|
Το δημοσιονομικό κόστος
και η αντιστάθμιση
Μια μείωση κατά μία
ποσοστιαία μονάδα
εκτιμάται ότι θα
περιορίσει τα έσοδα του
ΕΦΚΑ από εισφορές
μισθωτής εργασίας κατά
περίπου 440 εκατ. ευρώ
ετησίως. Ωστόσο, η
κυβέρνηση θεωρεί ότι το
συγκεκριμένο κόστος
μπορεί να καλυφθεί από
την αύξηση των εσόδων
που προκύπτει λόγω της
ενίσχυσης της
απασχόλησης και της
ανόδου των μισθών.
Το ζήτημα της περαιτέρω
αποκλιμάκωσης των
ασφαλιστικών βαρών έχει
τεθεί και από την
Τράπεζα της Ελλάδος, η
οποία στην πρόσφατη
έκθεσή της υποστηρίζει
ότι η μείωση του μη
μισθολογικού κόστους
αποτελεί βασική
προϋπόθεση για τη
στήριξη της
ανταγωνιστικότητας, της
απασχόλησης και της
αγοραστικής δύναμης των
νοικοκυριών.
Παράλληλα, αντίστοιχο
αίτημα έχουν διατυπώσει
οι εργοδοτικές
οργανώσεις,
υποστηρίζοντας ότι οι
συνεχείς αυξήσεις του
κατώτατου μισθού
επιβαρύνουν το συνολικό
κόστος εργασίας και θα
πρέπει να συνοδεύονται
από αντίστοιχες
ελαφρύνσεις στις
εισφορές.
Τι έχει ήδη εφαρμοστεί
Η προτεινόμενη παρέμβαση
θα προστεθεί στις
μειώσεις που
υλοποιήθηκαν μέσα στο
2025.
Από την 1η Ιανουαρίου
2025 εφαρμόστηκε μείωση
ασφαλιστικών εισφορών
κατά μία ποσοστιαία
μονάδα, η οποία
μοιράστηκε ισόποσα
μεταξύ εργαζομένων και
εργοδοτών. Επιπλέον, από
τον Μάρτιο καταργήθηκαν
οι ασφαλιστικές εισφορές
που επιβάλλονταν στην
προσαύξηση των αμοιβών
για υπερωρίες, νυχτερινή
εργασία και εργασία σε
αργίες.
Έτσι, μετά και τη νέα
παρέμβαση του 2027, η
συνολική μείωση των
ασφαλιστικών εισφορών
από το 2019 θα ξεπεράσει
το 6%, φέρνοντας την
Ελλάδα πιο κοντά στον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η συμβολή των αυξήσεων
μισθών
Σύμφωνα με στοιχεία του
ΕΦΚΑ, κάθε αύξηση του
κατώτατου μισθού κατά 1%
ενισχύει τις ασφαλιστέες
αποδοχές κατά περίπου
140 εκατ. ευρώ σε ετήσια
βάση.
Η φετινή αύξηση του
κατώτατου μισθού κατά
4,5%, η οποία τέθηκε σε
ισχύ από την 1η
Απριλίου, αναμένεται να
αυξήσει τα έσοδα του
ασφαλιστικού συστήματος
κατά περίπου 630 εκατ.
ευρώ, ποσό που
υπερκαλύπτει το
δημοσιονομικό κόστος από
τη μείωση των εισφορών.
Σήμερα, το συνολικό
ποσοστό ασφαλιστικών
εισφορών για μισθωτούς
—εργοδοτών και
εργαζομένων μαζί—
διαμορφώνεται στο
35,16%, γεγονός που
κατατάσσει την Ελλάδα
μεταξύ των χωρών με τις
υψηλότερες επιβαρύνσεις
εργασίας στον ΟΟΣΑ. Η
περαιτέρω αποκλιμάκωση
των εισφορών θεωρείται
από πολλούς οικονομικούς
φορείς αναγκαία
προκειμένου να ενισχυθεί
η απασχόληση, να
στηριχθούν οι
επιχειρήσεις και να
βελτιωθεί το διαθέσιμο
εισόδημα των
εργαζομένων.
|