|
Στο
μέτωπο των δημόσιων
οικονομικών, η διεύρυνση
του αμερικανικού
δημοσιονομικού
ελλείμματος και η
συνεχιζόμενη αύξηση του
κρατικού χρέους
αποτελούν έναν ακόμη
παράγοντα πίεσης στην
αγορά ομολόγων. Οι
επενδυτές ζητούν
υψηλότερη απόδοση
προκειμένου να
συνεχίσουν να απορροφούν
τις μεγάλες ανάγκες
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου.
Το
επίπεδο του 5% έχει
ιδιαίτερη σημασία για
τις αγορές, όχι μόνο
τεχνικά αλλά και
ψυχολογικά. Όσο η
απόδοση του 10ετούς
παραμένει πάνω από αυτό
το επίπεδο, τα
αμερικανικά ομόλογα
καθίστανται ολοένα πιο
ελκυστικά σε σχέση με
τις μετοχές, καθώς
προσφέρουν υψηλότερη και
σχετικά ασφαλή απόδοση
χωρίς τον αντίστοιχο
κίνδυνο που συνεπάγονται
οι ακριβές μετοχικές
αποτιμήσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο
πρόβλημα για τη Wall
Street. Η άνοδος των
αποδόσεων αυξάνει το
λεγόμενο «risk-free
rate», δηλαδή το
επιτόκιο αναφοράς με το
οποίο συγκρίνονται οι
αποδόσεις όλων των
υπόλοιπων επενδύσεων.
Όσο υψηλότερο γίνεται το
κόστος του ασφαλούς
χρήματος, τόσο
μεγαλύτερη απόδοση
απαιτούν οι επενδυτές
από τις μετοχές και τόσο
μεγαλύτερη πίεση μπορεί
να ασκηθεί στις
αποτιμήσεις, ιδιαίτερα
στις εταιρείες υψηλής
ανάπτυξης και
τεχνολογίας.
Οι
πιέσεις αποτυπώθηκαν
άμεσα και στα
χρηματιστηριακά
παράγωγα, με τα futures
του S&P 500 να υποχωρούν
περίπου 0,3% στις πρώτες
συναλλαγές της Τρίτης.
Το
κρίσιμο πλέον είναι εάν
η άνοδος των αποδόσεων
θα περιοριστεί κοντά στο
5% ή εάν θα αποτελέσει
την αρχή μιας νέας
ανοδικής κίνησης. Η
αγορά βρίσκεται
αντιμέτωπη ταυτόχρονα με
υψηλότερο πληθωρισμό,
αυξημένες ανάγκες
κρατικού δανεισμού,
ακριβότερη ενέργεια και
την προοπτική μιας πιο
επιθετικής Fed.
Με
την απόδοση του 10ετούς
να αγγίζει πλέον επίπεδα
που δεν έχουν
παρατηρηθεί εδώ και
σχεδόν δύο δεκαετίες, το
ομόλογο επιστρέφει
δυναμικά στο επίκεντρο
της επενδυτικής
στρατηγικής. Και όσο η
απόδοση παραμένει πάνω
από το 5%, τόσο
αυξάνεται ο κίνδυνος η
αγορά ομολόγων να
αρχίσει να ανταγωνίζεται
ευθέως τη Wall Street
για τα ίδια επενδυτικά
κεφάλαια.
|