|
Από το μηδενικό χρήμα
στην κανονικοποίηση
Η αλλαγή ξεκίνησε
ουσιαστικά τον Μάρτιο
του 2024, όταν η
Bank
of
Japan
εγκατέλειψε τα αρνητικά
επιτόκια και το καθεστώς
ελέγχου της καμπύλης
αποδόσεων.
Έκτοτε, η νομισματική
πολιτική κινείται
σταθερά προς την
κατεύθυνση της
κανονικοποίησης. Το
βασικό επιτόκιο αυξήθηκε
στο 0,75% τον Δεκέμβριο
του 2025 και στο
1% τον Ιούνιο του 2026,
το υψηλότερο επίπεδο εδώ
και περίπου τρεις
δεκαετίες.
Την ίδια στιγμή, η
BOJ
περιορίζει σταδιακά τις
αγορές κρατικών
ομολόγων.
Οι μηνιαίες αγορές
JGBs,
από περίπου 2,7 τρισ.
γεν την περίοδο
Απριλίου-Ιουνίου 2026,
μειώνονται σταδιακά και
από τον Απρίλιο του 2027
προβλέπεται να
διαμορφώνονται περίπου
στα 2 τρισ. γεν τον
μήνα.
Η κατεύθυνση είναι
ξεκάθαρη: η κεντρική
τράπεζα αποσύρεται
σταδιακά από τον ρόλο
του κυρίαρχου αγοραστή
στην αγορά κρατικού
χρέους και αφήνει
μεγαλύτερο χώρο στην
αγορά να καθορίσει τις
μακροπρόθεσμες
αποδόσεις.
Η εξέλιξη είναι
ιδιαίτερα σημαντική αν
αναλογιστεί κανείς το
μέγεθος της παρουσίας
της BOJ.
Οι κατοχές JGBs
της κεντρικής τράπεζας
αντιστοιχούσαν στο 91%
του ιαπωνικού ΑΕΠ τον
Ιούνιο του 2024, ενώ τον
Ιανουάριο του 2026 είχαν
υποχωρήσει περίπου στο
80%.
Γιατί το 3% της Ιαπωνίας
αφορά τις ΗΠΑ και την
Ευρώπη
Για χρόνια, ένας Ιάπωνας
θεσμικός επενδυτής που
αναζητούσε αποδόσεις
είχε περιορισμένες
επιλογές στην εγχώρια
αγορά.
Όταν ένα 10ετές
JGB
προσέφερε σχεδόν
μηδενική απόδοση, η
τοποθέτηση κεφαλαίων σε
αμερικανικά
Treasuries,
ευρωπαϊκά κρατικά
ομόλογα ή άλλες διεθνείς
αγορές ήταν πολύ πιο
ελκυστική.
Τώρα το πλεονέκτημα αυτό
περιορίζεται.
Όσο ανεβαίνουν οι
αποδόσεις στην Ιαπωνία,
τόσο αυξάνεται το κόστος
ευκαιρίας της διατήρησης
κεφαλαίων στο εξωτερικό.
Και στην πραγματικότητα
η σύγκριση δεν γίνεται
μόνο μεταξύ ονομαστικών
αποδόσεων. Οι επενδυτές
πρέπει να υπολογίσουν
και το κόστος
αντιστάθμισης του
συναλλαγματικού
κινδύνου, γεγονός που
μπορεί να κάνει
ορισμένες ξένες αγορές
σημαντικά λιγότερο
ελκυστικές για έναν
Ιάπωνα επενδυτή.
Το μέγεθος των κεφαλαίων
που βρίσκονται πίσω από
αυτή την αλλαγή είναι
τεράστιο.
Η Ιαπωνία παραμένει ο
μεγαλύτερος ξένος
κάτοχος αμερικανικών
κρατικών ομολόγων, με
περίπου 1,12
τρισ. δολάρια σε
U.S.
Treasuries
τον Ιούνιο του 2026.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η
Ιαπωνία πρόκειται
ξαφνικά να πουλήσει
μαζικά τα αμερικανικά
ομόλογα που κατέχει. Η
πραγματική σημασία
βρίσκεται περισσότερο
στις νέες ροές
κεφαλαίων.
Δεν χρειάζεται μαζική
επιστροφή κεφαλαίων
Το σενάριο μιας απότομης
επαναπατρισμού ιαπωνικών
κεφαλαίων θα ήταν το πιο
ακραίο.
