|
Η Αθήνα προχώρησε στην
αδειοδότηση και την
έκδοση NAVTEX
Η πρώτη ουσιαστική
κίνηση έγινε από την
ελληνική πλευρά την
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου.
Μετά τη θετική
γνωμοδότηση της αρμόδιας
Επιτροπής Χορήγησης
Αδειών Ερευνών Θαλάσσης,
η οποία εξέτασε το
αίτημα της Nexans,
ο υπουργός Εξωτερικών
Γιώργος Γεραπετρίτης
υπέγραψε την απόφαση
αδειοδότησης των
ερευνών.
Ακολούθησε η έκδοση της
NAVTEX
1411/26 από τον σταθμό
Ηρακλείου, με διάρκεια
ισχύος έως τις 6 Μαρτίου
2027. Αντίστοιχη κίνηση
πραγματοποίησε και η
Κυπριακή Δημοκρατία για
το τμήμα των ερευνών που
βρίσκεται εντός της
δικής της ΑΟΖ, έπειτα
από επικοινωνία των
υπουργών Εξωτερικών των
δύο χωρών, Γιώργου
Γεραπετρίτη και
Κωνσταντίνου Κόμπου.
Με αυτόν τον τρόπο,
Αθήνα και Λευκωσία
προχώρησαν στις
προβλεπόμενες
διαδικασίες αδειοδότησης
και ενημέρωσης της
διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Ιδιαίτερη σημασία είχε
και ο χρόνος των
ενεργειών, καθώς η
ελληνική πλευρά επέλεξε
να κινηθεί χωρίς
προηγούμενη ενημέρωση
της Τουρκίας.
Η επιλογή αυτή συνδέεται
με την εμπειρία από την
υπόθεση του καλωδίου
οπτικών ινών East
to
Med
Corridor.
Τότε, η Άγκυρα
αξιοποίησε τις
διαθέσιμες συντεταγμένες
και εξέδωσε πρώτη
NAVTEX,
επιχειρώντας να
εμφανιστεί ως η αρμόδια
αρχή για την αδειοδότηση
των εργασιών. Η Αθήνα
θέλησε αυτή τη φορά να
αποτρέψει την επανάληψη
ενός αντίστοιχου
σκηνικού.
Η τουρκική αντίδραση και
η προσπάθεια να
εμφανιστεί ως συναρμόδια
Η απάντηση της Τουρκίας
ήρθε λίγες ώρες μετά την
ελληνική NAVTEX.
Με την αντι-NAVTEX
1105/26, που εκδόθηκε
από τον σταθμό της
Αττάλειας, η Άγκυρα
υποστήριξε ότι μέρος της
περιοχής των ερευνών
βρίσκεται εντός της
υφαλοκρηπίδας την οποία
έχει δηλώσει μονομερώς
στον ΟΗΕ από τον Μάρτιο
του 2020.
Παράλληλα, χαρακτήρισε
άκυρες τις ελληνικές και
κυπριακές αναγγελίες και
ζήτησε τον συντονισμό
των εργασιών με τις
τουρκικές αρχές.
Ακολούθησε ανακοίνωση
του τουρκικού υπουργείου
Εξωτερικών σε υψηλούς
τόνους, ενώ καταγράφηκε
και δραστηριότητα μη
επανδρωμένου αεροσκάφους
επιτήρησης νότια της
Καρπάθου.
Πέρα από τη δημόσια
αντιπαράθεση, ενδιαφέρον
παρουσιάζει και η
διατύπωση της τουρκικής
ανακοίνωσης. Η Άγκυρα
δεν περιορίστηκε σε μια
κατηγορηματική απόρριψη
των εργασιών, αλλά έκανε
λόγο για διαδικασία
«συγκατάθεσης» που δεν
έχει ακόμη ολοκληρωθεί,
καταλήγοντας σε αναφορές
για συνεργασία, διάλογο
και συντονισμό.
Η συγκεκριμένη γλώσσα
αφήνει περιθώριο
διπλωματικών χειρισμών
και παραπέμπει στις
επαφές που βρίσκονται σε
εξέλιξη με τη Γαλλία. Σε
κάθε περίπτωση, η
μονομερής κατάθεση
συντεταγμένων στον ΟΗΕ
δεν συνιστά από μόνη της
διεθνή οριοθέτηση
θαλάσσιων ζωνών ούτε
δημιουργεί αναγνωρισμένα
δικαιώματα επί
υφαλοκρηπίδας.
