|
Η πρωτοβουλία έχει
προκαλέσει αντιδράσεις
στην Ευρώπη, καθώς
συγκρούεται με τον στόχο
της απεξάρτησης από τη
ρωσική ενέργεια.
Παράλληλα, αναδεικνύει
τις διαφορετικές
προσεγγίσεις Ουάσιγκτον
και ευρωπαϊκών
πρωτευουσών ως προς το
πώς μπορεί να επιτευχθεί
μια συμφωνία με τη
Μόσχα.
Η αμερικανική στρατηγική
και οι αντιδράσεις της
Ευρώπης
Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά
ότι η επανέναρξη των
ενεργειακών συναλλαγών
θα μπορούσε να
αποτελέσει οικονομικό
κίνητρο για τη Ρωσία,
αλλά και να εξυπηρετήσει
την Ουκρανία μέσω μιας
ευρύτερης διευθέτησης.
Στην αμερικανική
προσέγγιση εντάσσεται
και η εκτίμηση ότι η
πίεση για χαμηλότερες
τιμές ενέργειας θα
μπορούσε να ενισχύσει
την αποδοχή μιας τέτοιας
επιλογής από τους
Ευρωπαίους πολίτες.
Η πρόταση, ωστόσο,
συναντά ισχυρές
αντιστάσεις από
Ευρωπαίους
αξιωματούχους. Η
επιστροφή στις εισαγωγές
ρωσικού αερίου θα
ερχόταν σε αντίθεση με
την πολυετή προσπάθεια
της ΕΕ να περιορίσει την
ενεργειακή εξάρτησή της
από τη Μόσχα, μια
στρατηγική που είχε
υποστηριχθεί και από τις
προηγούμενες
αμερικανικές
κυβερνήσεις.
Οι επικριτές της
διπλωματικής
πρωτοβουλίας Τραμπ
υποστηρίζουν ότι η
έμφαση στα οικονομικά
ανταλλάγματα προς τη
Ρωσία δεν έχει οδηγήσει
μέχρι στιγμής σε αλλαγή
των βασικών απαιτήσεων
του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Αντίθετα, θεωρούν ότι η
προσέγγιση αυτή
ενδέχεται να
αποδυναμώσει την πίεση
προς το Κρεμλίνο, χωρίς
να εξασφαλίζει
ουσιαστικές παραχωρήσεις
από τη ρωσική πλευρά.
Σε ανακοίνωσή του, ο
Λευκός Οίκος ανέφερε ότι
ο πόλεμος αυξάνει τις
ενεργειακές τιμές στην
Ευρώπη και προκαλεί
σοβαρές οικονομικές
δυσκολίες τόσο στη Ρωσία
όσο και στην Ουκρανία.
Παράλληλα, υποστήριξε
ότι οι ΗΠΑ συνεργάζονται
με το Κίεβο και τους
Ευρωπαίους εταίρους για
μια ολοκληρωμένη
ειρηνευτική πρόταση, η
οποία θα περιλαμβάνει
οικονομικά κίνητρα και
για τις δύο πλευρές.
Όπως επισημάνθηκε,
στόχος δεν είναι μόνο ο
τερματισμός των
εχθροπραξιών, αλλά και η
δημιουργία προϋποθέσεων
για διαρκή ειρήνη,
οικονομική ανάκαμψη και
σταθερότητα στην
περιοχή.
Χαλάρωση των κυρώσεων
και νέα επιχειρηματικά
σχέδια
Οι συζητήσεις για το
φυσικό αέριο εντάσσονται
σε μια ευρύτερη
προσπάθεια
επαναπροσέγγισης μεταξύ
Ουάσιγκτον και Μόσχας. Ο
Τραμπ αποφάσισε πρόσφατα
να εξαιρέσει τη Ρωσία
από νέες κυρώσεις που
είχε εγκρίνει το
Κογκρέσο, ενώ είχε
προηγηθεί η χαλάρωση των
περιορισμών στο ρωσικό
ντίζελ.
Ο Κίριλ Ντμίτριεφ,
οικονομικός απεσταλμένος
του Πούτιν, παρουσίασε
τη συμφωνία για το
ντίζελ ως την αρχή μιας
ευρύτερης διαδικασίας
στις επαφές του με τους
Κούσνερ και Γουίτκοφ.
Μιλώντας σε ενεργειακό
συνέδριο στη Μόσχα,
εξέφρασε την προσδοκία
ότι θα ανακοινωθούν
σύντομα σημαντικές
πρωτοβουλίες,
σημειώνοντας ότι οι δύο
πλευρές έχουν αρχίσει να
ξεπερνούν την αμοιβαία
δυσπιστία.
Σύμφωνα με τον ίδιο,
εξετάζονται διάφορα
επενδυτικά σχέδια,
μεταξύ των οποίων η
δημιουργία κέντρων
δεδομένων που θα
τροφοδοτούνται με ρωσική
πυρηνική ενέργεια. Στο
επίκεντρο βρίσκεται
επίσης η πιθανή πώληση
διεθνών περιουσιακών
στοιχείων της
Lukoil
σε επενδυτικό σχήμα στο
οποίο θα συμμετέχει η
αμερικανική κυβέρνηση.
Η επαναφορά του ρωσικού
φυσικού αερίου στην
ευρωπαϊκή αγορά
θεωρείται μία από τις
πιο φιλόδοξες, αλλά και
πιο αμφιλεγόμενες,
προτάσεις που
εξετάζονται. Για τους
εισηγητές της, θα
μπορούσε να αποτελέσει
μέρος μιας συνολικής
συμφωνίας που θα
καλύπτει τόσο την
ασφάλεια όσο και τις
μελλοντικές οικονομικές
σχέσεις.
Οι επιπτώσεις στις
αγορές ενέργειας
Μια ενδεχόμενη επιστροφή
των ρωσικών προμηθειών
θα μπορούσε να
περιορίσει τη ζήτηση για
αμερικανικό υγροποιημένο
φυσικό αέριο (LNG),
επηρεάζοντας τις
αμερικανικές ενεργειακές
επιχειρήσεις που έχουν
ενισχύσει τη θέση τους
στην ευρωπαϊκή αγορά
μετά το 2022.
Για την Ευρώπη, το
αποτέλεσμα θα μπορούσε
να είναι διττό. Από τη
μία πλευρά, η αύξηση της
προσφοράς ενδέχεται να
ασκήσει πιέσεις στις
τιμές. Από την άλλη, θα
επανέφερε στο προσκήνιο
τον κίνδυνο νέας
εξάρτησης από έναν
προμηθευτή που έχει
χρησιμοποιήσει τις
ενεργειακές ροές ως
εργαλείο πολιτικής
πίεσης.
Η πρόταση αποκτά
παράλληλα πολιτική
διάσταση, καθώς
ευρωπαϊκά κόμματα που
υποστηρίζουν την
αποκατάσταση των σχέσεων
με τη Ρωσία προβάλλουν
το χαμηλότερο ενεργειακό
κόστος ως βασικό
επιχείρημα.
Η Άλις Βάιντελ, ηγετικό
στέλεχος του γερμανικού
AfD,
δήλωσε στη γερμανική
Βουλή ότι η επανέναρξη
των εισαγωγών ρωσικού
φυσικού αερίου και
πετρελαίου θα μπορούσε
να ανακουφίσει τα
νοικοκυριά και τις
επιχειρήσεις. Παράλληλα,
υποστήριξε ότι οι
κυρώσεις σε βάρος της
Ρωσίας επιβαρύνουν την
ευρωπαϊκή οικονομία.
Από την πλευρά του, ο
Ζελένσκι εξέφρασε την
ανησυχία του για την
κατεύθυνση των
διαπραγματεύσεων,
επισημαίνοντας σε
συνέντευξή του στους
Financial
Times
ότι το φυσικό αέριο
ενδέχεται να αποτελέσει
αντικείμενο μιας
επόμενης συμφωνίας
μεταξύ Ουάσιγκτον και
Μόσχας.
Η απώλεια εσόδων της
Ουκρανίας και ο στόχος
της ΕΕ
Η Ουκρανία σταμάτησε τη
διαμετακόμιση ρωσικού
φυσικού αερίου μέσω του
εδάφους της τον
Ιανουάριο του 2025,
χάνοντας έσοδα από τέλη
διέλευσης που
υπολογίζονταν σε περίπου
1 δισ. δολάρια ετησίως.
Την ίδια στιγμή, η
Ευρωπαϊκή Ένωση έχει
δεσμευτεί να μηδενίσει
τις εισαγωγές ρωσικού
φυσικού αερίου έως το
2027. Το μερίδιο της
Ρωσίας στις ευρωπαϊκές
εισαγωγές είχε
υποχωρήσει στο 13% το
2025, έναντι 45% το
2021.
Η αναζήτηση μιας
ειρηνευτικής συμφωνίας,
σε συνδυασμό με την
ανησυχία της
αμερικανικής κυβέρνησης
για το ενεργειακό κόστος
ενόψει των ενδιάμεσων
εκλογών, φαίνεται να
ενισχύει το ενδιαφέρον
για την επανέναρξη των
ρωσικών εξαγωγών.
Πηγές με γνώση των
διαβουλεύσεων
περιγράφουν την
αποκατάσταση των
ενεργειακών ροών ως
μακροπρόθεσμο στόχο των
Κούσνερ και Γουίτκοφ. Η
πρόταση αποτελεί μέρος
ενός ευρύτερου πλαισίου
συζητήσεων, στο οποίο
περιλαμβάνονται οι
σχέσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ,
οι εγγυήσεις ασφαλείας
προς την Ουκρανία και ο
έλεγχος των εδαφών.
Nord
Stream
2: Το ενδεχόμενο
αμερικανικής συμμετοχής
Ένα από τα πιο ευαίσθητα
ζητήματα αφορά το
ενδεχόμενο συμμετοχής
αμερικανικών
επιχειρήσεων στις
εξαγωγές ρωσικού φυσικού
αερίου. Ορισμένοι
Ευρωπαίοι και Ουκρανοί
αξιωματούχοι εκτιμούν
ότι η Ουάσιγκτον
ενδέχεται να επιδιώξει
να εξασφαλίσει μερίδιο
στα οικονομικά οφέλη
μιας συμφωνίας, είτε
μέσω αμερικανικών
εταιρειών είτε μέσω της
ίδιας της κυβέρνησης.
Στο πλαίσιο αυτό,
ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει ο
Nord
Stream
2, ο υποθαλάσσιος αγωγός
που συνδέει τη Ρωσία με
τη Γερμανία και υπέστη
σαμποτάζ. Ο Αμερικανός
επενδυτής Στίβεν Π.
Λιντς έχει επιδιώξει από
την περίοδο της
προεδρίας Μπάιντεν να
αποκτήσει τον αγωγό,
υποστηρίζοντας ότι ο
αμερικανικός έλεγχος θα
μπορούσε να εξυπηρετήσει
τα συμφέροντα των ΗΠΑ
και την ενεργειακή
ασφάλεια της Ευρώπης,
εφόσον αποκαθίσταντο οι
ροές.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι
δεν συμμετέχει επί του
παρόντος σε
διαπραγματεύσεις για τον
Nord
Stream
και ότι δεν διαθέτει την
απαιτούμενη άδεια από το
αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών. Ωστόσο,
σύμφωνα με πηγές που
γνωρίζουν τις επαφές, το
ενδεχόμενο εμπλοκής
Αμερικανού επενδυτή έχει
συζητηθεί μεταξύ ΗΠΑ και
Ρωσίας.
Ο Λευκός Οίκος
υποστήριξε ότι ο
Nord
Stream
δεν αποτέλεσε
αντικείμενο πρόσφατων
συνομιλιών,
διευκρινίζοντας ότι
οποιαδήποτε συμφωνία για
τον αγωγό θα απαιτούσε
στενό συντονισμό με τους
Ευρωπαίους εταίρους στο
πλαίσιο μιας συνολικής
ειρηνευτικής
διευθέτησης.
Η προσδοκία για
φθηνότερη ενέργεια και η
στάση του Κρεμλίνου
Σύμφωνα με πηγή που
γνωρίζει τις
διαπραγματεύσεις, η
κυβέρνηση Τραμπ
αντιμετωπίζει την
επαναλειτουργία του
υποθαλάσσιου αγωγού ως
μια σχετικά εύκολη
επιλογή, εφόσον
επιτευχθεί ειρηνευτική
συμφωνία. Η ίδια πηγή
εκτιμά ότι, παρά τις
δημόσιες επιφυλάξεις των
ευρωπαϊκών κυβερνήσεων,
η πίεση για χαμηλότερες
τιμές ενέργειας θα
μπορούσε τελικά να
επηρεάσει τη στάση των
ψηφοφόρων.
Παρόμοιο μήνυμα εκπέμπει
και η Μόσχα. Ο
εκπρόσωπος του
Κρεμλίνου, Ντμίτρι
Πεσκόφ, δήλωσε ότι η
επανέναρξη της
ενεργειακής συνεργασίας
θα εξυπηρετούσε τα
ρωσικά συμφέροντα,
ενδεχομένως μάλιστα να
ήταν ακόμη πιο επωφελής
για τους ίδιους τους
Ευρωπαίους.
Η γερμανική κυβέρνηση,
ωστόσο, παραμένει
αντίθετη στην επαναφορά
των ρωσικών προμηθειών
μέσω αγωγών. Η Γερμανία
ήταν ο μεγαλύτερος
πελάτης της Ρωσίας στο
φυσικό αέριο πριν από
την εισβολή του 2022 και
βρέθηκε στη συνέχεια
αντιμέτωπη με σημαντική
αύξηση του ενεργειακού
κόστους.
Η πρόταση τέθηκε εκ νέου
στις συνομιλίες για την
Ουκρανία που
πραγματοποιήθηκαν στη
Φλόριντα την προηγούμενη
εβδομάδα, με τη
συμμετοχή των Γουίτκοφ
και Κούσνερ. Σύμφωνα με
πηγές που γνωρίζουν τη
συνάντηση, ο Γκίντερ
Ζάουτερ, κορυφαίος
σύμβουλος ασφαλείας του
Γερμανού καγκελαρίου
Φρίντριχ Μερτς, εξέφρασε
κατηγορηματικά την
αντίθεση του Βερολίνου.
Το Βερολίνο θέτει ως
προτεραιότητα την
ενεργειακή ασφάλεια
Για τη γερμανική
κυβέρνηση, η ενδεχόμενη
συμμετοχή ενός τρίτου
φορέα στις μεταφορές δεν
αλλάζει το βασικό
δεδομένο: το φυσικό
αέριο θα εξακολουθεί να
προέρχεται από τη Ρωσία.
Ως εκ τούτου, το
Βερολίνο θεωρεί ότι το
ζήτημα δεν θα πρέπει να
ενταχθεί στις
ειρηνευτικές
διαπραγματεύσεις.
Σημερινοί και πρώην
αξιωματούχοι
αναγνωρίζουν ότι η
επιστροφή των ρωσικών
προμηθειών θα μπορούσε
να συμβάλει στη μείωση
των τιμών. Επισημαίνουν,
όμως, ότι ένα τέτοιο
όφελος θα συνοδευόταν
από σημαντικούς
κινδύνους για την
ασφάλεια, καθώς η Ευρώπη
θα μπορούσε να βρεθεί
και πάλι εκτεθειμένη σε
ενδεχόμενη διακοπή των
προμηθειών από τη Μόσχα.