Δεν χρειάζεται όμως να
συμβεί κάτι τέτοιο για
να υπάρξουν επιπτώσεις
στις διεθνείς αγορές.
Αρκεί οι Ιάπωνες
επενδυτές να διοχετεύουν
μεγαλύτερο ποσοστό των
νέων κεφαλαίων τους στην
εγχώρια αγορά αντί να
αναζητούν αποδόσεις στο
εξωτερικό.
Η διαφορά μπορεί να
φαίνεται μικρή σε ετήσια
βάση, αλλά όταν αφορά
μία από τις μεγαλύτερες
αποταμιευτικές
οικονομίες στον κόσμο,
οι επιπτώσεις μπορούν να
γίνουν σημαντικές.
Ιδιαίτερα μάλιστα σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι κυβερνήσεις σε ΗΠΑ
και Ευρώπη χρειάζονται
τεράστιες ποσότητες
κεφαλαίου για να
χρηματοδοτήσουν υψηλά
δημοσιονομικά
ελλείμματα, αμυντικές
δαπάνες, ενεργειακές
επενδύσεις και νέες
υποδομές.
Ταυτόχρονα, ο ιδιωτικός
τομέας ανταγωνίζεται για
το ίδιο κεφάλαιο.
Data
centers,
τεχνητή νοημοσύνη,
ημιαγωγοί, ενεργειακά
δίκτυα και
τηλεπικοινωνίες απαιτούν
επενδύσεις εκατοντάδων
δισεκατομμυρίων
δολαρίων.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, ακόμη και
μια σταδιακή μείωση της
ζήτησης από έναν τόσο
μεγάλο επενδυτή όπως η
Ιαπωνία μπορεί να έχει
σημασία.
Το τέλος του εύκολου
yen
carry
trade;
Η δεύτερη σημαντική
επίπτωση αφορά το ίδιο
το γεν.
Για χρόνια, το ιαπωνικό
νόμισμα αποτέλεσε ένα
από τα βασικά
funding
currencies
του παγκόσμιου
χρηματοπιστωτικού
συστήματος. Το
εξαιρετικά χαμηλό κόστος
δανεισμού σε γεν
επέτρεπε στους επενδυτές
να αντλούν φθηνή
χρηματοδότηση και να
τοποθετούν τα κεφάλαια
σε assets
υψηλότερης απόδοσης.
Το λεγόμενο
yen
carry
trade
αποτέλεσε χαρακτηριστικό
παράδειγμα της εποχής
του φθηνού χρήματος.
Όσο αυξάνονται τα
ιαπωνικά επιτόκια, η
συγκεκριμένη στρατηγική
γίνεται λιγότερο
ελκυστική.
Δεν σημαίνει ότι το
carry
trade
εξαφανίζεται. Τα
επιτόκια στην Ιαπωνία
εξακολουθούν να είναι
χαμηλότερα από εκείνα
των ΗΠΑ και αρκετών
άλλων οικονομιών. Όμως η
διαφορά μικραίνει και το
κόστος διατήρησης
τέτοιων θέσεων
αυξάνεται.
Αυτό μπορεί να επηρεάσει
όχι μόνο τις αγορές
συναλλάγματος αλλά και
μια σειρά από
assets
που είχαν επωφεληθεί επί
χρόνια από τις
παγκόσμιες ροές φθηνού
ιαπωνικού χρήματος.
Το μεγάλο παράδοξο:
υψηλότερα yields,
αλλά όχι απαραίτητα
κρίση
Η άνοδος του 10ετούς
JGB
στο 3% δεν πρέπει να
ερμηνεύεται αυτομάτως ως
ένδειξη προβλήματος.
Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί
ένδειξη
κανονικοποίησης.
Η επιστροφή των
αποδόσεων σε υψηλότερα
επίπεδα σημαίνει ότι τα
ιαπωνικά ομόλογα
αρχίζουν ξανά να
αποτελούν ουσιαστική
επενδυτική επιλογή για
ασφαλιστικές εταιρείες,
συνταξιοδοτικά ταμεία,
τράπεζες και άλλους
θεσμικούς επενδυτές.
Με άλλα λόγια, το 3%
δημιουργεί όχι μόνο
πωλητές αλλά και νέους
αγοραστές.
Η αγορά αρχίζει να
λειτουργεί περισσότερο
με βάση την προσφορά και
τη ζήτηση, ενώ η
BOJ
μειώνει σταδιακά το
αποτύπωμά της.
Αυτό είναι ακριβώς το
μοντέλο που επιδιώκει η
κεντρική τράπεζα — με
μία σημαντική
προϋπόθεση: η διαδικασία
να παραμείνει
ελεγχόμενη.
Η μεγάλη πρόκληση είναι
το ιαπωνικό χρέος
Εδώ βρίσκεται ίσως ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για
την ίδια την Ιαπωνία.
Η χώρα διαθέτει ένα από
τα υψηλότερα επίπεδα
δημόσιου χρέους στον
ανεπτυγμένο κόσμο. Όσο
τα επιτόκια ήταν κοντά
στο μηδέν, το κόστος
εξυπηρέτησης μπορούσε να
παραμένει σχετικά
διαχειρίσιμο.
Με υψηλότερα επιτόκια,
όμως, το κόστος
αναχρηματοδότησης
αυξάνεται σταδιακά.
Το ζήτημα δεν είναι ότι
όλο το ιαπωνικό χρέος
ανατιμολογείται
ταυτόχρονα. Η διάρκεια
του χρέους και η
σταδιακή
αναχρηματοδότηση
λειτουργούν ως
«μαξιλάρι». Σε βάθος
χρόνου όμως, οι
υψηλότερες αποδόσεις
περνούν στο κόστος
εξυπηρέτησης του
δημόσιου χρέους.
Γι' αυτό και η
BOJ
πρέπει να ισορροπήσει
ανάμεσα σε δύο στόχους:
να επιτρέψει στην αγορά
να επιστρέψει σε
κανονικές συνθήκες και
ταυτόχρονα να αποφύγει
μια απότομη και
ανεξέλεγκτη άνοδο των
αποδόσεων.
Η ίδια η κεντρική
τράπεζα έχει διατηρήσει
τη δυνατότητα να αυξήσει
τις αγορές JGBs
εάν υπάρξει μεγάλη
αναστάτωση στην αγορά.
Μια αλλαγή που μπορεί να
κρατήσει χρόνια
Το σημαντικότερο
επενδυτικό συμπέρασμα
δεν είναι ότι η Ιαπωνία
θα προκαλέσει αύριο μια
μαζική φυγή κεφαλαίων
από τις ΗΠΑ ή την
Ευρώπη.
Είναι ότι μία
από τις μεγαλύτερες
πηγές φθηνού χρήματος
στον κόσμο αλλάζει
κατεύθυνση.
Για σχεδόν 30 χρόνια, η
Ιαπωνία λειτουργούσε
μέσα σε ένα εξαιρετικά
ασυνήθιστο νομισματικό
καθεστώς. Μηδενικά
επιτόκια, αρνητικά
επιτόκια, έλεγχος της
καμπύλης αποδόσεων και
τεράστιες αγορές
ομολόγων δημιούργησαν
ένα περιβάλλον που
ενίσχυσε τις διεθνείς
ροές κεφαλαίων.
Τώρα αυτό το περιβάλλον
αποσύρεται σταδιακά.
Η άνοδος του 10ετούς
JGB
στο 3% αποτελεί
περισσότερο
σύμβολο μιας νέας εποχής
παρά ένα μεμονωμένο
γεγονός.
Και η νέα εποχή έχει μία
πολύ διαφορετική
επενδυτική εξίσωση: οι
Ιάπωνες επενδυτές
αποκτούν ξανά λόγο να
επενδύουν στην ίδια τους
τη χώρα, το carry
trade
γίνεται λιγότερο
ελκυστικό και οι
διεθνείς αγορές δεν
μπορούν πλέον να θεωρούν
δεδομένη την ίδια
ποσότητα ιαπωνικού
φθηνού χρήματος.
Σε έναν κόσμο όπου τα
κρατικά χρέη αυξάνονται,
οι ανάγκες
χρηματοδότησης
πολλαπλασιάζονται και οι
επενδυτές απαιτούν
υψηλότερες αποδόσεις, η
Ιαπωνία μπορεί να
αποδειχθεί ένας από τους
σημαντικότερους
παράγοντες που θα
καθορίσουν το
κόστος του χρήματος
παγκοσμίως τα επόμενα
χρόνια.
|