|
Διπλωματική πηγή ανέφερε
ότι οι Καταριανοί
βρίσκονταν σε συνεχή
επικοινωνία με τον Λευκό
Οίκο κατά τη διάρκεια
των συνομιλιών στην
Τεχεράνη, κάνοντας λόγο
για θετικές ενδείξεις,
χωρίς ωστόσο να έχει
επιτευχθεί ακόμη
συμφωνία.
Η βασική επιδίωξη του
Κατάρ είναι να
επιστρέψουν οι δύο
πλευρές στο τραπέζι των
απευθείας
διαπραγματεύσεων για το
πυρηνικό πρόγραμμα του
Ιράν και τα υπόλοιπα
ανοιχτά ζητήματα.
Το
αδιέξοδο μεταξύ
Ουάσιγκτον και Τεχεράνης
Το σημαντικότερο εμπόδιο
παραμένει η σειρά με την
οποία θα πρέπει να
γίνουν οι πρώτες
κινήσεις αποκλιμάκωσης.
Η κυβέρνηση Τραμπ
επιμένει ότι το Ιράν
πρέπει να προχωρήσει σε
υποχωρήσεις στο πυρηνικό
του πρόγραμμα πριν
ξεκινήσει οποιαδήποτε
νέα διαπραγμάτευση.
Η Τεχεράνη, από την
πλευρά της, θέτει ως
προϋπόθεση την άρση του
αμερικανικού ναυτικού
αποκλεισμού, την
αποδέσμευση των
παγωμένων ιρανικών
κεφαλαίων και τη
δυνατότητα επανέναρξης
των εξαγωγών πετρελαίου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,
οι Καταριανοί επιχειρούν
να εξασφαλίσουν μια
πρώτη κίνηση καλής
θέλησης από την ιρανική
πλευρά. Συγκεκριμένα,
πιέζουν την Τεχεράνη να
επιτρέψει σε επιθεωρητές
του ΟΗΕ να επισκεφθούν
πυρηνικές εγκαταστάσεις
που έχουν δεχθεί
βομβαρδισμούς.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως ένδειξη διαφάνειας
και να διευκολύνει την
επίτευξη μιας αρχικής
συμφωνίας, με αντάλλαγμα
κάποια χαλάρωση των
αμερικανικών κυρώσεων.
Το ζητούμενο είναι να
δημιουργηθεί ένας
μηχανισμός σταδιακών
αμοιβαίων υποχωρήσεων,
ώστε να ξεπεραστεί το
σημερινό αδιέξοδο.
Διαφορετικές στρατηγικές
απόψεις στο περιβάλλον
Τραμπ
Η στάση που θα
ακολουθήσει η Ουάσιγκτον
δεν είναι απολύτως
ξεκάθαρη, καθώς στο
στενό επιτελείο του
Ντόναλντ Τραμπ
καταγράφονται
διαφορετικές
προσεγγίσεις ως προς τη
διπλωματία και τη χρήση
στρατιωτικής ισχύος.
Ο υπουργός Άμυνας Πιτ
Χέγκσεθ και ο υπουργός
Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο
εμφανίζονται ιδιαίτερα
επιφυλακτικοί απέναντι
στην προοπτική μιας νέας
πυρηνικής συμφωνίας με
την υφιστάμενη ιρανική
ηγεσία. Σύμφωνα με
Αμερικανό αξιωματούχο,
θεωρούν ότι η
αμερικανική πολιτική θα
πρέπει να συνεχίσει να
ασκεί πίεση στην
Τεχεράνη, ακόμη και μέσω
νέων στρατιωτικών
πληγμάτων, με στόχο την
περαιτέρω αποδυνάμωση
του καθεστώτος.
Διαφορετική προσέγγιση
φέρονται να έχουν ο
αντιπρόεδρος Τζέι Ντι
Βανς και οι ειδικοί
απεσταλμένοι του Τραμπ,
Στιβ Γουίτκοφ και
Τζάρεντ Κούσνερ, οι
οποίοι επιθυμούν την
επιστροφή στις
διαπραγματεύσεις.
Ο ίδιος ο Αμερικανός
πρόεδρος, πάντως,
εμφανίζεται να διατηρεί
αμφιβολίες για το εάν η
Τεχεράνη είναι
διατεθειμένη να
αποδεχθεί τους όρους
μιας συμφωνίας που θα
θεωρούσε ικανοποιητική η
Ουάσιγκτον.
Σε δηλώσεις του την
Παρασκευή, ο Τραμπ
επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν
επαφές με το Ιράν,
σημειώνοντας ότι η
ιρανική πλευρά επιθυμεί
να συνομιλήσει.
Παράλληλα, υποστήριξε
ότι υπάρχει ακόμη χρόνος
για διπλωματικές
κινήσεις, αν και
χαρακτήρισε την
κατάσταση πολεμική και
όχι συνηθισμένη.
Στην πλευρά όσων
προκρίνουν την
οικονομική πίεση αντί
της άμεσης στρατιωτικής
κλιμάκωσης βρίσκεται και
ο υπουργός Οικονομικών
Σκοτ Μπέσεντ. Ο ίδιος
συντονίζει την
εκστρατεία οικονομικών
πιέσεων κατά του Ιράν,
με την ονομασία «Operation
Economic
Outcast»,
και φέρεται να
υποστηρίζει ότι θα
πρέπει να δοθεί χρόνος
ώστε να αποδώσουν οι
κυρώσεις και οι
περιορισμοί πριν
εξεταστεί η επιστροφή
στις στρατιωτικές
επιχειρήσεις.
