|
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο ότι ορισμένες
επενδύσεις καθυστερούν.
Είναι ότι η Ευρώπη
δυσκολεύεται να
χρηματοδοτήσει ακόμη και
έργα τα οποία η ίδια
έχει χαρακτηρίσει
στρατηγικής σημασίας.
Δισεκατομμύρια στην
Ευρώπη, δεκάδες
δισεκατομμύρια στις ΗΠΑ
Η Κομισιόν αναφέρει ότι
από τον περασμένο
Δεκέμβριο έχουν
κινητοποιηθεί
1,7 δισ. ευρώ
για τη χρηματοδότηση
στρατηγικών έργων
κρίσιμων πρώτων υλών.
Το μέγεθος αποκτά
διαφορετική διάσταση
όταν συγκρίνεται με την
αμερικανική προσέγγιση.
Η κυβέρνηση Τραμπ
αναφέρει ότι έχει
εγκρίνει 160
συμφωνίες στον τομέα των
ορυκτών, συνολικής αξίας
άνω των 40 δισ. δολαρίων.
Η διαφορά δεν αφορά μόνο
το ύψος των κεφαλαίων.
Αφορά και τον τρόπο με
τον οποίο οργανώνεται η
πολιτική.
Στις ΗΠΑ η κρατική
παρέμβαση είναι
περισσότερο
συγκεντρωμένη και
συνδέεται άμεσα με την
προσπάθεια δημιουργίας
νέων αλυσίδων
εφοδιασμού. Στην Ευρώπη,
αντίθετα, η
χρηματοδότηση παραμένει
κατακερματισμένη μεταξύ
διαφορετικών
προγραμμάτων και
υπηρεσιών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
ένας χαρακτηρισμός ως
«στρατηγικό έργο» δεν
μεταφράζεται αυτομάτως
σε διαθέσιμη
χρηματοδότηση.
Η περίπτωση της
Viridian
δείχνει το πρόβλημα
Η περίπτωση της
Viridian
Lithium
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Η εταιρεία είχε επιλεγεί
από την Ε.Ε. ως
στρατηγικό έργο, με
στόχο την ανάπτυξη
ευρωπαϊκής παραγωγής
λιθίου. Ωστόσο, η
αναμενόμενη
χρηματοδότηση δεν
υλοποιήθηκε εγκαίρως και
οι ιδιώτες επενδυτές
τελικά αποχώρησαν.
Όπως υποστήριξε ο πρώην
εμπορικός διευθυντής της
εταιρείας Luc
Pez,
ο χαρακτηρισμός ως
στρατηγικού έργου δεν
λειτούργησε ως
πλεονέκτημα, καθώς δεν
συνοδεύτηκε από την
απαραίτητη χρηματοδοτική
στήριξη.
Και η Viridian
δεν φαίνεται να είναι
μεμονωμένη περίπτωση.
Έρευνα του think
tank
ODI
που δημοσιεύθηκε τον
Ιούνιο δεν εντόπισε
στοιχεία χρηματοδοτικής
δέσμευσης για περίπου
40% των
ευρωπαϊκών στρατηγικών
έργων.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό
Ελεγκτικό Συνέδριο έχει
επισημάνει ότι οι
σχετικές πληροφορίες
είναι διασκορπισμένες σε
διαφορετικές γενικές
διευθύνσεις της Κομισιόν
και ότι δεν υπάρχει
επαρκής μηχανισμός
παρακολούθησης της
προόδου και των
αποτελεσμάτων.
Φιλόδοξοι στόχοι χωρίς
αντίστοιχη ισχύ
εφαρμογής
Η Ε.Ε. έχει θέσει
συγκεκριμένους στόχους
μέσω του Κανονισμού για
τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες
του 2024.
Έως
το 2030 επιδιώκει:
|
Στόχος
|
Επιδίωξη
Ε.Ε.
|
|
Εγχώρια εξόρυξη
|
10% των αναγκών
|
|
Επεξεργασία
εντός Ε.Ε.
|
40% των αναγκών
|
|
Ανακύκλωση
|
25% των αναγκών
|
|
Μέγιστη εξάρτηση
από μία τρίτη
χώρα
|
65%
|
Το πρόβλημα είναι ότι οι
στόχοι αυτοί δεν
αποτελούν πάντα επαρκή
βάση για μια πραγματική
βιομηχανική στρατηγική.
Αφορούν ένα περιορισμένο
σύνολο στρατηγικών
πρώτων υλών, ενώ οι
αλυσίδες εφοδιασμού
διαφέρουν σημαντικά από
μέταλλο σε μέταλλο. Ένας
ενιαίος συνολικός στόχος
δεν αποτυπώνει επομένως
τις πραγματικές
αδυναμίες κάθε επιμέρους
αγοράς.
Χαρακτηριστικό είναι το
παράδειγμα του χαλκού.
Περίπου 18% των
ευρωπαϊκών στρατηγικών
έργων αφορά τον
χαλκό, παρότι η σημερινή
παραγωγή εξορυσσόμενου
και επεξεργασμένου
χαλκού στην Ε.Ε.
βρίσκεται ήδη πάνω από
τους στόχους που έχουν
τεθεί για το 2030.