Η Γαλλία αποκτά
πρωταγωνιστικό ρόλο
Η σημαντικότερη
διαφοροποίηση σε σχέση
με την κρίση του 2024
είναι η αυξημένη εμπλοκή
της Γαλλίας. Η είσοδος
του γαλλικού επενδυτικού
ομίλου Meridiam
ως πλειοψηφικού μετόχου
της εταιρείας που
διαχειρίζεται το
Great
Sea
Interconnector,
τον Αύγουστο, καθώς και
η ανάθεση των
ερευνητικών εργασιών στη
γαλλική Nexans,
έχουν προσδώσει στο έργο
σαφώς ευρύτερη διεθνή
διάσταση.
Το Παρίσι δεν
περιορίζεται πλέον σε
μια πολιτική υποστήριξη
προς την Αθήνα. Γαλλικά
επιχειρηματικά
συμφέροντα συνδέονται
άμεσα με την υλοποίηση
της διασύνδεσης, γεγονός
που καθιστά τη γαλλική
κυβέρνηση ενεργό
παράγοντα στη διαχείριση
της κρίσης.
Σύμφωνα με τις
πληροφορίες που έχουν
γίνει γνωστές, η γαλλική
πλευρά έχει αναλάβει να
διατηρήσει ανοιχτό
δίαυλο επικοινωνίας με
την Άγκυρα, αξιοποιώντας
και την παρουσία της
εταιρείας που
πραγματοποιεί τις
έρευνες.
Οι διπλωματικές επαφές
είχαν ενταθεί πριν από
την έκδοση των
NAVTEX.
Στις 28 Οκτωβρίου ο
Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ
Μακρόν είχε τηλεφωνική
επικοινωνία με τον
Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ
Ταγίπ Ερντογάν.
Επιπλέον, το απόγευμα
της Πέμπτης 5 Νοεμβρίου,
ο Τούρκος υφυπουργός
Εξωτερικών Κεμάλ Μποζάι
συναντήθηκε με τη
Γαλλίδα πρέσβειρα στην
Τουρκία, Ιζαμπέλ Ντιμόν.
Το ζήτημα της ηλεκτρικής
διασύνδεσης εκτιμάται
ότι βρέθηκε στο
επίκεντρο των
συνομιλιών.
Η γαλλική επιδίωξη
φαίνεται να είναι η
εξεύρεση μιας διατύπωσης
που θα επιτρέπει στην
Τουρκία να ισχυριστεί
ότι ενημερώθηκε για τις
έρευνες, χωρίς όμως η
διαδικασία αυτή να
αποκτήσει χαρακτήρα
αίτησης άδειας ή
αναγνώρισης δικαιώματος
έγκρισης από την Άγκυρα.
Η ελληνική κόκκινη
γραμμή: Ενημέρωση, όχι
αίτημα άδειας
Για την Αθήνα, το
κρίσιμο ζήτημα στις
επαφές Παρισιού –
Άγκυρας είναι η ακριβής
μορφή της ενημέρωσης. Η
ελληνική θέση είναι ότι
η Τουρκία μπορεί να
λάβει μια απλή
γνωστοποίηση για λόγους
ασφάλειας της
ναυσιπλοΐας, όχι όμως να
εμφανιστεί ως χώρα από
την οποία ζητείται άδεια
για την πραγματοποίηση
των ερευνών.
Η διαφορά μπορεί να
φαίνεται τυπική, αλλά
έχει ουσιαστική σημασία
για τη μελλοντική
διαχείριση των θαλάσσιων
διαφορών. Εάν η
διαδικασία παρουσιαστεί
ως αίτημα έγκρισης προς
την Τουρκία, η Άγκυρα θα
μπορούσε να επικαλεστεί
στο μέλλον το
συγκεκριμένο
προηγούμενο, προκειμένου
να διεκδικήσει
αντίστοιχο ρόλο και σε
άλλες δραστηριότητες
στην περιοχή.
Η Αθήνα διαθέτει,
σύμφωνα με τις
προβλέψεις της συμφωνίας
με τη Meridiam,
και εταιρικό μηχανισμό
προστασίας των θέσεών
της. Ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί
στρατηγική συμμετοχή
στην εταιρεία με
δικαιώματα καταστατικής
μειοψηφίας. Αυτό
σημαίνει ότι η γαλλική
πλευρά δεν μπορεί να
προχωρήσει σε κρίσιμους
χειρισμούς χωρίς
προηγούμενη συνεννόηση
με την ελληνική πλευρά.
Το μήνυμα Ρούμπιο και η
διπλωματία μακριά από τα
φώτα της δημοσιότητας
Στο ίδιο πλαίσιο
επανέρχεται και η
πρόσφατη τοποθέτηση του
Αμερικανού υπουργού
Εξωτερικών Μάρκο
Ρούμπιο, κατά την
επίσκεψή του στην Αθήνα
τον Οκτώβριο.
Όταν ρωτήθηκε για την
ηλεκτρική διασύνδεση,
απέφυγε να αναλάβει
δημόσια συγκεκριμένες
δεσμεύσεις και άφησε να
εννοηθεί ότι πρόκειται
για ζήτημα που μπορεί να
αντιμετωπιστεί
αποτελεσματικότερα μέσα
από ιδιωτικές
διπλωματικές επαφές παρά
με δημόσιες δηλώσεις.
Η στάση αυτή είχε αρχικά
ερμηνευθεί ως ένδειξη
αμερικανικής
αποστασιοποίησης. Υπό το
φως των εξελίξεων,
ωστόσο, μπορεί να
διαβαστεί και ως
περιγραφή της
στρατηγικής που
ακολουθείται:
διαπραγματεύσεις σε
χαμηλούς τόνους, ώστε να
υπάρξει περιθώριο
συνεννόησης χωρίς καμία
από τις εμπλεκόμενες
πλευρές να υποχρεωθεί σε
δημόσια υποχώρηση.
Τα πρώτα σημάδια
αποκλιμάκωσης
Ορισμένες ενδείξεις ότι
η διπλωματική
κινητικότητα αποδίδει
εμφανίστηκαν το Σάββατο.
Ο Τούρκος υπουργός
Εξωτερικών Χακάν Φιντάν,
όταν ρωτήθηκε από Έλληνα
ανταποκριτή για το
γαλλικό ερευνητικό
σκάφος Abeille
Marengo,
απάντησε ότι «όλα είναι
φυσιολογικά, όλα είναι
καλά».
Παράλληλα, τουρκικές
διπλωματικές πηγές
υποστήριξαν ότι το
ζήτημα των NAVTEX
έχει επιλυθεί. Η
ελληνική αντίδραση ήταν
προσεκτική, αλλά σαφής:
η Ελλάδα είναι η μόνη
αρμόδια να αδειοδοτεί
τις συγκεκριμένες
εργασίες στην περιοχή
που θεωρεί ότι εμπίπτει
στη δικαιοδοσία της,
έχει ακολουθήσει τις
προβλεπόμενες
διαδικασίες και δεν
αναγνωρίζει οποιονδήποτε
ρόλο συναδειοδότησης
στην Τουρκία.
Με άλλα λόγια, η Αθήνα
αφήνει στην Άγκυρα τη
δυνατότητα να
παρουσιάσει τις
εξελίξεις με τον τρόπο
που επιθυμεί για
εσωτερική πολιτική
κατανάλωση, χωρίς να
αποδέχεται ότι έχει
μεταβληθεί το νομικό ή
επιχειρησιακό καθεστώς
των ερευνών.
Τα τρία πιθανά σενάρια
για τις έρευνες
Με τα σημερινά δεδομένα,
διαμορφώνονται τρεις
βασικές εκδοχές για την
εξέλιξη της υπόθεσης.
Το πρώτο και ευνοϊκότερο
σενάριο προβλέπει ότι οι
γαλλικές επαφές θα
οδηγήσουν σε μια άτυπη
διευθέτηση, την οποία η
Άγκυρα θα θεωρήσει
επαρκή. Η τουρκική
αντίδραση θα περιοριστεί
σε ανακοινώσεις,
NAVTEX
και δραστηριότητα
επιτήρησης, χωρίς να
υπάρξει φυσική
παρεμπόδιση. Σε αυτή την
περίπτωση, το
Abeille
Marengo
θα μπορέσει να
πραγματοποιήσει κανονικά
τις έρευνες στην περιοχή
από την Κάρπαθο έως την
Κύπρο, σε ένα πρόγραμμα
που έχει ορίζοντα
αρκετών μηνών.
Το δεύτερο σενάριο αφορά
μια παρατεταμένη περίοδο
χαμηλής έντασης. Η
Τουρκία ενδέχεται να
επιλέξει να διατηρήσει
την πίεση μέσω της
παρουσίας πλοίων και μη
επανδρωμένων αεροσκαφών,
καθώς και μέσω
προειδοποιήσεων από
ασυρμάτου προς το
ερευνητικό σκάφος, ιδίως
όταν αυτό κινηθεί
ανατολικά της Κάσου και
εκτός των ελληνικών
χωρικών υδάτων. Οι
εργασίες θα συνεχιστούν,
αλλά υπό συνθήκες
αυξημένης επιτήρησης και
συνεχούς διπλωματικής
διαχείρισης.
Το τρίτο και
δυσμενέστερο ενδεχόμενο
είναι η επανάληψη της
τακτικής του καλοκαιριού
του 2024, με τουρκικά
πολεμικά πλοία να
επιχειρούν να εμποδίσουν
την εξέλιξη των ερευνών.
Μια τέτοια κίνηση θα
είχε αυτή τη φορά
διαφορετικές συνέπειες,
καθώς στο πεδίο δεν θα
βρίσκεται μόνο η Ελλάδα.
Θα διακυβεύονται άμεσα
και τα συμφέροντα της
Γαλλίας, μέσω της
Meridiam
και της Nexans,
ενώ θα τίθεται υπό
αμφισβήτηση η δυνατότητα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης να
προστατεύσει ένα έργο
που έχει χαρακτηριστεί
ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος
και χρηματοδοτείται με
ευρωπαϊκούς πόρους.
Σε αυτή την περίπτωση, η
κρίση θα ξεπερνούσε τα
όρια μιας διμερούς
ελληνοτουρκικής διαφοράς
και θα αποκτούσε
ευρωπαϊκές διαστάσεις,
καθώς η παρεμπόδιση της
υλοποίησης μιας
ενεργειακής υποδομής που
αφορά άμεσα κράτη-μέλη
θα έθετε ευρύτερα
ζητήματα αξιοπιστίας και
ασφάλειας.
Η κρίσιμη δοκιμασία
αρχίζει ανατολικά της
Κάσου
Η πραγματική δοκιμασία
δεν θα κριθεί στις
ανακοινώσεις των
υπουργείων ή στις
διπλωματικές επαφές,
αλλά όταν το ερευνητικό
σκάφος βρεθεί στην
περιοχή όπου είχαν
διακοπεί οι εργασίες το
2024. Εκεί θα φανεί εάν
η παρουσία της Γαλλίας
και οι παρασκηνιακές
συνεννοήσεις μπορούν να
αποτρέψουν μια νέα
κρίση.
Για την ελληνική πλευρά,
το ζητούμενο είναι
διπλό: να προχωρήσει το
έργο χωρίς νέες
καθυστερήσεις και,
ταυτόχρονα, να μην
υπάρξει οποιαδήποτε
διαδικαστική ή πολιτική
εξέλιξη που θα μπορούσε
να εκληφθεί ως
αναγνώριση τουρκικού
δικαιώματος έγκρισης των
ερευνών.
Η διαφορά σε σχέση με το
2024 είναι ότι πλέον η
ηλεκτρική διασύνδεση
έχει αποκτήσει
ισχυρότερο διεθνές
αποτύπωμα και η Γαλλία
έχει άμεσο συμφέρον στην
υλοποίησή της. Αυτό
μπορεί να λειτουργήσει
αποτρεπτικά απέναντι σε
μια νέα κλιμάκωση, χωρίς
βέβαια να εξαλείφει τον
κίνδυνο.
Το επόμενο διάστημα θα
δείξει εάν η διπλωματία
μπορεί να εξασφαλίσει
την απρόσκοπτη συνέχιση
των ερευνών ή εάν η
Ανατολική Μεσόγειος θα
βρεθεί ξανά αντιμέτωπη
με μια κρίση που αυτή τη
φορά θα έχει πολύ
ευρύτερες πολιτικές και
ευρωπαϊκές προεκτάσεις.
|