|
Δύο νέοι δείκτες στο
επίκεντρο
Η προετοιμασία για την
πρώτη εφαρμογή του νέου
συστήματος αναμένεται να
ξεκινήσει από τα μέσα
του 2027.
Κεντρικό ρόλο θα
διαδραματίσουν δύο
δείκτες που θα
καταρτίσει η ΕΛΣΤΑΤ και
οι οποίοι σήμερα δεν
υπάρχουν με τη
συγκεκριμένη μορφή.
Ο πρώτος αφορά τη
μεταβολή των
μισθών και θα
χρησιμοποιείται, μεταξύ
άλλων, και σε
μελλοντικούς
υπολογισμούς που
συνδέονται με τις
συντάξιμες αποδοχές.
Ο δεύτερος είναι ένας
ειδικός δείκτης
τιμών καταναλωτή για το
χαμηλότερο 20% της
εισοδηματικής κατανομής
των νοικοκυριών.
Η επιλογή του
συγκεκριμένου δείκτη
έχει ιδιαίτερη σημασία,
καθώς τα νοικοκυριά με
τα χαμηλότερα εισοδήματα
αντιμετωπίζουν
διαφορετική καταναλωτική
σύνθεση από τα υψηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
Ένα μεγάλο μέρος του
εισοδήματός τους
κατευθύνεται σε βασικές
ανάγκες, όπως τρόφιμα,
στέγαση και ενέργεια.
Σύμφωνα με τις σχετικές
μελέτες, οι
συγκεκριμένες κατηγορίες
απορροφούν περίπου
55% του
εισοδήματος των
φτωχότερων νοικοκυριών.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός
που αντιμετωπίζει το
χαμηλότερο 20% της
εισοδηματικής κατανομής
μπορεί να διαφέρει από
τον γενικό δείκτη τιμών
καταναλωτή.
Πώς θα υπολογίζεται ο
νέος κατώτατος μισθός
Η νέα μεθοδολογία
επιχειρεί να συνδέσει
την εξέλιξη του
κατώτατου μισθού τόσο με
την αγοραστική
δύναμη των χαμηλόμισθων
όσο και με τη γενικότερη
εξέλιξη των μισθών και
της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τη
μεθοδολογία που
προβλέπει ο νόμος, η
ετήσια μεταβολή του
κατώτατου μισθού θα
προκύπτει από δύο βασικά
στοιχεία:
τη μεταβολή του δείκτη
τιμών καταναλωτή για το
χαμηλότερο 20% των
νοικοκυριών,
και το ήμισυ της
μεταβολής της
αγοραστικής δύναμης του
γενικού δείκτη μισθών.
Οι μεταβολές
υπολογίζονται για την
περίοδο από την
1η Ιουλίου του
προηγούμενου έτους έως
τις 30 Ιουνίου του
τρέχοντος έτους.
Με τον τρόπο αυτό, ο
μηχανισμός επιχειρεί να
ενσωματώνει στον
καθορισμό του κατώτατου
μισθού τόσο τον
πληθωρισμό που πλήττει
περισσότερο τα χαμηλά
εισοδήματα όσο και τη
μεταβολή της
παραγωγικότητας και των
μισθών στην οικονομία.
Τι σημαίνει αυτό για τα
1.000 ευρώ
Η μετάβαση στο νέο
σύστημα δεν σημαίνει ότι
το ποσό των 1.000 ευρώ
είναι σήμερα το
αποτέλεσμα ενός
μηχανικού υπολογισμού.
Ο σημερινός κατώτατος
μισθός ανέρχεται στα
920 ευρώ,
ενώ για τον Απρίλιο του
2027 έχει ανακοινωθεί
ενδεικτικά αύξηση κατά
40 ευρώ,
στα 960 ευρώ.
Το τελικό ποσό, ωστόσο,
μπορεί να διαφοροποιηθεί
μετά τη διαδικασία
διαβούλευσης και την
εξέλιξη των οικονομικών
δεδομένων.
Έτσι, το συνολικό ποσό
των αυξήσεων που θα
οδηγήσει από τα 920 στα
1.000 ευρώ μπορεί να
κατανεμηθεί διαφορετικά.
Για παράδειγμα, αντί για
αύξηση 40 ευρώ το 2027
και 40 ευρώ το 2028, θα
μπορούσε να υπάρξει
μεγαλύτερη αύξηση στην
πρώτη φάση και μικρότερη
στη δεύτερη, εφόσον το
επιτρέψουν τα οικονομικά
δεδομένα και η
προβλεπόμενη διαδικασία.
Το τελικό ύψος της
αύξησης του 2027 θα
προκύψει μετά τις
σχετικές εκθέσεις και
διαβουλεύσεις με τους
επιστημονικούς και
κοινωνικούς φορείς, πριν
από την τελική
κυβερνητική απόφαση.
Γιατί χρειάζεται χρόνος
η ΕΛΣΤΑΤ
Ο βασικός λόγος για τον
οποίο η πλήρης εφαρμογή
του νέου μηχανισμού
μεταφέρεται στο 2028
είναι η ανάγκη να
δημιουργηθεί η
απαραίτητη στατιστική
υποδομή.
Η ΕΛΣΤΑΤ θα πρέπει να
καταρτίσει τους δύο
νέους δείκτες που
απαιτούνται για τον
υπολογισμό του κατώτατου
μισθού και να
εξασφαλίσει ότι τα
στοιχεία θα είναι
διαθέσιμα με την
απαιτούμενη συχνότητα
και μεθοδολογική
συνέπεια.
Η διαδικασία αυτή είναι
απαραίτητη προκειμένου ο
νέος μηχανισμός να
μπορεί να λειτουργεί με
αντικειμενικά και
συγκρίσιμα δεδομένα και
να μην εξαρτάται κάθε
χρόνο αποκλειστικά από
μια πολιτική απόφαση.
Μικρές αποκλίσεις από
τον σημερινό τρόπο
Με βάση τις σημερινές
οικονομικές συνθήκες, οι
πρώτες εκτιμήσεις
δείχνουν ότι ο νέος
αλγόριθμος δεν θα
οδηγούσε σε θεαματικά
διαφορετικό αποτέλεσμα
από αυτό που θα
προέκυπτε με την
υφιστάμενη διαδικασία.
Οι αποκλίσεις εκτιμάται
ότι θα μπορούσαν να
κινηθούν περίπου στα
10-15 ευρώ,
ανάλογα φυσικά με τα
δεδομένα που θα
χρησιμοποιηθούν.
Η μεγαλύτερη αλλαγή
επομένως δεν βρίσκεται
τόσο στο άμεσο ύψος του
κατώτατου μισθού, όσο
στη λογική με
την οποία θα καθορίζεται
στο μέλλον.
Από το 2028 και μετά, ο
κατώτατος μισθός θα
συνδέεται περισσότερο με
αντικειμενικούς δείκτες
που αποτυπώνουν το
κόστος ζωής των
χαμηλότερων εισοδημάτων,
την εξέλιξη των μισθών
και την παραγωγικότητα
της οικονομίας.
Με αυτόν τον τρόπο, η
ετήσια αναπροσαρμογή
επιχειρεί να αποκτήσει
έναν περισσότερο
αυτοματοποιημένο
χαρακτήρα, περιορίζοντας
τον βαθμό στον οποίο το
ύψος του κατώτατου
μισθού εξαρτάται κάθε
φορά από την εκάστοτε
πολιτική απόφαση.
|