Στις σπάνιες γαίες,
όμως, η εικόνα είναι
εντελώς διαφορετική. Τα
έργα είναι μόλις πέντε
και τα τρία αφορούν
ανακύκλωση, ενώ η Ευρώπη
εξακολουθεί να εξαρτάται
σε εξαιρετικά μεγάλο
βαθμό από την Κίνα.
Αυτό αναδεικνύει ένα
βασικό πρόβλημα της
ευρωπαϊκής στρατηγικής:
η ποσοτική
επίτευξη ενός συνολικού
στόχου δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι έχουν
αντιμετωπιστεί οι
κρίσιμες αδυναμίες της
εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το μεγαλύτερο κενό
βρίσκεται πριν από το
ορυχείο
Ακόμη μεγαλύτερη
ανησυχία προκαλεί η
περιορισμένη επένδυση
στην αναζήτηση νέων
κοιτασμάτων.
Σύμφωνα με ανάλυση της
Ευρωπαϊκής Τράπεζας
Επενδύσεων, οι
ευρωπαϊκές δαπάνες για
εξερεύνηση νέων
κοιτασμάτων είναι
έξι έως επτά
φορές χαμηλότερες
από εκείνες
ανταγωνιστικών
οικονομιών.
Η ΕΤΕπ εκτιμά ότι οι
σχετικές επενδύσεις θα
πρέπει να αυξηθούν
περίπου
δεκαπλάσια,
φτάνοντας τα 2
δισ. ευρώ ετησίως
για την επόμενη
πενταετία.
Χωρίς επαρκή εξερεύνηση,
όμως, δεν δημιουργείται
η επόμενη γενιά
μεταλλευτικών έργων. Και
χωρίς νέα έργα, η Ευρώπη
δεν μπορεί να μειώσει
ουσιαστικά την εξάρτησή
της από τις εισαγωγές.
Το πρόβλημα επιτείνεται
από τις αδειοδοτήσεις.
Ακόμη και όταν
εντοπίζονται οικονομικά
αξιοποιήσιμα κοιτάσματα,
η διαδικασία ανάπτυξής
τους μπορεί να διαρκέσει
πολλά χρόνια και να
διαφέρει σημαντικά από
χώρα σε χώρα.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει
και ενεργειακό
μειονέκτημα
Υπάρχει όμως και ένα
δεύτερο πρόβλημα.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται
μόνο να εξορύξει
περισσότερες πρώτες
ύλες. Πρέπει και να τις
επεξεργαστεί
ανταγωνιστικά.
Εδώ το υψηλό ενεργειακό
κόστος αποτελεί
σημαντικό μειονέκτημα
απέναντι σε οικονομίες
όπως η Κίνα. Η
μεταλλουργία, η
επεξεργασία ορυκτών και
η παραγωγή υλικών υψηλής
καθαρότητας είναι
ενεργοβόρες
δραστηριότητες.
Έτσι δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος: η Ευρώπη
προσπαθεί να
δημιουργήσει εγχώρια
παραγωγή κρίσιμων
υλικών, αλλά το
υψηλότερο κόστος
ενέργειας περιορίζει την
ανταγωνιστικότητα των
ίδιων των μονάδων που θα
μπορούσαν να μειώσουν
την εξάρτησή της από το
εξωτερικό.
Το πραγματικό στοίχημα
είναι η βιομηχανική
αυτονομία
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες
δεν αποτελούν πλέον ένα
εξειδικευμένο ζήτημα του
μεταλλευτικού κλάδου.
Βρίσκονται στην καρδιά
σχεδόν κάθε στρατηγικής
τεχνολογίας:
μπαταρίες, ηλεκτρικά
αυτοκίνητα, δίκτυα
ηλεκτρικής ενέργειας,
ανεμογεννήτριες,
φωτοβολταϊκά, ημιαγωγοί,
άμυνα και προηγμένες
ψηφιακές εφαρμογές.
Αυτό σημαίνει ότι η
εξάρτηση από τρίτες
χώρες δεν είναι απλώς
εμπορικό ζήτημα.
Μετατρέπεται σε
παράγοντα που μπορεί να
επηρεάσει το κόστος, την
παραγωγή και τελικά την
ανταγωνιστικότητα
ολόκληρης της ευρωπαϊκής
οικονομίας.
Η Ευρώπη έχει ήδη
αναγνωρίσει το πρόβλημα
και έχει δημιουργήσει
ένα θεσμικό πλαίσιο,
στρατηγικά έργα και
ποσοτικούς στόχους. Το
επόμενο βήμα όμως είναι
πολύ πιο δύσκολο:
να μετατρέψει
τους στόχους σε
πραγματικά ορυχεία,
μονάδες επεξεργασίας,
εγκαταστάσεις
ανακύκλωσης και βιώσιμες
επιχειρήσεις.
Γιατί στην πράσινη και
ψηφιακή μετάβαση, το
κρίσιμο ερώτημα δεν
είναι μόνο ποιος θα
κατασκευάσει τα προϊόντα
του μέλλοντος.
Είναι και ποιος
θα ελέγχει τις πρώτες
ύλες από τις οποίες θα
κατασκευάζονται.
|