι μισοί
ψηφοφόροι έχουν αρνητική
άποψη για τον πολιτικό
ρόλο του Μασκ και τη
χρηματοδότηση εκλογικών
εκστρατειών.
Τι θα αλλάξει εάν οι
Ρεπουμπλικανοί χάσουν
τον έλεγχο του Κογκρέσου
Η σημασία των ενδιάμεσων
εκλογών γίνεται ακόμη
μεγαλύτερη αν ληφθεί
υπόψη ο τρόπος
λειτουργίας του
αμερικανικού πολιτικού
συστήματος. Ο πρόεδρος
διατηρεί την εκτελεστική
εξουσία, αλλά η
δυνατότητά του να
νομοθετεί εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από τους
συσχετισμούς στη Βουλή
των Αντιπροσώπων και στη
Γερουσία.
Εάν οι Δημοκρατικοί
αποκτήσουν τον έλεγχο
έστω και ενός από τα δύο
σώματα, η κυβέρνηση
Τραμπ θα βρεθεί
αντιμέτωπη με ένα πολύ
πιο δύσκολο νομοθετικό
περιβάλλον. Η ψήφιση
νέων νόμων, η έγκριση
χρηματοδοτήσεων και η
προώθηση βασικών
κυβερνητικών
πρωτοβουλιών θα απαιτούν
πλέον διαπραγματεύσεις
και συμβιβασμούς με την
αντιπολίτευση.
Η εξέλιξη αυτή δεν
σημαίνει, πάντως, ότι ο
πρόεδρος θα χάσει τα
εργαλεία άσκησης
εξουσίας. Θα εξακολουθεί
να ελέγχει την
εκτελεστική διοίκηση, τα
υπουργεία και τις
ομοσπονδιακές υπηρεσίες,
ενώ θα διατηρεί τις
αρμοδιότητες που του
παρέχει το Σύνταγμα,
μεταξύ των οποίων και η
δυνατότητα έκδοσης
εκτελεστικών
διαταγμάτων. Επιπλέον, η
ισχυρή συντηρητική
πλειοψηφία στο Ανώτατο
Δικαστήριο αποτελεί έναν
ακόμη παράγοντα που
επηρεάζει τις θεσμικές
ισορροπίες.
Το κρίσιμο ερώτημα
αφορά, επομένως, όχι
μόνο το εάν ο Τραμπ θα
χάσει την
κοινοβουλευτική του
πλειοψηφία, αλλά και τον
τρόπο με τον οποίο θα
αντιδράσει σε ένα τέτοιο
ενδεχόμενο. Οι
εκτιμήσεις που
διατυπώνονται στην
Ουάσιγκτον είναι ότι μια
ήττα θα μπορούσε να
οδηγήσει σε εντονότερη
πολιτική αντιπαράθεση,
αντί για μια πιο
συναινετική προσέγγιση.
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδεται και στην
εξωτερική πολιτική, όπου
ο πρόεδρος διαθέτει
μεγαλύτερα περιθώρια
πρωτοβουλιών σε σχέση με
τη νομοθετική
διαδικασία. Η
μεταναστευτική πολιτική,
οι δασμοί και οι
εξελίξεις γύρω από τον
πόλεμο με το Ιράν έχουν
ήδη αναδείξει τη διάθεση
του Λευκού Οίκου να
κινηθεί με τρόπο που δεν
εξαρτάται πάντοτε από
την προηγούμενη
εξασφάλιση ευρείας
κοινοβουλευτικής
συναίνεσης.
Έτσι, η αναμέτρηση
αποκτά διπλή διάσταση:
από τη μία πλευρά θα
καταγράψει την
πραγματική απήχηση του
Τραμπ δύο χρόνια μετά
την επιστροφή του στην
προεδρία και από την
άλλη θα καθορίσει το
θεσμικό περιβάλλον μέσα
στο οποίο θα κινηθεί η
κυβέρνησή του κατά το
υπόλοιπο της θητείας
της. Η οικονομία και το
κόστος ζωής παραμένουν
στο επίκεντρο της
δυσαρέσκειας, ενώ οι
ανταγωνιστικές
αναμετρήσεις σε
πολιτείες όπως το Τέξας
δείχνουν ότι ακόμη και
παραδοσιακά ασφαλείς
εκλογικές περιφέρειες
έχουν μετατραπεί σε
πεδία έντονης πολιτικής
αντιπαράθεσης.
|