|
Σε ό,τι αφορά το
μακροοικονομικό
περιβάλλον, ο επικεφαλής
της Eurobank
τόνισε ότι οι
γεωπολιτικές εξελίξεις
και η άνοδος της τιμής
του πετρελαίου πάνω από
τα 100 δολάρια ενισχύουν
τις πληθωριστικές
πιέσεις και περιορίζουν
τον ρυθμό ανάπτυξης.
Προέβλεψε ότι τα
επιτόκια ενδέχεται να
κινηθούν προς το 3%, ενώ
η ανάπτυξη στην Ελλάδα
πιθανότατα θα
διαμορφωθεί κάτω από το
2%, χωρίς όμως να
υποχωρήσει σημαντικά
χαμηλότερα.
Αναφερόμενος στην
Ευρώπη, σημείωσε ότι η
διστακτικότητα στην
κατεύθυνση της βαθύτερης
ολοκλήρωσης λειτουργεί
ανασταλτικά για την
ανάπτυξη. Για την
ελληνική οικονομία,
εξέφρασε προβληματισμό
για την έλλειψη
συναίνεσης σε βασικά
οικονομικά ζητήματα,
υπογραμμίζοντας ότι αυτό
μπορεί να δημιουργήσει
μεσοπρόθεσμα δυσκολίες.
Παράλληλα, αναγνώρισε
ότι υπάρχει έντονη
δημόσια κριτική προς το
τραπεζικό σύστημα,
τονίζοντας πως το ζήτημα
αυτό πρέπει να
απασχολήσει τον κλάδο,
ανεξάρτητα από το αν
είναι δικαιολογημένο ή
όχι. Αναφέρθηκε επίσης
στα κόκκινα δάνεια και
στον αποκλεισμό
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών από τη
χρηματοδότηση λόγω
πιστωτικού ιστορικού,
επισημαίνοντας ωστόσο
ότι αρκετές από τις
επικρίσεις δεν
ανταποκρίνονται στην
πραγματικότητα ή είναι
υπερβολικές.
Τέλος, απέρριψε τον
χαρακτηρισμό περί
«υπερκερδών» των
ελληνικών τραπεζών,
υποστηρίζοντας ότι, με
βάση τα κεφάλαια που
διαθέτουν, τα επίπεδα
κερδοφορίας τους είναι
αντίστοιχα με ευρωπαϊκά
δεδομένα. Αντίστοιχα,
για το επιτοκιακό
περιθώριο σημείωσε ότι
δεν διαφοροποιείται
ουσιαστικά από χώρες
όπως η Πορτογαλία, η
Ιταλία και η Κύπρος.
|