|
Η δήλωση έχει ιδιαίτερη
βαρύτητα, καθώς ο
Μπέσεντ δεν είναι ένας
τυπικός υπουργός
Οικονομικών. Προέρχεται
από τον κόσμο των
hedge
funds
και έχει χτίσει μεγάλο
μέρος της φήμης του πάνω
σε επιθετικές
τοποθετήσεις στις αγορές
συναλλάγματος. Τους
τελευταίους μήνες έχει
μεταφέρει αυτή τη λογική
στη χάραξη οικονομικής
πολιτικής,
παρεμβαίνοντας ενεργά
τόσο στο γιεν όσο και
στην αγορά αμερικανικών
κρατικών ομολόγων.
Το
μήνυμα προς τους traders
Η
φράση του Μπέσεντ περί
«ασύμμετρης
πληροφόρησης» είναι ίσως
ακόμη πιο αποκαλυπτική.
Όπως είπε, όταν η αγορά
θεωρεί ότι ο υπουργός
Οικονομικών αναλαμβάνει
ρίσκο παρεμβαίνοντας στο
νόμισμα, η
πραγματικότητα είναι
διαφορετική: ο ίδιος
γνωρίζει εκ των προτέρων
τις προθέσεις της
ιαπωνικής κυβέρνησης και
της κεντρικής τράπεζας.
Πρόκειται ουσιαστικά για
ένα μήνυμα προς τους
traders ότι η Ουάσιγκτον
δεν μπλοφάρει.
Ο
Μπέσεντ έχει ήδη δηλώσει
ότι περιμένει από την
Ιαπωνία να λάβει μέτρα
που θα οδηγήσουν σε
ισχυρότερο γιεν,
αφήνοντας σαφώς να
εννοηθεί ότι η αύξηση
των επιτοκίων από την
BoJ αποτελεί μέρος αυτής
της διαδικασίας. Οι
αγορές έχουν πλέον
αυξήσει σημαντικά τις
πιθανότητες μιας αύξησης
κατά 25 μονάδες βάσης
στη συνεδρίαση της
17ης-18ης Σεπτεμβρίου.
Η
Ουάσιγκτον μπήκε στο
παιχνίδι του γιεν
Η
ενεργότερη εμπλοκή των
ΗΠΑ στην αγορά
συναλλάγματος αποτελεί
σημαντική αλλαγή.
Στις 31 Ιουλίου
πραγματοποιήθηκε σπάνια
συντονισμένη παρέμβαση
Ουάσιγκτον και Τόκιο για
τη στήριξη του γιεν. Η
κίνηση αρχικά ενίσχυσε
το νόμισμα, όμως οι
traders στη συνέχεια
περιόρισαν σημαντικά τα
κέρδη, αποδεικνύοντας
ότι οι κυβερνητικές
παρεμβάσεις από μόνες
τους δύσκολα μπορούν να
αλλάξουν μια μεγάλη τάση
στην αγορά.
Η
Ιαπωνία μάλιστα δαπάνησε
περίπου 98,7
δισ. δολάρια
για τη στήριξη του γιεν
στην τελευταία μεγάλη
παρέμβαση, χωρίς όμως να
καταφέρει μέχρι σήμερα
να ανατρέψει οριστικά
την τάση.
Αυτό ακριβώς είναι και
το μεγάλο στοίχημα του
Μπέσεντ: να πείσει την
αγορά ότι η παρέμβαση
δεν ήταν ένα μεμονωμένο
επεισόδιο, αλλά μέρος
μιας ευρύτερης αλλαγής
πολιτικής.
Το
όπλο είναι τα επιτόκια
Το
ισχυρότερο εργαλείο για
την ενίσχυση του γιεν
δεν είναι τελικά η αγορά
συναλλάγματος, αλλά η
νομισματική
πολιτική της Ιαπωνίας.
Για
χρόνια, η τεράστια
διαφορά επιτοκίων μεταξύ
ΗΠΑ και Ιαπωνίας
ενθάρρυνε τους επενδυτές
να δανείζονται φθηνά σε
γιεν και να τοποθετούν
τα κεφάλαιά τους σε
assets με υψηλότερες
αποδόσεις. Το λεγόμενο
carry trade
συνέβαλε έτσι στη
διατήρηση της πίεσης στο
ιαπωνικό νόμισμα.
Τώρα η εικόνα αλλάζει.
Η
αγορά περιμένει ότι η
BoJ θα αυξήσει τα
επιτόκια και ενδέχεται
να επιταχύνει τον ρυθμό
των αυξήσεων στη
συνέχεια. Η προοπτική
αυτή μειώνει το
πλεονέκτημα του carry
trade και δημιουργεί
κίνητρα για
επαναπατρισμό κεφαλαίων
στην Ιαπωνία.
Οι
traders ποντάρουν πλέον
κάτω από τα 150
Η
αλλαγή των προσδοκιών
αποτυπώνεται ήδη στην
αγορά.
Τα
hedge funds αυξάνουν τα
στοιχήματα υπέρ ενός
ισχυρότερου γιεν, με
στόχο η ισοτιμία
δολαρίου/γιεν να
υποχωρήσει κάτω από τα
150 γιεν ανά
δολάριο έως το
τέλος του έτους.
Ορισμένες συναλλαγές
options αφήνουν μάλιστα
ανοιχτό το ενδεχόμενο
κίνησης προς την περιοχή
των 140 γιεν.
Η
πτώση κάτω από τα 155
θεωρείται ιδιαίτερα
σημαντική τεχνικά, καθώς
το επίπεδο αυτό είχε
αποδειχθεί δύσκολο να
διασπαστεί ακόμη και
μετά τις προηγούμενες
παρεμβάσεις του
ιαπωνικού υπουργείου
Οικονομικών.
Την
ίδια στιγμή, η αγορά
έχει ήδη αρχίσει να
τιμολογεί μια πολύ
διαφορετική πορεία της
BoJ. Η Bank of America,
για παράδειγμα, έχει
περάσει σε bullish θέση
για το γιεν, θέτοντας
στόχο τα 149 γιεν ανά
δολάριο και εκτιμώντας
ότι η ιαπωνική κεντρική
τράπεζα θα μπορούσε να
κινηθεί προς επιτόκιο 2%
μέσα στο 2027.
Ο
Μπέσεντ θέλει να αλλάξει
τις ισορροπίες
Η
παρέμβαση στο γιεν δεν
αφορά μόνο την Ιαπωνία.
Για
την αμερικανική
κυβέρνηση, ένα
υπερβολικά αδύναμο γιεν
δημιουργεί ευρύτερες
επιπτώσεις. Ενισχύει την
ανταγωνιστικότητα των
ιαπωνικών εξαγωγών,
ασκεί πιέσεις σε άλλα
ασιατικά νομίσματα και
μπορεί να προκαλέσει
μεγαλύτερες αναταράξεις
στις διεθνείς αγορές.
Ο
ίδιος ο Μπέσεντ έχει
προειδοποιήσει ότι
απότομες και μη
ελεγχόμενες κινήσεις στο
γιεν θα μπορούσαν να
προκαλέσουν βίαιη
αντιστροφή θέσεων και να
μεταδοθούν στις
παγκόσμιες αγορές.
Ταυτόχρονα, η Ιαπωνία
είναι ένας από τους
μεγαλύτερους κατόχους
αμερικανικού χρέους.
Επομένως, οι αποφάσεις
της BoJ, η ισοτιμία του
γιεν και η συμπεριφορά
των Ιαπώνων επενδυτών
στις αγορές αμερικανικών
ομολόγων συνδέονται
άμεσα με το κόστος
χρηματοδότησης των ΗΠΑ.
Το
μεγαλύτερο στοίχημα
είναι το carry trade
Η
ουσία της παρέμβασης του
Μπέσεντ βρίσκεται τελικά
στο carry trade.
Εάν
η BoJ αρχίσει να αυξάνει
τα επιτόκια συχνότερα,
ενώ παράλληλα το
αμερικανικό επιτοκιακό
πλεονέκτημα
περιορίζεται, η
στρατηγική δανεισμού σε
γιεν και επένδυσης σε
δολαριακά assets γίνεται
λιγότερο ελκυστική.
Αυτό μπορεί να
δημιουργήσει έναν
αυτοτροφοδοτούμενο
κύκλο:
υψηλότερα
ιαπωνικά επιτόκια →
ισχυρότερο γιεν →
κλείσιμο short θέσεων →
επαναπατρισμός κεφαλαίων
→ ακόμη ισχυρότερο γιεν.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο οι αγορές
αντιμετωπίζουν πλέον με
μεγαλύτερη προσοχή κάθε
δήλωση του Μπέσεντ.
«Μην αψηφήσετε τον
υπουργό»
Η
αγορά φαίνεται να έχει
λάβει το μήνυμα.
Όπως σχολιάζουν
αναλυτές, οι δηλώσεις
του Αμερικανού υπουργού
έχουν πλέον σημαντικό
βάρος, καθώς δεν
περιορίζεται σε
προβλέψεις αλλά
συμμετέχει ενεργά στη
διαμόρφωση της πολιτικής
που επηρεάζει το
νόμισμα.
Το
ερώτημα, επομένως, δεν
είναι μόνο εάν ο Μπέσεντ
έχει δίκιο για την
πορεία του γιεν.
Είναι εάν η αγορά είναι
διατεθειμένη να
στοιχηματίσει απέναντι
σε έναν υπουργό
Οικονομικών που γνωρίζει
εκ των προτέρων τις
προθέσεις των
κυβερνήσεων με τις
οποίες διαπραγματεύεται.
Μέχρι στιγμής, η αγορά
φαίνεται να απαντά με
προσοχή. Το γιεν έχει
ήδη αρχίσει να
ενισχύεται σημαντικά και
οι προσδοκίες για νέα
αύξηση επιτοκίων από την
BoJ ενισχύονται.
Το
μεγάλο τεστ, όμως, θα
έρθει εάν η ισοτιμία
κινηθεί αποφασιστικά
κάτω από τα 150. Τότε θα
φανεί εάν ο Μπέσεντ
απλώς «μπλόφαρε» με την
αγορά ή εάν πράγματι
γνώριζε το επόμενο βήμα
της Ιαπωνίας.
|