| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 12/10/2026

   

 

Νέο κύμα ανατιμήσεων καταγράφεται στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με την Ελλάδα και τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να βρίσκονται αντιμέτωπες με ιδιαίτερα υψηλές χονδρεμπορικές τιμές. Η έναρξη της εβδομάδας βρίσκει την ελληνική αγορά πάνω από το όριο των 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα, εντείνοντας τις ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων ενόψει του χειμώνα.

Στην ελληνική Αγορά Επόμενης Ημέρας, η μέση τιμή για τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου διαμορφώνεται στα 218,35 ευρώ/MWh, καταγράφοντας ημερήσια αύξηση 36,97%. Πρόκειται για νέο υψηλό για το 2026, με την άνοδο να αναδεικνύει την ευαισθησία της αγοράς στις μεταβολές του ενεργειακού μείγματος και στη διαθεσιμότητα των μονάδων παραγωγής.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η μικρότερη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η αυξημένη ανάγκη κάλυψης της ζήτησης από μονάδες φυσικού αερίου. Οι ΑΠΕ αντιπροσωπεύουν το 49,58% της παραγωγής, ενώ το φυσικό αέριο συμμετέχει με 29,61%. Οι εισαγωγές καλύπτουν το 8,89%, ο λιγνίτης το 7,56% και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά το 2,58%. Η συνεισφορά της αποθήκευσης περιορίζεται στο 1,16%.

 

Την ίδια ώρα, οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας αντιστοιχούν στο 18,95%, στοιχείο που καταδεικνύει τη διασύνδεση της ελληνικής αγοράς με τα γειτονικά συστήματα και τη σημασία των περιφερειακών συνθηκών στη διαμόρφωση των τιμών.

Στα ύψη οι τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στο σημερινό κύμα ανατιμήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ENTSO-E που συγκεντρώνει η πλατφόρμα EuroEnergy, οι αγορές των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής της Κεντρικής Ευρώπης εμφανίζουν από τις υψηλότερες τιμές στη Γηραιά Ήπειρο.

Στη Βουλγαρία, η μέση χονδρική τιμή φθάνει τα 235,82 ευρώ/MWh, ενώ στη Ρουμανία διαμορφώνεται στα 235,61 ευρώ και στην Ουγγαρία στα 234,88 ευρώ. Στη βόρεια Ιταλία ανέρχεται στα 233,33 ευρώ/MWh, ενώ στη Σερβία φθάνει τα 230,76 ευρώ.

Υψηλές τιμές καταγράφονται επίσης στη Σλοβακία, στα 229,30 ευρώ/MWh, στην Κροατία, στα 226,98 ευρώ, και στη Σλοβενία, στα 224,94 ευρώ. Στην Αλβανία η τιμή διαμορφώνεται στα 222,35 ευρώ, ενώ στην Αυστρία και στην Ελβετία φθάνει τα 217,70 και 217,03 ευρώ αντίστοιχα.

Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη εξακολουθεί να εμφανίζει αυξημένη έκθεση στις διακυμάνσεις της προσφοράς και του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, με τις τιμές να διατηρούνται σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα αρκετών βορειότερων αγορών.

Μεγάλες ανατιμήσεις σε Γερμανία και Γαλλία

Η ανοδική κίνηση έχει επεκταθεί και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στη Γερμανία, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνεται στα 197,23 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 61,3% σε ημερήσια βάση. Στη Γαλλία φθάνει τα 195,97 ευρώ/MWh, σημειώνοντας άνοδο 53,8%.

Στην Ολλανδία και στο Βέλγιο οι τιμές κινούνται κοντά στα 197 ευρώ/MWh, ενώ στην Τσεχία διαμορφώνονται στα 191,71 ευρώ και στην Πολωνία στα 174,95 ευρώ.

Στην Ιβηρική Χερσόνησο η εικόνα είναι ηπιότερη, καθώς η τιμή στην Ισπανία βρίσκεται κοντά στα 154 ευρώ/MWh και στην Πορτογαλία περίπου στα 184 ευρώ.

Ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις παρατηρούνται στη βόρεια Ευρώπη. Η μέση τιμή στη Φινλανδία ανέρχεται στα 101,80 ευρώ/MWh, ενώ στη βόρεια Σουηδία υποχωρεί στα 82,28 ευρώ. Στη βόρεια Νορβηγία περιορίζεται μόλις στα 30,81 ευρώ/MWh.

Αγορά

Τιμή ηλεκτρικής ενέργειας (ευρώ/MWh)

Βουλγαρία

235,82

Ρουμανία

235,61

Ουγγαρία

234,88

Βόρεια Ιταλία

233,33

Σερβία

230,76

Ελλάδα

218,35

Γερμανία

197,23

Γαλλία

195,97

Πολωνία

174,95

Ισπανία

Περίπου 154

Φινλανδία

101,80

Βόρεια Σουηδία

82,28

Βόρεια Νορβηγία

30,81

Η διαφορά ανάμεσα στη Βουλγαρία, όπου καταγράφεται η υψηλότερη τιμή μεταξύ των αγορών που εξετάζονται, και στη βόρεια Νορβηγία ξεπερνά τα 205 ευρώ/MWh.

Οι αποκλίσεις αυτές αντανακλούν τις διαφορετικές συνθήκες παραγωγής, τη διαθεσιμότητα φθηνότερων ενεργειακών πηγών, αλλά και τους περιορισμούς στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Παρά τη λειτουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, οι τιμές εξακολουθούν να παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης σε κάθε περιοχή.

