| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Σάββατο, 24/10/2026

   

 

Η σύγκρουση στη Γάζα βρίσκεται στο περιθώριο της προεκλογικής αντιπαράθεσης στο Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου ενδέχεται να εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από την αραβική μειονότητα της χώρας. Την ίδια στιγμή, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον των σχέσεων Ισραηλινών και Παλαιστινίων, τη δυνατότητα μιας λύσης δύο κρατών και τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στις σχέσεις του Ισραήλ με τους παραδοσιακούς συμμάχους του.

Όπως επισημαίνει ο Jamie Dettmer του Politico, η προεκλογική εκστρατεία επικεντρώνεται κυρίως σε εσωτερικά ζητήματα και στην πολιτική παρουσία του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, χωρίς να αναπτύσσεται ουσιαστική συζήτηση για την επόμενη ημέρα στη Γάζα και για τις προοπτικές μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης.

Το κενό αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η εκλογική αναμέτρηση δεν αφορά μόνο την παραμονή ή την αποχώρηση του Νετανιάχου από την εξουσία. Αφορά επίσης τη στρατηγική που θα ακολουθήσει το Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους και στις πολλαπλές συγκρούσεις που επηρεάζουν την ασφάλεια και τη διεθνή θέση του.

 

Η αραβική μειονότητα μπορεί να επηρεάσει τον σχηματισμό κυβέρνησης

Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του εκλογικού σώματος. Η συμμετοχή τους και η στάση των αραβικών κομμάτων θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικές για τον σχηματισμό κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και επικεφαλής του κεντροδεξιού αντιπολιτευτικού μπλοκ «Αλλαγή», ο οποίος αποτελεί τον βασικό πολιτικό αντίπαλο του Νετανιάχου.

Η αριθμητική των εδρών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα αραβικά κόμματα να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη της επόμενης κυβέρνησης. Ωστόσο, το ενδεχόμενο συνεργασίας τους έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο Νετανιάχου επιχειρεί να παρουσιάσει τον Άιζενκοτ ως πολιτικό που θα εξαρτάται από τους Άραβες ηγέτες, όπως ο Μανσούρ Αμπάς του ισλαμιστικού κόμματος Ραάμ και ο Άχμαντ Τίμπι του κόμματος Τάαλ. Υποστηρίζει ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο αντίπαλός του ενδέχεται να κάνει συμβιβασμούς σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, έχει επικεντρωθεί στην ευθύνη της κυβέρνησης για την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι. Το μπλοκ του Άιζενκοτ κατηγορεί τον Νετανιάχου ότι αγνόησε προειδοποιήσεις για επικείμενη μεγάλης κλίμακας επίθεση.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Politico, η αντιπολίτευση δεν έχει παρουσιάσει με την ίδια σαφήνεια ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μελλοντική διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος.

Οι διαφορές Νετανιάχου και αντιπολίτευσης είναι μικρότερες στην εξωτερική πολιτική

Ένα από τα βασικά ερωτήματα της προεκλογικής περιόδου είναι κατά πόσο μια αλλαγή κυβέρνησης θα οδηγούσε και σε ουσιαστική μεταβολή της ισραηλινής πολιτικής στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αντιπολίτευση ασκεί κριτική κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο Νετανιάχου διαχειρίστηκε τον πόλεμο, στη διεθνή απομόνωση του Ισραήλ και στην απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από τις περιφερειακές συγκρούσεις. Δεν αμφισβητεί, όμως, κατ’ ανάγκη τις βασικές επιλογές της κυβέρνησης σε θέματα ασφάλειας.

Ο γεωπολιτικός αναλυτής Χ. Α. Χέλιερ εκτιμά ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου δεν προτείνουν συνολική αναθεώρηση της πολιτικής στη Γάζα. Παράλληλα, όπως σημειώνει, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες θέσεις για τον εποικισμό στη Δυτική Όχθη και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο, υποστηρίζοντας περισσότερο ότι θα μπορούσαν να είχαν χειριστεί διαφορετικά τις εξελίξεις.

Παρόμοια θέση διατυπώνει ο πρώην εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρέσβης στη Δυτική Όχθη, Σβεν Μπουργκσντορφ. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικοί ηγέτες της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων ο Άιζενκοτ, ο Ναφτάλι Μπένετ, ο Γιαΐρ Λαπίντ και ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, δεν αμφισβητούν συνολικά τη διεξαγωγή του πολέμου στη Γάζα ούτε υποστηρίζουν την παλαιστινιακή κρατική κυριαρχία.

Ο Μπουργκσντορφ εξαιρεί από αυτή την εικόνα τον Γιαΐρ Γκολάν και τον συνασπισμό αραβικών κομμάτων, τους οποίους παρουσιάζει ως υποστηρικτές της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης.

Το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου και η μετατόπιση της κοινής γνώμης

Η απουσία ουσιαστικής συζήτησης για την ειρήνη συνδέεται, σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό Εχούντ Όλμερτ, με το βαθύ συλλογικό τραύμα που προκάλεσε η επίθεση της Χαμάς και με την αντίληψη ότι η ισραηλινή κοινωνία έχει μετακινηθεί προς πιο σκληρές πολιτικές θέσεις.

Ο Όλμερτ, έντονος επικριτής του Νετανιάχου, υποστηρίζει ότι τα πολιτικά κόμματα φοβούνται να ανοίξουν τη συζήτηση για διαπραγματεύσεις ή για λύση δύο κρατών, επειδή εκτιμούν ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να τους κοστίσει εκλογική υποστήριξη.

Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η εικόνα αυτή ενδέχεται να μην αποτυπώνει πλήρως τις πραγματικές διαθέσεις της κοινωνίας. Κατά την εκτίμησή του, το κυβερνών Λικούντ κινδυνεύει να χάσει σημαντικό αριθμό εδρών, από τις 32 που διαθέτει σήμερα σε περίπου 20, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές εκτιμήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα.

Η ισχυρή υποστήριξη προς τη στρατιωτική δράση αποτελεί, πάντως, σημαντικό πολιτικό δεδομένο. Έρευνες του Israel Democracy Institute έχουν καταγράψει υποστήριξη έως και 93% μεταξύ των Εβραίων Ισραηλινών για τα αρχικά πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ σχεδόν το 80% τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Αντίστοιχα υψηλή είναι η υποστήριξη για τη διατήρηση της στρατιωτικής πίεσης στη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένες έρευνες και πληθυσμιακές ομάδες, δεν αποτυπώνουν όμως από μόνα τους το σύνολο των πολιτικών προτιμήσεων των Ισραηλινών. Δείχνουν, ωστόσο, το δύσκολο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να κινηθούν όσοι υποστηρίζουν μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις με τους Παλαιστινίους.

Η διεθνής απομόνωση εντείνει την πίεση στο Ισραήλ

Την ώρα που η προεκλογική συζήτηση παραμένει επικεντρωμένη στην εσωτερική πολιτική, στο εξωτερικό ενισχύεται η ανησυχία για την απουσία μιας σαφούς στρατηγικής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των συγκρούσεων.

Ορισμένοι Άραβες ηγέτες και ειδικοί σε θέματα γεωπολιτικής εκφράζουν ανησυχία ότι η ισραηλινή πολιτική ασφαλείας ακολουθεί μια πορεία που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ποιος βρίσκεται στην πρωθυπουργία.

Παράλληλα, οι σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους επιβαρύνονται. Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν ή προχωρούν σε περιοριστικά μέτρα, ενώ συζητούνται ακόμη και εμπάργκο όπλων, ως αντίδραση στη διεξαγωγή του πολέμου στη Γάζα.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα επιπλέον στρατηγικό πρόβλημα για το Ισραήλ. Η διατήρηση της διεθνούς υποστήριξης συνδέεται όχι μόνο με τις στρατιωτικές εξελίξεις, αλλά και με την ύπαρξη μιας πολιτικής προοπτικής για την επόμενη ημέρα.

Ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένα απορρίψει την προοπτική παλαιστινιακής κυριαρχίας, υποστηρίζοντας ότι ένα παλαιστινιακό κράτος θα ήταν ασύμβατο με τις ανάγκες ασφαλείας του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του θεωρούν ότι χωρίς κάποια ουσιαστική πολιτική διαδικασία, η χώρα κινδυνεύει να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τους παραδοσιακούς συμμάχους της.

Θα μπορούσε μια κυβέρνηση Άιζενκοτ να αλλάξει την πορεία;

Ο Όλμερτ εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα μπορούσε να προχωρήσει σε ορισμένες κινήσεις προσέγγισης, όπως μια συνάντηση με τον Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής.

Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, τα περιθώρια αλλαγής θα ήταν περιορισμένα. Η συμμετοχή πολιτικών όπως ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν σε μια κυβερνητική συμμαχία θα δυσκόλευε την προώθηση μιας λύσης που θα προέβλεπε την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, καθώς οι ίδιοι έχουν εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή τους σε αυτή την προοπτική.

Η πολιτική αριθμητική του Κνεσέτ θα μπορούσε, επομένως, να περιορίσει τη δυνατότητα ακόμη και μιας νέας κυβέρνησης να προχωρήσει γρήγορα σε σημαντικές πρωτοβουλίες.

Η ειρήνη απουσιάζει από την εκστρατεία, αλλά όχι από το στρατηγικό πρόβλημα

Η βασική αντίφαση των ισραηλινών εκλογών είναι ότι η μελλοντική σχέση με τους Παλαιστινίους παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για την ασφάλεια, τη διπλωματία και την οικονομική προοπτική της χώρας, αλλά δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Η συζήτηση επικεντρώνεται στις ευθύνες για την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, στην προσωπική πολιτική πορεία του Νετανιάχου και στη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Αντίθετα, η μορφή μιας μελλοντικής πολιτικής διευθέτησης, οι όροι για την αποκλιμάκωση και η προοπτική δύο κρατών παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός δημόσιας συζήτησης.

Το αποτέλεσμα της κάλπης θα καθορίσει τον επόμενο κυβερνητικό συνασπισμό, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει αυτομάτως τη στρατηγική του Ισραήλ. Ακόμη και μια πολιτική εναλλαγή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό της χώρας, τις απαιτήσεις ασφαλείας και την επιφυλακτικότητα απέναντι σε παραχωρήσεις προς τους Παλαιστινίους.

Χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς μια πολιτική λύση, το Ισραήλ ενδέχεται να συνεχίσει να αντιμετωπίζει δυσκολίες στις σχέσεις του με την Ευρώπη και άλλους παραδοσιακούς συμμάχους. Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει την πρωθυπουργία, αλλά κατά πόσο η επόμενη κυβέρνηση θα μπορέσει να ανοίξει μια αξιόπιστη συζήτηση για το πολιτικό μέλλον της περιοχής.

Πηγή: Politico

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum