|
Ακόμη και οι υπηρεσίες
διανομής έχουν
προσαρμοστεί στη νέα
πραγματικότητα. Η
SnappFood,
ο βραχίονας διανομών της
SnappPay,
προωθεί μικρότερες
μερίδες πίτσας και
παραδοσιακών ιρανικών
φαγητών, όπως το
ghormeh
sabzi,
καθώς οι καταναλωτές
περιορίζουν ακόμη και
τις δαπάνες για φαγητό.
Ακόμη και τα βασικά
αγαθά γίνονται απρόσιτα
Η αλλαγή στη συμπεριφορά
των επιχειρήσεων
αποτελεί μία ακόμη
ένδειξη της βαθιάς
οικονομικής κρίσης που
αντιμετωπίζει το Ιράν.
Ο πόλεμος με τις ΗΠΑ και
το Ισραήλ, σε συνδυασμό
με τον αμερικανικό
αποκλεισμό των ιρανικών
λιμανιών, έχουν εντείνει
τις πληθωριστικές
πιέσεις και έχουν
καταστήσει ακόμη και
βασικές δαπάνες
δυσβάσταχτες για μεγάλο
μέρος του πληθυσμού.
Ωστόσο, η οικονομική
επιδείνωση είχε
ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Για χρόνια, οι Ιρανοί
αντιμετώπιζαν υψηλό
πληθωρισμό, κυρώσεις,
υποτίμηση του νομίσματος
και προβλήματα
οικονομικής διαχείρισης,
τα οποία είχαν ήδη
διαβρώσει σημαντικά το
βιοτικό επίπεδο.
Ο πόλεμος και η
αναστάτωση γύρω από τα
Στενά του Ορμούζ
επιδείνωσαν δραματικά
την κατάσταση.
Ο ετήσιος πληθωρισμός
έχει παραμείνει πάνω από
το 80% για τρεις
συνεχόμενους μήνες, ενώ
το ριάλ έχει υποχωρήσει
σε διαδοχικά ιστορικά
χαμηλά.
Η εξάπλωση των
προγραμμάτων «αγόρασε
τώρα, πλήρωσε αργότερα»
αποτυπώνει, σύμφωνα με
τον οικονομολόγο
Ali
Saedvandi,
την αυξανόμενη πίεση που
δέχονται παραγωγοί και
έμποροι καθώς ο
πληθωρισμός περιορίζει
την αγοραστική δύναμη.
Πλέον λειτουργούν
περισσότερες από δώδεκα
διαδικτυακές πλατφόρμες
που προσφέρουν αγορές με
πίστωση, σε ορισμένες
περιπτώσεις χωρίς τόκους
ή πρόσθετες χρεώσεις.
Η SnappPay,
για παράδειγμα,
επιτρέπει στους πελάτες
να εξοφλούν είτε στο
τέλος του μήνα είτε σε
τέσσερις μηνιαίες
δόσεις, με πιστωτικό
όριο που για τους
περισσότερους φτάνει τα
500 εκατ. ριάλ, περίπου
270 δολάρια.
Το μοντέλο αυτό, ωστόσο,
έχει σημαντικό κόστος
για τις επιχειρήσεις. Σε
μια οικονομία όπου ο
πληθωρισμός είναι
εξαιρετικά υψηλός, ο
έμπορος που δέχεται να
πληρωθεί αρκετούς μήνες
αργότερα λαμβάνει
ουσιαστικά χρήματα
μικρότερης πραγματικής
αξίας.
Παρά ταύτα, αρκετές
επιχειρήσεις προτιμούν
να αναλάβουν αυτή τη
ζημιά, καθώς η
εναλλακτική είναι ακόμη
χειρότερη: να μην
πραγματοποιήσουν καθόλου
πωλήσεις.
«Οι πωλήσεις έχουν
μειωθεί δραματικά και η
αγορά βιώνει σοβαρό
στασιμοπληθωρισμό»,
επισημαίνει ο
Saedvandi.
Πληθωρισμός που διαλύει
την κατανάλωση
Η Ουάσιγκτον έχει
εντείνει την οικονομική
πίεση προς την Τεχεράνη,
επιδιώκοντας να
αναγκάσει το Ιράν να
υποχωρήσει, να ανοίξει
ξανά τα Στενά του Ορμούζ
και να επιτευχθεί
συμφωνία για τον
τερματισμό του πολέμου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος
Ντόναλντ Τραμπ έχει
περιγράψει την
οικονομική κατάσταση του
Ιράν ως εξαιρετικά
δύσκολη, υποστηρίζοντας
ότι η χώρα βρίσκεται
αντιμέτωπη με τεράστιο
πληθωρισμό και έλλειψη
χρημάτων.
Πριν από την εκεχειρία
του Απριλίου, οι ΗΠΑ και
το Ισραήλ είχαν πλήξει
ιρανικές εγκαταστάσεις
χάλυβα και πετροχημικών,
αυξάνοντας περαιτέρω το
οικονομικό κόστος του
πολέμου. Η ιρανική
κυβέρνηση υπολογίζει τις
συνολικές πολεμικές
ζημιές σε περίπου 270
δισ. δολάρια.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε
ακόμη περισσότερο μετά
την επαναφορά από την
Ουάσιγκτον του ναυτικού
αποκλεισμού των ιρανικών
λιμανιών, μετά την
κατάρρευση προσωρινής
συμφωνίας για το άνοιγμα
των Στενών του Ορμούζ.
Η σημασία του
συγκεκριμένου θαλάσσιου
περάσματος είναι
τεράστια, καθώς πριν από
τον πόλεμο μέσω αυτού
διακινούνταν περίπου το
ένα πέμπτο της
παγκόσμιας προσφοράς
πετρελαίου και
LNG.
Οι επιπτώσεις στην
καθημερινότητα των
Ιρανών είναι πλέον
εμφανείς σε ολόκληρη την
οικονομία.
Ο πληθωρισμός στα
τρόφιμα έφτασε σχεδόν το
130% τον μήνα που
ολοκληρώθηκε στις 22
Ιουλίου, σύμφωνα με τα
στοιχεία του Ιρανικού
Στατιστικού Κέντρου.
Παράλληλα, το ποσοστό
ανεργίας αυξήθηκε στο
9,1% την άνοιξη του
2026, με περίπου 2,5
εκατ. άτομα ηλικίας 15
ετών και άνω να
βρίσκονται χωρίς
εργασία.
Μια οικογένεια με
λιγότερα από 5 δολάρια
την ημέρα
Η πραγματική εικόνα της
κρίσης αποτυπώνεται
στους δρόμους της
Τεχεράνης.
Σε αγορά φρέσκων
προϊόντων στα ανατολικά
της πόλης, μια 29χρονη
μητέρα δύο παιδιών, η
Νέντα, αναζητούσε τις
φθηνότερες επιλογές
ανάμεσα σε πατάτες και
πιπεριές που είχαν
υποστεί αλλοιώσεις και
πωλούνταν σε πολύ
χαμηλότερες τιμές.
«Έτσι ταΐζω τα παιδιά
μου», ανέφερε, εξηγώντας
ότι η οικογένειά της ήδη
δυσκολευόταν να τα
βγάλει πέρα πριν από τον
πόλεμο.
Με τον σύζυγό της να
κερδίζει περίπου 260
εκατ. ριάλ τον μήνα, η
τετραμελής οικογένεια
καλείται να επιβιώσει με
λιγότερα από 5 δολάρια
την ημέρα.
Το γεγονός ότι ακόμη και
οικογένειες που
εργάζονται δεν μπορούν
να εξασφαλίσουν εύκολα
βασικά αγαθά αποτελεί
ένδειξη του βάθους της
οικονομικής κρίσης.
Η «οικονομία της
αντίστασης» δοκιμάζεται
Η ιρανική κυβέρνηση
υποστηρίζει εδώ και
χρόνια ότι η χώρα έχει
δημιουργήσει μια
«οικονομία της
αντίστασης», σχεδιασμένη
να αντέχει στις
κυρώσεις, τη διεθνή
απομόνωση και τις
πολεμικές συγκρούσεις.
Το μοντέλο βασίζεται σε
μεγάλο βαθμό στην
αυτάρκεια και στην
προσαρμογή στις
εξωτερικές πιέσεις.
Η πολιτική και
στρατιωτική ηγεσία του
Ιράν εκτιμά ότι η χώρα
μπορεί να αντέξει
περισσότερο από τους
αντιπάλους της και ότι
οι υψηλότερες διεθνείς
τιμές ενέργειας που
προκαλεί η διαταραχή στη
λειτουργία των Στενών
του Ορμούζ θα μπορούσαν
τελικά να αυξήσουν το
κόστος για την παγκόσμια
οικονομία και να
ασκήσουν πίεση στην
Ουάσιγκτον.
Ο πρόεδρος Μασούντ
Πεζεσκιάν, ωστόσο, έχει
αναγνωρίσει ότι το
μεγαλύτερο πρόβλημα
είναι πλέον η κατάσταση
του ίδιου του πληθυσμού.
Όπως έχει
προειδοποιήσει, η
μεγαλύτερη ανησυχία δεν
είναι μια νέα επίθεση
των ΗΠΑ, αλλά η
οικονομική κατάσταση και
το βιοτικό επίπεδο των
Ιρανών.
Η ανησυχία αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
η οικονομική δυσπραγία
είχε αποτελέσει έναν από
τους βασικούς παράγοντες
που τροφοδότησαν τις
μαζικές αντικυβερνητικές
διαδηλώσεις του
Δεκεμβρίου και του
Ιανουαρίου.
Μέχρι στιγμής, πάντως,
δεν έχουν εμφανιστεί
αντίστοιχες ενδείξεις
εσωτερικής αναταραχής
μετά την έναρξη του
πολέμου.
Οι Ιρανοί αλλάζουν τον
τρόπο που καταναλώνουν
Το πιο ανησυχητικό
στοιχείο για την
οικονομία είναι ίσως ότι
δεν μειώνεται απλώς η
κατανάλωση. Αλλάζουν
συνολικά οι
καταναλωτικές συνήθειες.
Ο Saedvandi
επισημαίνει ότι όλο και
περισσότεροι Ιρανοί
πωλούν ακόμη και
αποθέματα χρυσού για να
καλύψουν καθημερινά
έξοδα, ενώ περιορίζουν
την κατανάλωση βασικών
αγαθών.
Αυτό υποδηλώνει ότι ένα
σημαντικό τμήμα του
πληθυσμού αρχίζει να
προεξοφλεί πως η
υποβάθμιση του
εισοδήματος και του
βιοτικού επιπέδου δεν θα
είναι προσωρινή.
Η κυβέρνηση έχει
προσπαθήσει να
περιορίσει τις
επιπτώσεις μέσω
προγράμματος
επισιτιστικών κουπονιών,
το οποίο παρέχει περίπου
5 δολάρια τον μήνα σε 80
εκατ. Ιρανούς, δηλαδή
στη μεγάλη πλειονότητα
του πληθυσμού.
Όμως ο υπερβολικά υψηλός
πληθωρισμός έχει ήδη
περιορίσει σημαντικά την
πραγματική αξία αυτής
της βοήθειας.
Ο Πεζεσκιάν έχει δηλώσει
ότι εξετάζεται η αύξηση
της ενίσχυσης μέσω
περικοπής των παροχών
προς τα υψηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
Από το κεμπάπ στο
φαλάφελ
Η οικονομική κρίση έχει
φτάσει μέχρι το πιάτο
των Ιρανών.
Σε συνοικία ανώτερης
μεσαίας τάξης της
Τεχεράνης, δημοτική
αγορά που προσφέρει
προϊόντα κάτω από τις
τιμές της αγοράς βλέπει
την πελατεία της να έχει
μειωθεί από περίπου
1.200 άτομα την ημέρα σε
μόλις 400.
Η πτώση της κατανάλωσης
είναι τόσο έντονη ώστε
ακόμη και τα παραδοσιακά
τρόφιμα που θεωρούνταν
προσιτά αρχίζουν να
εγκαταλείπονται.
Τα οικονομικά φορτηγάκια
φαγητού κερδίζουν
έδαφος, ενώ το αρνίσιο
κεμπάπ, βασικό στοιχείο
της περσικής διατροφής,
έχει γίνει απαγορευτικό
για πολλές οικογένειες.
Στη θέση του
εμφανίζονται μικρότερες
μερίδες ψητού συκωτιού,
ως φθηνότερη
εναλλακτική.
Ακόμη και το φαλάφελ,
που θεωρούνταν επί
χρόνια ένα από τα πιο
οικονομικά γεύματα, έχει
ακριβύνει σημαντικά. Τα
καταστήματα βλέπουν την
πελατεία τους να
μειώνεται, ενώ το κόστος
των πρώτων υλών
αυξάνεται.
Σε ένα δημοφιλές
κατάστημα φαλάφελ στην
οδό Shariati,
ο αριθμός των πελατών
έχει μειωθεί περίπου
κατά το ήμισυ από την
έναρξη του πολέμου.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει
ίσως καλύτερα από
οποιονδήποτε οικονομικό
δείκτη το πραγματικό
πρόβλημα της ιρανικής
οικονομίας: η
κρίση δεν περιορίζεται
πλέον στις αγορές
συναλλάγματος, στα
δημόσια οικονομικά ή
στις διεθνείς κυρώσεις.
Έχει περάσει στην
καθημερινή κατανάλωση
και αναγκάζει τα
νοικοκυριά να μειώνουν
ποσότητες, να
υποκαθιστούν προϊόντα,
να χρησιμοποιούν πίστωση
και, σε ορισμένες
περιπτώσεις, να
καταναλώνουν ακόμη και
τις αποταμιεύσεις τους
για να καλύψουν βασικές
ανάγκες.
Η «οικονομία της
αντίστασης» μπορεί να
έχει επιτρέψει στο Ιράν
να αντέξει επί χρόνια
την εξωτερική πίεση. Το
μεγάλο ερώτημα, όμως,
είναι πλέον πόσο
ακόμη μπορεί να αντέξει
η ίδια η κοινωνία το
κόστος αυτής της
αντίστασης.
|