Ο πρώην υπουργός
Οικονομίας της Γερμανίας
Ρόμπερτ Χάμπεκ, ο οποίος
είχε αναλάβει σημαντικό
ρόλο στην ενεργειακή
απεξάρτηση της χώρας
μετά την εισβολή,
υπογράμμισε ότι η Ευρώπη
και ειδικά η Γερμανία
δεν θα πρέπει να
εξαρτηθούν ξανά από το
ρωσικό φυσικό αέριο,
επικαλούμενος την
αναξιοπιστία που, κατά
την άποψή του, έχει
επιδείξει η Ρωσία.
Η συζήτηση εξελίσσεται
παράλληλα με τις
εσωτερικές πολιτικές
πιέσεις στη Γερμανία. Το
AfD,
το οποίο σύμφωνα με τις
δημοσκοπήσεις που
επικαλείται το
δημοσίευμα κινείται
κοντά στο 30%, προβάλλει
την αποκατάσταση των
ενεργειακών σχέσεων με
τη Ρωσία ως μέσο
περιορισμού του
πληθωρισμού και
ενίσχυσης της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Το κρίσιμο ζήτημα του
ελέγχου των ενεργειακών
υποδομών
Οι ομοιότητες ανάμεσα
στις θέσεις του
Κρεμλίνου, της
κυβέρνησης Τραμπ και
ευρωπαϊκών πολιτικών
δυνάμεων που τάσσονται
υπέρ της
επαναπροσέγγισης με τη
Μόσχα προκαλούν
προβληματισμό στις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ο Μερτς και άλλοι
Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν
επικρίνει την άρση των
περιορισμών στο ρωσικό
ντίζελ, εκτιμώντας ότι
τέτοιες αποφάσεις
περιορίζουν την
οικονομική πίεση προς τη
Ρωσία.
Ο Χάμπεκ έχει αφήσει
ανοιχτό το ενδεχόμενο να
μπορούσε να εξεταστεί η
επιστροφή σχετικά
περιορισμένων ποσοτήτων
ρωσικού αερίου. Τόνισε,
ωστόσο, ότι η Ευρώπη θα
πρέπει να δώσει
προτεραιότητα στην
ευρωπαϊκή ιδιοκτησία και
διαχείριση των
ενεργειακών υποδομών.
Κατά την εκτίμησή του, η
συμμετοχή αμερικανικής
εταιρείας στη μεταφορά
του ρωσικού αερίου δεν
θα εξάλειφε τους
κινδύνους που συνδέονται
με την εξάρτηση από τη
Μόσχα. Εξέφρασε,
μάλιστα, επιφυλάξεις για
την πολιτική κατεύθυνση
της Ουάσιγκτον,
σημειώνοντας ότι η στάση
του Τραμπ απέναντι στον
Πούτιν προκαλεί ανησυχία
ως προς τη μελλοντική
στήριξη της Ουκρανίας.
Η προοπτική επιστροφής
του ρωσικού φυσικού
αερίου στην Ευρώπη
βρίσκεται, επομένως, στο
σημείο τομής τριών
μεγάλων ζητημάτων: της
αναζήτησης ειρηνευτικής
λύσης στην Ουκρανία, της
προσπάθειας μείωσης του
ενεργειακού κόστους και
της διατήρησης της
ευρωπαϊκής ενεργειακής
ασφάλειας. Το κατά πόσο
μπορεί να αποτελέσει
μέρος μιας τελικής
συμφωνίας παραμένει
ανοιχτό, με τις
διαφωνίες μεταξύ
Ουάσιγκτον και
ευρωπαϊκών κυβερνήσεων
να αποτελούν ήδη
σημαντικό εμπόδιο.
|