Η συντήρηση του Κοζλοντούι επιβαρύνει τα Βαλκάνια

Ένας από τους παράγοντες που επιβαρύνουν την αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι η μειωμένη διαθεσιμότητα του πυρηνικού σταθμού του Κοζλοντούι στη Βουλγαρία.

Από τις 8 Οκτωβρίου, η έκτη μονάδα του σταθμού βρίσκεται εκτός λειτουργίας λόγω της προγραμματισμένης ετήσιας συντήρησης και του ανεφοδιασμού με πυρηνικό καύσιμο. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του σταθμού, οι εργασίες αναμένεται να συνεχιστούν έως τα τέλη Νοεμβρίου.

Παράλληλα, η πέμπτη μονάδα λειτουργεί με περιορισμένη ισχύ, εξαιτίας της χαμηλής στάθμης του Δούναβη, η οποία επηρεάζει τη διαθεσιμότητα του νερού που απαιτείται για την ψύξη. Τα στοιχεία λειτουργίας το πρωί της Δευτέρας έδειχναν παραγωγή περίπου 920 MW από την πέμπτη μονάδα, ενώ η έκτη παρέμενε εκτός δικτύου.

Η απώλεια σημαντικής πυρηνικής ισχύος περιορίζει την προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, η μειωμένη αιολική παραγωγή περιορίζει τη συμβολή των ΑΠΕ, αυξάνοντας την ανάγκη λειτουργίας θερμικών μονάδων, κυρίως φυσικού αερίου.

Καθώς οι μονάδες αυτές συχνά καθορίζουν την οριακή τιμή της αγοράς, η μεγαλύτερη εξάρτηση από αυτές μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές ανατιμήσεις, ιδιαίτερα όταν το κόστος καυσίμου βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα.

Φυσικό αέριο και δικαιώματα CO₂ αυξάνουν το κόστος

Πρόσθετη πίεση ασκεί η άνοδος του φυσικού αερίου, το οποίο παραμένει βασικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Το συμβόλαιο αναφοράς TTF έκλεισε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου στα 81,43 ευρώ/MWh, σημειώνοντας ημερήσια αύξηση 3,28%. Την ίδια ημέρα, τα συμβόλαια Δεκεμβρίου για τα ευρωπαϊκά δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα διαμορφώθηκαν στα 86,94 ευρώ ανά τόνο.

Το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών επιβαρύνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο και ο λιγνίτης. Όταν συνδυάζεται με αυξημένες τιμές καυσίμων και μειωμένη διαθεσιμότητα μονάδων παραγωγής, ενισχύει τις ανοδικές πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά.

Η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ευρώπη πλησιάζει στην περίοδο αυξημένης ζήτησης για θέρμανση. Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του κόστους του φυσικού αερίου, τις καιρικές συνθήκες, την παραγωγή από ΑΠΕ και τη διαθεσιμότητα των συμβατικών μονάδων.

Τα μέτρα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Η νέα άνοδος επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της προστασίας των καταναλωτών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Στις 10 Οκτωβρίου τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, μείωση κατά 50% της χρέωσης Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) στην πρώτη κλίμακα οικιακής κατανάλωσης, καθώς και υποχρέωση των προμηθευτών να προσφέρουν συμβάσεις σταθερής τιμής διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους.

Η μείωση των ΥΚΩ προγραμματίζεται να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027. Για την πρώτη κλίμακα κατανάλωσης, έως τις 500 kWh, η χρέωση προβλέπεται να μειωθεί από 6,90 σε 3,45 ευρώ/MWh.

Το μέτρο αφορά περίπου έξι εκατομμύρια οικιακές παροχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο συνολικός λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος θα μειωθεί κατά 50%. Για κατανάλωση 500 kWh που τιμολογείται στη συγκεκριμένη κλίμακα, η εξοικονόμηση υπολογίζεται σε περίπου 1,73 ευρώ πριν από φόρους.

Στο μέτωπο της βιομηχανίας, στις 7 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε νέο πακέτο στήριξης ύψους έως 95 εκατ. ευρώ για ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Η εφαρμογή του μέτρου τελεί υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ οι πληρωμές προβλέπεται να αρχίσουν το 2027 και να αφορούν επιλέξιμες καταναλώσεις του 2026.

Για τα νοικοκυριά, μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί νέος μηχανισμός έκτακτης επιδότησης που να αντισταθμίζει άμεσα μια παρατεταμένη άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών.

Το κρίσιμο στοίχημα για τους λογαριασμούς του χειμώνα

Η σημερινή εκτίναξη της χονδρικής δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ισόποση αύξηση των λογαριασμών. Η τελική επίπτωση εξαρτάται από τη διάρκεια της ανατίμησης, το είδος του τιμολογίου και τις τιμές που θα διαμορφωθούν κατά την περίοδο τιμολόγησης.

Εάν, ωστόσο, οι χονδρεμπορικές τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο μέρος του Οκτωβρίου, η πίεση αναμένεται να μεταφερθεί σταδιακά στα κυμαινόμενα τιμολόγια των επόμενων μηνών.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την πορεία του φυσικού αερίου και τη διαθεσιμότητα της ηλεκτροπαραγωγής ενόψει του χειμώνα. Για την Ελλάδα, η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα δεν αρκεί από μόνη της για να αποτρέψει τις έντονες διακυμάνσεις, όταν περιορίζεται η παραγωγή τους και αυξάνεται η ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η σημερινή ανατίμηση αποτελεί μια πρόσκαιρη έξαρση ή την αρχή μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλού ενεργειακού κόστους, με άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum