|
Παράλληλα, οι
αναθεωρήσεις για τον
Μάιο και τον Ιούνιο
αφαίρεσαν συνολικά
103.000 θέσεις
εργασίας από
τις προηγούμενες
εκτιμήσεις. Ως
αποτέλεσμα, η μέση
μηνιαία δημιουργία
θέσεων εργασίας το
τελευταίο τρίμηνο
περιορίστηκε μόλις στις
20.000,
έναντι 77.000 το τρίμηνο
έως τον Ιούνιο.
Η ανεργία μειώθηκε, αλλά
για τον λάθος λόγο
Με την πρώτη ματιά, η
εικόνα φαίνεται λιγότερο
ανησυχητική, καθώς το
ποσοστό ανεργίας
υποχώρησε στο
4,1% από 4,2%.
Όμως η συγκεκριμένη
πτώση δεν προήλθε από
ισχυρότερη απασχόληση.
Αντίθετα, ακόμη
264.000 άνθρωποι
εγκατέλειψαν το εργατικό
δυναμικό, με
αποτέλεσμα το ποσοστό
συμμετοχής να υποχωρήσει
στο 61,4%,
το χαμηλότερο επίπεδο
σχεδόν 5,5 ετών.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την αξιολόγηση της
αγοράς εργασίας από τη
Fed.
Όταν μειώνεται ο αριθμός
των ανθρώπων που
αναζητούν εργασία, το
ποσοστό ανεργίας μπορεί
να υποχωρεί ακόμη και
όταν η πραγματική
δυναμική της απασχόλησης
εξασθενεί.
Από τον Ιανουάριο, το
εργατικό δυναμικό έχει
μειωθεί κατά μέσο όρο
κατά περίπου
228.000 άτομα τον μήνα,
εξέλιξη που αποδίδεται
εν μέρει στις
αυστηρότερες
μεταναστευτικές
πολιτικές της κυβέρνησης
Trump.
Η μεγάλη εικόνα: «slow
hire,
slow
fire»
Οι οικονομολόγοι πάντως
προειδοποιούν ότι τα
στοιχεία δεν σημαίνουν
απαραίτητα ότι η
αμερικανική οικονομία
εισέρχεται απότομα σε
ύφεση.
Η αγορά εργασίας
φαίνεται περισσότερο να
βρίσκεται σε ένα
καθεστώς «slow
hire,
slow
fire»:
οι επιχειρήσεις
προσλαμβάνουν με πολύ
πιο αργό ρυθμό, αλλά
ταυτόχρονα δεν προχωρούν
σε μαζικές απολύσεις.
Η εποχικότητα αποτελεί
επίσης σημαντικό
παράγοντα. Οι θερινοί
μήνες χαρακτηρίζονται
συχνά από προβλήματα
στις εποχικές
προσαρμογές των
στοιχείων, ιδιαίτερα
λόγω της ολοκλήρωσης του
σχολικού έτους.
Χαρακτηριστικό είναι ότι
σχεδόν ολόκληρη η πτώση
της απασχόλησης στον
δημόσιο τομέα προήλθε
από την τοπική
εκπαίδευση.
Οι θέσεις εργασίας στην
τοπική αυτοδιοίκηση και
εκπαίδευση μειώθηκαν
κατά 49.600,
η μεγαλύτερη πτώση από
τον Οκτώβριο του 2021.
Συνολικά, η απασχόληση
στον δημόσιο τομέα
μειώθηκε κατά 53.000
θέσεις.
Εξαιρουμένου του
Δημοσίου, ο ιδιωτικός
τομέας δημιούργησε
30.000 θέσεις,
όσες και τον Ιούνιο.
Τουρισμός και
λιανεμπόριο επιβαρύνουν
την εικόνα
Ιδιαίτερα αδύναμη ήταν η
εικόνα στους κλάδους
αναψυχής και φιλοξενίας.
Η απασχόληση μειώθηκε
κατά 40.000
θέσεις, για
δεύτερο συνεχόμενο μήνα.
Εστιατόρια και μπαρ
έχασαν 26.100 θέσεις
εργασίας.
Το λιανεμπόριο έχασε
επίσης 19.400 θέσεις,
κυρίως σε μεγάλες
αλυσίδες και καταστήματα
γενικού εμπορίου.
Οι δύο αυτοί κλάδοι
αφαίρεσαν συνολικά
περίπου 59.400
θέσεις από την
αγορά εργασίας.
Η εικόνα είναι σημαντική
διότι οι κλάδοι αυτοί
είχαν επωφεληθεί από την
αυξημένη οικονομική
δραστηριότητα, ενώ πλέον
φαίνεται να χάνουν μέρος
της δυναμικής τους.
Υγεία και κατασκευές
κρατούν την απασχόληση
Υπήρχαν όμως και θετικά
στοιχεία.
Ο κλάδος της υγείας
πρόσθεσε 22.000
θέσεις εργασίας,
αν και σημαντικά
λιγότερες από τον μέσο
μηνιαίο ρυθμό των 36.000
του τελευταίου έτους.
Οι κατασκευές
δημιούργησαν 22.000
θέσεις, ενώ η μεταποίηση
πρόσθεσε 5.000.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει το γεγονός
ότι η αμερικανική
μεταποίηση έχει
δημιουργήσει
31.000 θέσεις από τις
αρχές του 2026,
πιθανότατα εν μέρει λόγω
των επενδύσεων που
συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη και
την κατασκευή υποδομών.
Ωστόσο, το ποσοστό των
βιομηχανιών που
αναφέρουν αύξηση
απασχόλησης υποχώρησε
στο 50% από
56,9% τον
Ιούνιο.
Συνολικά, το ποσοστό των
κλάδων που εμφανίζουν
αύξηση απασχόλησης
μειώθηκε στο
51,8% από 53,2%.
Αυτό αποτελεί μια ακόμη
ένδειξη ότι η αδυναμία
δεν περιορίζεται σε έναν
μόνο κλάδο.
Η αγορά εργασίας χάνει
σταδιακά εύρος
Ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα στοιχεία
είναι η εξέλιξη του
εργατικού δυναμικού.
Το ποσοστό συμμετοχής
έχει υποχωρήσει στους
6 από τους
τελευταίους 7 μήνες
και βρίσκεται πλέον στο
χαμηλότερο επίπεδο από
τον Φεβρουάριο του 2021.
Παράλληλα, η αναλογία
απασχολούμενων προς τον
πληθυσμό συνεχίζει να
μειώνεται και βρίσκεται
κοντά σε χαμηλό
πενταετίας.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί
ένα παράδοξο: η
αμερικανική οικονομία
χρειάζεται πλέον σχετικά
λίγες νέες θέσεις
εργασίας για να διατηρεί
σταθερό το ποσοστό
ανεργίας, επειδή
μειώνεται ο αριθμός των
ανθρώπων που συμμετέχουν
στην αγορά εργασίας.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν
ότι μόλις
20.000-50.000 νέες
θέσεις τον μήνα
αρκούν για να συμβαδίζει
η απασχόληση με την
αύξηση του πληθυσμού σε
ηλικία εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι οι
πολύ χαμηλοί αριθμοί των
τελευταίων μηνών δεν
μεταφράζονται αυτόματα
σε εκρηκτική άνοδο της
ανεργίας.
Επιβραδύνονται και οι
μισθοί
Ένα ακόμη στοιχείο που
ενισχύει την πιο «dovish»
ανάγνωση της έκθεσης
είναι η επιβράδυνση των
μισθολογικών αυξήσεων.
Η αύξηση των μέσων
ωριαίων αποδοχών
επιβραδύνθηκε στο
3,2% σε ετήσια
βάση, από 3,4%
τον Ιούνιο.
Παράλληλα, η μέση
εβδομάδα εργασίας
παρέμεινε στις
34,3 ώρες.
Η απασχόληση των
νοικοκυριών μειώθηκε
κατά 87.000, ενώ ο
αριθμός των εργαζομένων
μερικής απασχόλησης για
οικονομικούς λόγους
αυξήθηκε κατά 123.000,
στα 4,804
εκατομμύρια.
Όλα αυτά δείχνουν μια
αγορά εργασίας που χάνει
σταδιακά δυναμική, χωρίς
όμως να εμφανίζει ακόμη
τα χαρακτηριστικά μιας
απότομης κατάρρευσης.
Η Fed
βρίσκεται πλέον σε πιο
δύσκολη θέση
Τα στοιχεία έχουν ήδη
επηρεάσει τις αγορές
επιτοκίων.
Πριν από την ανακοίνωση
των στοιχείων, η αγορά
τιμολογούσε πιθανότητα
περίπου 57%
για αύξηση επιτοκίων από
τη Fed
τον Σεπτέμβριο.
Μετά την έκθεση, η
πιθανότητα υποχώρησε στο
44%.
Η Fed
διατήρησε την
προηγούμενη εβδομάδα το
επιτόκιο αναφοράς στο
3,50%-3,75%,
παρά το γεγονός ότι τρία
μέλη της επιτροπής
νομισματικής πολιτικής
διαφώνησαν και τάχθηκαν
υπέρ αύξησης κατά 25
μονάδες βάσης.
Έτσι, η αγορά βρίσκεται
πλέον μπροστά σε μια
κρίσιμη αντιπαράθεση
μεταξύ δύο διαφορετικών
σημάτων:
η αγορά εργασίας
εξασθενεί, αλλά ο
πληθωρισμός εξακολουθεί
να αποτελεί τον βασικό
κίνδυνο για τη
Fed.
Και αυτός είναι ο λόγος
για τον οποίο τα επόμενα
στοιχεία για τον
πληθωρισμό αποκτούν
ακόμη μεγαλύτερη
σημασία.
Το μεγάλο ερώτημα:
εργασία ή πληθωρισμός;
Η έκθεση Ιουλίου είναι
σαφώς πιο φιλική προς
την προοπτική χαλάρωσης
της νομισματικής
πολιτικής.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι η Fed
έχει αποφασίσει να
εγκαταλείψει την
πιθανότητα αύξησης
επιτοκίων.
Ο οικονομολόγος της
Bank
of
America
Aditya
Bhave
χαρακτήρισε τα στοιχεία
«κάπως dovish»
συνολικά, αλλά διατήρησε
την πρόβλεψη ότι η
Fed
θα αυξήσει τα επιτόκια
συνολικά κατά 75
μονάδες βάσης φέτος,
ξεκινώντας από τον
Σεπτέμβριο.
Η λογική είναι ότι ο
Federal
Reserve
ενδέχεται να
εξακολουθήσει να δίνει
μεγαλύτερη βαρύτητα στον
πληθωρισμό παρά στην
αγορά εργασίας.
Αυτό είναι το κρίσιμο
σημείο για τις αγορές.
Εάν ο πληθωρισμός
παραμείνει υψηλός, η
Fed
μπορεί να θεωρήσει ότι
έχει περιθώριο να
αγνοήσει την επιβράδυνση
της απασχόλησης.
Αντίθετα, εάν ο
πληθωρισμός υποχωρήσει
ταυτόχρονα με την αγορά
εργασίας, το σενάριο
νέων αυξήσεων επιτοκίων
θα αποδυναμωθεί
δραστικά.
Τι σημαίνει για ομόλογα,
δολάριο και μετοχές
Η πρώτη αντίδραση της
αγοράς ήταν
χαρακτηριστική:
οι αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
υποχώρησαν, το δολάριο
εξασθένησε και οι
μετοχές κινήθηκαν
υψηλότερα.
Η λογική είναι απλή.
Μικρότερη δημιουργία
θέσεων εργασίας σημαίνει
μικρότερη ανάγκη για
περιοριστική νομισματική
πολιτική. Επομένως,
μειώνεται η πιθανότητα
περαιτέρω αυξήσεων
επιτοκίων και αυξάνεται
η πιθανότητα μελλοντικής
χαλάρωσης.
Ωστόσο, η αγορά δεν έχει
ακόμη λάβει την απάντηση
στο βασικό ερώτημα.
Η αμερικανική οικονομία
επιβραδύνεται επειδή
βρίσκεται σε μια
φυσιολογική φάση
εξομάλυνσης ή επειδή η
περιοριστική πολιτική
αρχίζει πλέον να
επηρεάζει ουσιαστικά τη
ζήτηση;
Τα στοιχεία του Ιουλίου
δεν δίνουν οριστική
απάντηση.
Δείχνουν όμως ότι το
περιθώριο για επιθετική
σύσφιξη από τη
Fed
περιορίζεται.
Το επόμενο κρίσιμο τεστ
είναι ο πληθωρισμός
Μετά το σοκ της αγοράς
εργασίας, όλα τα
βλέμματα στρέφονται
πλέον στα επόμενα
στοιχεία για τον
πληθωρισμό.
Εάν ο πληθωρισμός
αποδειχθεί επίμονος, η
Fed
θα βρεθεί μπροστά σε ένα
δύσκολο δίλημμα:
να αυξήσει τα επιτόκια
για να αντιμετωπίσει τις
πληθωριστικές πιέσεις,
την ώρα που η αγορά
εργασίας εξασθενεί.
Εάν όμως και ο
πληθωρισμός υποχωρεί,
τότε η έκθεση Ιουλίου
μπορεί να αποδειχθεί το
πρώτο σημαντικό βήμα
προς την αλλαγή των
προσδοκιών της αγοράς.
Για τους επενδυτές,
επομένως, το
σημαντικότερο μήνυμα δεν
είναι ότι η αμερικανική
οικονομία έχασε 23.000
θέσεις εργασίας.
Είναι ότι η
ισορροπία μεταξύ
πληθωρισμού και αγοράς
εργασίας μετακινείται
πλέον προς την πλευρά
που περιορίζει την
ανάγκη για περαιτέρω
αυξήσεις επιτοκίων.
Και αυτό, σε μια αγορά
που μέχρι πρόσφατα
τιμολογούσε ακόμη και
νέο κύκλο αυξήσεων από
τη Fed,
αποτελεί σημαντική
αλλαγή στις
μακροοικονομικές
ισορροπίες.
|