|
Η δομή των μέτρων και η
ευρωπαϊκή στρατηγική
Σύμφωνα με την Κομισιόν,
το συνολικό κόστος των
14,5 δισ. ευρώ βασίζεται
στην υπόθεση ότι τα
μέτρα θα λήξουν σύμφωνα
με τα χρονοδιαγράμματα
που έχουν θέσει τα
κράτη-μέλη. Αν, όμως,
παραταθούν έως το τέλος
του 2026, το κόστος θα
μπορούσε να αυξηθεί έως
και τα 38,6 δισ. ευρώ.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει
ότι τα μέτρα θα πρέπει
να παραμένουν
στοχευμένα, προσωρινά
και έγκαιρα,
ώστε να περιορίζουν τη
δημοσιονομική επιβάρυνση
και να μην ενθαρρύνουν
αύξηση της ενεργειακής
κατανάλωσης, σε
ευθυγράμμιση με τους
μακροπρόθεσμους στόχους
της ΕΕ για την
ενεργειακή μετάβαση.
Στο πλαίσιο αυτό, τα
μέτρα διακρίνονται σε
δύο βασικές κατηγορίες:
μέτρα τιμών,
που μειώνουν άμεσα το
κόστος ενέργειας για
καταναλωτές και
επιχειρήσεις,
μέτρα εισοδήματος,
που παρέχουν προσωρινές
ενισχύσεις ή
αποζημιώσεις.
Η πλειονότητα του
κόστους (πάνω από τα
2/3) αφορά παρεμβάσεις
στην τιμή της ενέργειας,
ενώ το υπόλοιπο 1/3
συνδέεται με
εισοδηματικές
ενισχύσεις.
Σύγκριση με το 2022 –
χαμηλότερη επιβάρυνση,
ίδια τάση
Σε σύγκριση με την
κορύφωση της ενεργειακής
κρίσης το 2022, το
δημοσιονομικό βάρος των
μέτρων είναι πλέον
σημαντικά χαμηλότερο.
Τότε, το συνολικό κόστος
είχε φτάσει το 1,2% του
ΑΕΠ της ΕΕ, με τα τρία
τέταρτα των παρεμβάσεων
επίσης να μην είναι
στοχευμένα.
Παρά τη μείωση του
κόστους, η Κομισιόν
σημειώνει ότι η δομή των
μέτρων δεν έχει αλλάξει
ουσιαστικά, καθώς
εξακολουθεί να κυριαρχεί
η οριζόντια στήριξη μέσω
μείωσης φόρων στα
καύσιμα, αντί για πιο
στοχευμένες κοινωνικές
πολιτικές.
Συμπέρασμα
Το βασικό μήνυμα της
ευρωπαϊκής ανάλυσης
είναι σαφές: αν και το
δημοσιονομικό κόστος της
ενεργειακής στήριξης
έχει περιοριστεί σε
σχέση με το παρελθόν, η
αποτελεσματικότητα των
μέτρων παραμένει
ζητούμενο. Η μετάβαση
από οριζόντιες
επιδοτήσεις σε πιο
στοχευμένες παρεμβάσεις
αποτελεί, σύμφωνα με την
Κομισιόν, κρίσιμο
παράγοντα για τη
βιωσιμότητα της
ευρωπαϊκής
δημοσιονομικής πολιτικής
τα επόμενα χρόνια.
|