Οι
ενδιάμεσες εκλογές και
οι πιέσεις από τις χώρες
της περιοχής
Οι διπλωματικές
προσπάθειες συνδέονται
και με τον πολιτικό
χρόνο στις ΗΠΑ. Οι
ενδιάμεσες εκλογές
δημιουργούν ένα πρόσθετο
πλαίσιο αβεβαιότητας,
καθώς ορισμένοι
αξιωματούχοι εκτιμούν
ότι το αποτέλεσμά τους
θα μπορούσε να επηρεάσει
τις αποφάσεις του Τραμπ.
Σύμφωνα με περιφερειακή
διπλωματική πηγή, χώρες
όπως η Αίγυπτος, η
Τουρκία, το Ιράκ, το
Πακιστάν και η Σαουδική
Αραβία ασκούν πιέσεις
προς την Τεχεράνη,
προκειμένου να
συμφωνήσει στην
επανέναρξη των
συνομιλιών πριν από τις
αμερικανικές εκλογές.
Αμερικανός αξιωματούχος
εκτίμησε ότι μια
σημαντική εκλογική ήττα
των Ρεπουμπλικάνων θα
μπορούσε να οδηγήσει τον
Τραμπ σε πιο επιθετικές
επιλογές, εφόσον
αισθανθεί ότι έχει
υποστεί πολιτικό πλήγμα.
Για τον λόγο αυτό, όπως
ανέφερε, οι
περιφερειακοί παράγοντες
επιχειρούν να πείσουν το
Ιράν ότι η σημερινή
συγκυρία αποτελεί
ευκαιρία για την
επίτευξη συμφωνίας.
Από τον Λευκό Οίκο,
ωστόσο, διατυπώνεται
διαφορετική θέση, με
αξιωματούχο να
υποστηρίζει ότι το
εκλογικό αποτέλεσμα δεν
θα καθορίσει τις
αποφάσεις του Αμερικανού
προέδρου για το Ιράν.
Στο μεταξύ, τόσο η
ηγεσία της Σαουδικής
Αραβίας όσο και ο
πρόεδρος της Τουρκίας
έχουν ζητήσει από τον
Τραμπ να δώσει
περισσότερο χρόνο στη
διπλωματία. Στον
αντίποδα, ο Ισραηλινός
πρωθυπουργός Μπενιαμίν
Νετανιάχου φέρεται να
πιέζει για κοινή
στρατιωτική επιχείρηση
ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του
Ιράν αμέσως μετά τις
αμερικανικές εκλογές.
Ο
κίνδυνος επέκτασης της
σύγκρουσης και οι
επιπτώσεις στην ενέργεια
Το ενδεχόμενο νέας
στρατιωτικής αναμέτρησης
δεν αφορά πλέον μόνο το
Ιράν και το Ισραήλ. Μια
αμερικανική επίθεση θα
μπορούσε να προκαλέσει
αντίποινα σε ολόκληρη
την περιοχή του Περσικού
Κόλπου, με σοβαρές
συνέπειες για τις
ενεργειακές υποδομές και
τις διεθνείς αγορές.
Η Τεχεράνη έχει
προειδοποιήσει ότι σε
περίπτωση πλήγματος στις
ενεργειακές
εγκαταστάσεις της θα
απαντήσει στοχεύοντας
αντίστοιχες υποδομές στη
Σαουδική Αραβία, στα
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,
στο Κατάρ, στο Κουβέιτ
και στο Μπαχρέιν.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να προκαλέσει
σοβαρές διαταραχές στην
παραγωγή και στις
εξαγωγές πετρελαίου και
φυσικού αερίου,
επιβαρύνοντας περαιτέρω
την ήδη εύθραυστη εικόνα
της παγκόσμιας
ενεργειακής αγοράς.
Παράλληλα, σε περίπτωση
κοινής στρατιωτικής
επιχείρησης ΗΠΑ και
Ισραήλ, η ιρανική
απάντηση θα μπορούσε να
περιλαμβάνει πυραυλικές
επιθέσεις, ενώ δεν
αποκλείεται να
ενεργοποιηθούν και άλλες
δυνάμεις της περιοχής,
όπως η Χεζμπολάχ, με
επιθέσεις εναντίον
ισραηλινών στόχων.
Οι επόμενες ημέρες
θεωρούνται, συνεπώς,
ιδιαίτερα κρίσιμες. Οι
συνομιλίες που
διεξάγονται με τη
μεσολάβηση του Κατάρ
αποτελούν μια προσπάθεια
να δημιουργηθεί
διπλωματική διέξοδος
πριν η στρατιωτική
αντιπαράθεση αποκτήσει
ευρύτερες διαστάσεις. Το
διακύβευμα ξεπερνά τις
σχέσεις Ουάσιγκτον και
Τεχεράνης, καθώς μια
γενικευμένη σύγκρουση θα
μπορούσε να έχει
σημαντικές επιπτώσεις
στην ασφάλεια της Μέσης
Ανατολής, στην παγκόσμια
προσφορά ενέργειας και
στις διεθνείς αγορές.
|