|
Ο συγγραφέας τονίζει ότι
τα κόκκινα δάνεια
λειτούργησαν ως
παράγοντας
αποσταθεροποίησης για το
τραπεζικό σύστημα, καθώς
περιόρισαν τη δυνατότητα
των τραπεζών να
χρηματοδοτούν την
πραγματική οικονομία. Οι
αυξημένες προβλέψεις και
οι κεφαλαιακές
απαιτήσεις υποχρέωσαν
τις τράπεζες να
επικεντρωθούν στη
διάσωση των ισολογισμών
τους, αφήνοντας σε
δεύτερη μοίρα τη στήριξη
επενδύσεων και
επιχειρηματικών
πρωτοβουλιών.
Κεντρικό ρόλο στην
εξυγίανση των τραπεζών
έπαιξε ο μηχανισμός των
τιτλοποιήσεων, μέσω του
οποίου μεγάλα
χαρτοφυλάκια
προβληματικών δανείων
μεταφέρθηκαν εκτός
τραπεζικών ισολογισμών.
Η διαδικασία αυτή
βελτίωσε σημαντικά τους
δείκτες των τραπεζών και
επέτρεψε τη σταδιακή
αποκατάσταση της
σταθερότητας του
συστήματος. Ωστόσο,
σύμφωνα με τον Μιχάλη
Σάλλα, δεν αντιμετώπισε
το πρόβλημα στη ρίζα
του, καθώς οι οφειλές
παρέμειναν και απλώς
άλλαξαν διαχειριστή.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι
η μεταφορά των δανείων
σε εταιρείες διαχείρισης
δημιούργησε ένα νέο
περιβάλλον για τους
δανειολήπτες. Οι
servicers
λειτουργούν με αυστηρά
επιχειρηματικά κριτήρια,
δίνοντας προτεραιότητα
στην ανάκτηση
απαιτήσεων, γεγονός που
συχνά δυσκολεύει την
εξεύρεση λύσεων με
κοινωνική ή αναπτυξιακή
διάσταση.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στο καλοκαίρι
του 2014, το οποίο
χαρακτηρίζεται ως χαμένη
ευκαιρία για μια πιο
ισορροπημένη
αντιμετώπιση του
προβλήματος. Σύμφωνα με
τον συγγραφέα, τότε είχε
κατατεθεί πρόταση για
την αγορά και
επαναμίσθωση της πρώτης
κατοικίας μέσω ειδικού
φορέα, ώστε οι
οικογένειες να
παραμείνουν στα σπίτια
τους με δικαίωμα
μελλοντικής επαναγοράς.
Η πρόταση απορρίφθηκε
από τους δανειστές, με
το επιχείρημα ότι θα
ενίσχυε τον ηθικό
κίνδυνο και θα ενθάρρυνε
τη μη πληρωμή δανείων.
Ο Μιχάλης Σάλλας θεωρεί
ότι η προσέγγιση αυτή
αγνόησε τις πραγματικές
συνθήκες της ελληνικής
κρίσης, καθώς η
συντριπτική πλειονότητα
των οφειλετών δεν
επέλεξε συνειδητά να μην
πληρώνει, αλλά έχασε
αντικειμενικά τη
δυνατότητα εξυπηρέτησης
των υποχρεώσεών της.
Κατά την ανάλυσή του, η
πολιτική που
ακολουθήθηκε είχε ως
αποτέλεσμα τον
αποκλεισμό περίπου
700.000 επαγγελματιών,
μικρομεσαίων
επιχειρηματιών και
αυτοαπασχολουμένων από
το τραπεζικό σύστημα. Η
απώλεια πρόσβασης στη
χρηματοδότηση, σε
συνδυασμό με τη
συρρίκνωση της
περιουσίας και τη
διάλυση χιλιάδων μικρών
επιχειρήσεων,
αποδυνάμωσε σημαντικά τη
μεσαία τάξη και
περιόρισε τις
αναπτυξιακές δυνατότητες
της χώρας.
Παρά τη βελτίωση των
τραπεζικών ισολογισμών,
ο συγγραφέας επισημαίνει
ότι οι τράπεζες
παρέμειναν ιδιαίτερα
επιφυλακτικές στη
χορήγηση νέων δανείων,
γεγονός που δεν επέτρεψε
τη γρήγορη επιστροφή της
οικονομίας σε ισχυρούς
ρυθμούς ανάπτυξης. Όπως
αναφέρει, η ανάκαμψη
απαιτεί όχι μόνο σταθερό
τραπεζικό σύστημα αλλά
και ενεργή συμμετοχή των
παραγωγικών δυνάμεων που
αποκλείστηκαν κατά τη
διάρκεια της κρίσης.
Καταλήγοντας, ο Μιχάλης
Σάλλας υποστηρίζει ότι
το ζήτημα των κόκκινων
δανείων δεν είναι απλώς
τραπεζικό ή λογιστικό.
Πρόκειται για ένα βαθιά
οικονομικό και κοινωνικό
πρόβλημα που συνδέεται
με την παραγωγική
ανασυγκρότηση της χώρας,
την αποκατάσταση της
μεσαίας τάξης και τη
δυνατότητα εκατοντάδων
χιλιάδων πολιτών να
επιστρέψουν στην
οικονομική
δραστηριότητα. Όπως
σημειώνει, όσο ένα τόσο
μεγάλο τμήμα της
κοινωνίας παραμένει
αποκλεισμένο, η ελληνική
οικονομία δύσκολα θα
μπορέσει να αξιοποιήσει
πλήρως τις δυνατότητές
της.
|